Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ 76η ΔΙΕΘΝΗ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (στα πλαίσια της Δημοκρατικής Αναγέννησης), 12.09. 2011


από την Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (πρ. Πρύτανης και Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας- Πρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη)

===================================================





Μετά τις κυβερνητικές εξάρσεις ενθουσιασμού, που ακολούθησαν τη σύνοδο κορυφής της 21ης Ιουλίου βρισκόμαστε, δυστυχώς, ξανά σε οριακό σημείο. Την ύστατη, λοιπόν, αυτήν ώρα ας προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε πως ακριβώς εμφανίζεται το πρόβλημά μας, και κυρίως αν υπάρχουν ακόμη κάποια περιθώρια διάσωσής μας.





Ι. Η υπογραφή ενός ανέφικτου και εξευτελιστικού Μνημονίου



Η υπογραφή του Μνημονίου, και στη συνέχεια όλων των απερίγραπτων παραγώγων του, αποτελεί διαρκές έγκλημα εναντίον της χώρας και του ελληνικού λαού. Διερωτάται, πράγματι, κανείς ανατριχιάζοντας καθώς μελετά αυτό το συνονθύλευμα, πώς μπόρεσαν Έλληνες να θέσουν την υπογραφή τους κάτω από τη λεόντεια, και άκρως προσβλητική για τον ελληνικό λαό, δανειακή αυτή σύμβαση. Υποστηρίζεται, όπως είναι γνωστό, κατά κόρον, το επιχείρημα, ότι δήθεν «δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, γιατί η Ελλάδα θα πτώχευε». Ωστόσο, όμως, είναι γεγονός ότι τη στιγμή της υπογραφής του επαίσχυντου αυτού Μνημονίου διαθέταμε, ακόμη, πολυάριθμες διεξόδους, τις οποίες αγνοήσαμε. Και επιπλέον, είχαμε σωρεία αντικειμενικών και πολύ ισχυρών επιχειρημάτων, που όμως ουδέποτε αξιοποιήσαμε.

Η συντριπτική επιδείνωση, έκτοτε, της οικονομίας, της κοινωνίας, των προοπτικών μας είναι, δυστυχώς, ορατή σε όλους. Ο περιορισμένος χρόνος που διαθέτω, δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ στο σημείο αυτό. Γι αυτό παραπέμπω, όσους ενδιαφέρονται, στο νέο μου σύγγραμμα, που θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, τις προσεχείς εβδομάδες, με τίτλο «Όλη η Αλήθεια για Χρέος και Ελλείμματα και πως θα Σωθούμε».

Θέλω, ωστόσο, να υπογραμμίσω εδώ ότι η τραγικότητα του ελληνικού προβλήματος δεν βρίσκεται μόνο στις απάνθρωπες θυσίες, που απαιτούνται από το λαό και που δεν έχουν τέλος, καθώς Μνημόνιο και παράγωγά του λειτουργούν ως Λερναίες Ύδρες. Αντιθέτως, το ακόμη χειρότερο βρίσκεται στην παντελή αναποτελεσματικότητα, αλλά και στην άκρα επικινδυνότητα του συνόλου των μέτρων της τρόικας. Αναποτελεσματικότητα, που ήταν ξεκάθαρη από την πρώτη στιγμή. Αναποτελεσματικότητα, που όχι μόνο η υπογράφουσα αλλά και πλήθος γνωστών ελλήνων και ξένων οικονομολόγων τη διαπίστωσαν από την αρχή, αναλύοντας και τα αίτιά της. Ωστόσο όλες αυτές οι αντικειμενικές φωνές χαρακτηρίστηκαν, συλλήβδην, από την κυβέρνηση, ως εχθροί του έθνους, που δήθεν είχαν ιδιοτελή συμφέροντα και γι αυτό δεν ήθελαν τη σωτηρία της Ελλάδας. Και με τον ίδιο, ακριβώς, τρόπο αντιμετωπίστηκε το –αυταπόδεικτο άλλωστε- πόρισμα του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, που χαρακτήρισε ως μη διαχειρίσιμο το χρέος. Με την απόλυση, δηλαδή, των μελών αυτού του Γραφείου, που είχαν ωστόσο διοριστεί από τη Βουλή! Σ’ αυτό τον παραλογισμό διαρκείας έχει, δυστυχώς, μεγάλες ευθύνες και η πλειοψηφία των ΜΜΕ.



Αλλά, η κακοδαιμονία του τόπου μας δε σταματά στις υπογραφές των ανεκδιήγητων αυτών Μνημονίων και των συνοδευτικών τους, αλλά συνεχίζεται απρόσκοπτα και αφού πια τα οικτρά αποτελέσματα της εφαρμογής τους, έχουν ουσιαστικά ξεθεμελιώσει τα πάντα: οικονομία, κοινωνία, δημόσια διοίκηση, υγεία, παιδεία. Η Ελλάδα εμφανίζει την όψη μιας λεηλατημένης και ρημαγμένης χώρας, που είναι συνέπεια αυτών των μέτρων λιτότητας πρωτόγνωρης αγριότητας. Μέτρων, που χρησιμοποίησαν την Ελλάδα ως πειραματόζωο. Μέτρων, που απέτυχαν παντού όπου εφαρμόστηκαν στο παρελθόν. Μέτρων, που προκαλούν ασφυξία στην οικονομία, λίγο προτού αυτή αφήσει την τελευταία της πνοή. Μέτρων με γνωστά αποτελέσματα, που συνεπώς δεν δικαιολογούσαν άγνοια, από την πλευρά των αρμοδίων.











ΙΙ. Τα μέσα της συνεχιζόμενης καταστροφής: «Οι μεταρρυθμίσεις»



Και ενόσω η ελληνική οικονομία ψυχορραγεί, ξένοι και έλληνες αρμόδιοι συσκέπτονται στο προσκέφαλό της, για το μείγμα των θανατηφόρων ενέσεων, που θα της χορηγήσουν και που αυτές εμφανίζονται συλλήβδην, κάτω από τη γενική επιγραφή «Μεταρρυθμίσεις». Ασφαλώς, η ελληνική οικονομία έχει άμεση ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, με τη σημαντική ωστόσο επισήμανση, ότι αυτές που χρειάζεται είναι εντελώς διαφορετικού περιεχομένου, από τις εφαρμοζόμενες.

Είναι γεγονός ότι, αν και οι πάντες, μερικώς σχετικοί ή και εντελώς άσχετοι, αναφέρονται στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων, και μάλιστα κατεπειγόντων, ουδείς ωστόσο γνωρίζει τι ακριβώς περιλαμβάνονται σ’αυτές, εκτός ίσως από τους Τροικανούς. Αυτοί οι τελευταίοι, τις επιβάλλουν, σταδιακά, στην ελληνική κυβέρνηση, που με ανεπίτρεπτη δουλικότητα σπεύδει να τις εκτελέσει, παρότι είναι ξεκάθαρο ότι διαλύουν ολόκληρη την Ελλάδα, στα εξ ων συνετέθη.

Οι μεταρρυθμίσεις, από μόνες τους είναι χωρίς περιεχόμενο, αν αυτό δεν έχει προηγουμένως διευκρινιστεί, επιμελώς. Ο προσδιορισμός του, εξάλλου, προϋποθέτει σοβαρή μελέτη:

• των ιδιορρυθμιών της συγκεκριμένης οικονομίας, που πρόκειται να ενσωματώσει αυτές τις μεταρρυθμίσεις,

• του σταδίου ανάπτυξης που η οικονομία αυτή διανύει, καθώς και των αντίστοιχων αναγκών της σε αλλαγές,

• των επιπτώσεων, που αναμένονται από την καθεμιά από τις μεταρρυθμίσεις, και πάνω απ’ όλα των μέσων που χρειάζεται να υιοθετηθούν, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι εκάστοτε αρνητικές συνέπειες,

• της ιεράρχησης που θα ακολουθηθεί κατά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.

Περιττό να προσθέσω ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι πολύ δύσκολο και εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα, γιατί αναφέρεται σε ανθρώπινες ζωές, που κινδυνεύουν έτσι να ανατραπούν με βίαιο τρόπο, και όχι σε αριθμούς. Γι αυτό, και πριν αυτές ξεκινήσουν, θα πρέπει να αναζητηθούν αρμόδιοι, που να διαθέτουν επαρκείς σχετικές γνώσεις και, προπαντός, να έχουν συνειδητοποιήσει ότι η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων απαιτεί, προηγουμένως, ωρίμανση της κοινής γνώμης. Είναι ανεπίτρεπτη επιπολαιότητα να εκλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις, ως στιγμιαία υπόθεση.

Στην τραγική, ωστόσο, ελληνική περίπτωση, οι μεταρρυθμίσεις αποφασίζονται και εκτελούνται δίκη «ταύρου σε υαλοπωλείο», ο οποίος εισβάλλει και κατεδαφίζει το παν, αφήνοντας πίσω του συντρίμμια. Αφήνοντας μια Ελλάδα, που θα χρειαστεί δεκαετίες για να ξαναγίνει –και αν ξαναγίνει - εθνικά κυρίαρχη χώρα. Γι’ αυτό, και οι βάρβαρες μεταβολές, που έχουν ήδη επιβληθεί στην Ελλάδα, είναι ανέντιμο να εμφανίζονται ως «μεταρρυθμίσεις». Πρόκειται, αντιθέτως, για προγραμματισμένες καταστροφές που αποσκοπούν, ανάμεσα και σε άλλα:



*Στην απομύζηση, που φθάνει μέχρι το μεδούλι της ετοιμοθάνατης ελληνικής οικονομίας, κάθε στοιχείου που εξασφαλίζει την επιβίωση των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Δεν πρόκειται πια για την κλασική εκδοχή μισθών και συντάξεων, σύμφωνα με την οποία το ύψος του όφειλε να διατηρεί στη ζωή του εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, αλλά για κάτι πολύ χειρότερο. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για συνονθύλευμα μέτρων που αποβλέπει στην προαποφασισμένη εξαφάνιση ενός σημαντικού τμήματος της εργατικής μάζας, επειδή θεωρείται ως δήθεν «υπεράριθμο», στα πλαίσια οικονομίας που υπολειτουργεί, που χειμάζει και που, γι αυτό ελαχιστοποιεί το βαθμό εκμετάλλευση των παραγωγικών της ικανοτήτων, με αποκλειστικό στόχο τη μεγιστοποίηση των κερδών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Έτσι, και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η απύθμενη κυνικότητα, με την οποία οι αρμόδιοι μας πληροφορούν για την απόφασή τους να πετάξουν στο δρόμο χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους. Έτσι, και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί το κύμα των ποταπών κατηγοριών, που προηγήθηκε, εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων, με βάση τις οποίες αυτοί είναι δήθεν «άχρηστοι», «μη παραγωγικοί», «υπεύθυνοι για την ταλαιπωρία του υπόλοιπου ελληνικού λαού», αλλά και «κοπρίτες»……Ένας πρωτοφανής διωγμός εναντίον των εργαζομένων, που επαναφέρει την αγορά εργασίας στη μεσαιωνική ζούγκλα, με τη χρήση εκλεπτυσμένων μεθοδεύσεων. Και αυτή την υπέρτατη αθλιότητα του 21ου αιώνα οι αρμόδιοι, έλληνες και ξένοι, την ονοματίζουν «μεταρρύθμιση».



*Στην ουσιαστική εξαφάνιση του δημόσιου τομέα, που βέβαια περιλαμβάνει και το κράτος πρόνοιας: τη δημόσια υγεία και παιδεία, τις συγκοινωνίες και επικοινωνίες, και βέβαια το σύνολο του κοινωνικού μισθού.



*Στο ολοκληρωτικό ξεπούλημα της Ελλάδας. Ναι, τολμούν ακόμη να μας παρουσιάζουν ως «μεταρρυθμίσεις» το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα, που άρχισε να διενεργείται, και που αν δεν ανανήψουμε επιτέλους ως λαός, τον οποίο προορίζουν για εξαφάνιση από προσώπου γης, θα έχουμε δια παντός πτωχεύσει, θα είμαστε στο διηνεκές οι επαίτες του κόσμου, θα χρησιμοποιούμαστε εσαεί ως φθηνό δουλικό δυναμικό, για τη δόξα του πλούσιου ευρωπαϊκού Βορρά.



Να επαναλάβω, ωστόσο, ότι έχουμε δραματική ανάγκη από μεταρρυθμίσεις. Αλλά, όμως, από μεταρρυθμίσεις που βαίνουν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση αυτής που μας οδηγούν οι παρούσες καταστρεπτικές μεταβολές. Και, να υπενθυμίσω ακόμη, ότι έχουμε πολλά και σοβαρά προβλήματα, που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το ταχύτερο δυνατό. Αλλά η επίλυσή τους επιβάλλεται να επιχειρηθεί σε περιβάλλον ανεξάρτητης οικονομίας και όχι προτεκτοράτου, όχι νεοαποικίας, και όχι με υποστολή της σημαίας μας. Δυστυχώς, όμως, η αμετροέπεια αυτή των ευρωπαίων «εταίρων μας» είναι, εν πολλοίς, απόρροια της θλιβερής δουλικότητας των δικών μας κυβερνητικών φορέων.











ΙΙΙ. Οι παντελώς εσφαλμένες υποθέσεις των «μεταρρυθμίσεων»



Να υπογραμμίσουμε πριν απ’ όλα, ότι οι υποθέσεις, από τις οποίες εκκινούν οι βαρβαρότητες που επιβάλλονται ήδη στην ελληνική οικονομία, με την ετικέτα δήθεν μεταρρυθμίσεων, είναι όλες μα όλες τραγικά εσφαλμένες και παντελώς αβάσιμες. Γι αυτό και είναι περιττό να προστεθεί, ότι από τις μεταβολές αυτές αναμένονται αποκλειστικά και μόνο καταστροφές. Πράγματι:

*Παρότι, εμμένει ακάθεκτος ο μύθος του δήθεν «υπερμεγέθους ελληνικού κρατικού τομέα», από επίσημα πάντοτε χείλη, πρόκειται για εντελώς εσφαλμένη διάγνωση, που βρίσκεται μακρά της πραγματικότητας. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από πλήθος στοιχείων, στα οποία συνέπεσαν διαφορετικές μέθοδοι μέτρησης, ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων μας βρίσκεται εντός των ορίων που ισχύουν διεθνώς, καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ουδείς, βεβαίως, διαφωνεί για το ότι ο ελληνικός δημόσιος τομέας είναι αναποτελεσματικός, αλλά ακόμη και ότι είναι σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένος- αν και δεν νομίζω, περισσότερο από όσο αλλού. Πρόκειται όμως για εντελώς διαφορετικό πρόβλημα, που χρειάζεται ποιοτικές βελτιώσεις και όχι αποκεφαλισμό.



*Ο στραγγαλισμός κάθε ικμάδας της οικονομίας μας, με τα σκληρά προγράμματα λιτότητας, αδυνατεί να στηρίξει ελπίδες αντιμετώπισης χρέους και ελλειμμάτων. Ακριβώς το αντίθετο. Γι’ αυτό και διογκώνονται, διαχρονικά και συστηματικά και τα δύο αυτά δεινά, ενόσω ταυτόχρονα υλοποιούνται μέτρα, που κατακρεουργούν τον ελληνικό λαό.

Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι χρειάζεται μια διαμετρικά αντίθετη στρατηγική από αυτήν που μας επιβάλλει η τρόικα, και που κατέληξε στα οικτρά αποτελέσματα, που βιώνουμε σε καθημερινή βάση. Γι’ αυτό, και εκπλήσσουν δυσάρεστα οι πειθήνιες διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης, που προσπαθεί να καθησυχάσει την τρόικα ότι θα υλοποιήσει, με κάθε μέσο και με κάθε θυσία, τις εντελώς ανέφικτες απαιτήσεις του Μνημονίου και των συνοδευτικών του. Εξακολουθούν, δηλαδή, οι έλληνες αρμόδιοι να υπόσχονται –άκουσον, άκουσον- βελτίωση της εφαρμογής αυτής της πλήρως αποτυχημένης και αδιέξοδης πολιτικής, δηλαδή ουσιαστικά υπόσχονται ταχύτερους ρυθμούς για την έλευση του οριστικού μας ΤΕΛΟΥΣ.



*Είναι απλό και θα όφειλε, όχι μόνο να καταστεί κατανοητό από αυτούς που διαχειρίζονται τις τύχες μας, αλλά και να το προβάλλουν ως sine-qua-non, στις ατέρμονες συνευρέσεις τους με τους Τροικανούς. Ότι δηλαδή, μέτρα που καταλήγουν στην αύξηση, με ταχύτερο ρυθμό, χρέους και ελλειμμάτων, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο του ΑΕΠ, είναι εκ προοιμίου καταδικασμένα σε αποτυχία. Και δεν υπάρχει τρόπος να βελτιωθούν και να μετατραπούν σε αποτελεσματικά. Και, όμως, αυτά τα μέτρα συνεχίζονται αδιαλείπτως επί 2 χρόνια, και μάλιστα μετά από την πρόσφατη αποχώρηση της τρόικας από την Αθήνα, η κυβέρνηση, προκειμένου να την επαναφέρει πάση θυσία, έφθασε στο σημείο να αποδεχθεί ότι φταίει η ίδια για την αποτυχία των μέτρων και γι’ αυτό……δίνει όρκους μελλοντικής της συμμόρφωσης. Δηλαδή, υπόσχεται να συνεχίσει αυτό το θανάσιμο θέατρο του παράλογου, με τίμημα την εξαφάνιση του ελληνικού έθνους.



* Μια άλλη μακροχρόνια, αλλά παντελώς εσφαλμένη υπόθεση είναι και αυτή που υποστηρίζει ότι η περαιτέρω μείωση του ήδη απαράδεκτα, για ευρωπαϊκή οικονομία, χαμηλού επιπέδου εργατικής αμοιβής θα αυξήσει δήθεν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παρότι:

- η ελαχιστοποίηση της εργατικής αμοιβής περιορίζει την εγχώρια ζήτηση, ενώ και το ποσοστό των ελληνικών εξαγωγών δεν υπερβαίνει το 20% του ΑΕΠ

-το ήμισυ περίπου των ελληνικών εξαγωγών είναι ανταγωνιστικό με εξαγωγικά προϊόντα αναδυόμενων οικονομιών, όπου εμφανώς το επίπεδο των μισθών δεν είναι ανταγωνίσιμο

-το ελληνικό πρόβλημα συνίσταται κυρίως στον αποπροσανατολισμό της παραγωγής και στην ταχεία υποκατάστασή της από εισαγόμενα, στο πλαίσιο της ΕΕ και της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου.



Οι μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε αναφέρονται, εντελώς, ενδεικτικά, στη συνέχεια:

1) Ριζική μεταφορά εισοδήματος από το κεφάλαιο στην εργασία, από τα υψηλά στα χαμηλότερα εισοδήματα, της τάξης τουλάχιστον του 12% του ΑΕΠ. Το μέτρο αυτό είναι απαραίτητο και είναι το σπουδαιότερο για την επανεκκίνηση της οικονομίας, στην οποία η πρωτοφανής κορύφωση κάθε μορφής ανισοτήτων, εμποδίζει τις προσπάθειες ομαλοποίησής της και παραγωγικής λειτουργίας της. Τα μέσα επίτευξης αυτής της μορφής ανακατανομής είναι, πρώτον το δικαιότερο φορολογικό σύστημα, και δεύτερον η δημιουργία ενός αποτελεσματικού-που δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μικρό- κράτους πρόνοιας.

2) Επανίδρυση της οικονομίας μας, που η παγκοσμιοποίηση, ο φανατικός νεοφιλελευθερισμός, η πρόωρη είσοδός μας στην ΕΕ-ευρωζώνη και η διακυβέρνησή μας εντός και εκτός της Ελλάδας από, συχνά, άσχετους- η γαλλική εφημερίδα Le Monde, τους αποκαλεί «παιδάκια»- την έχει καταστρέψει. Αρκεί να αναφέρω ότι πραγματοποιήθηκε, στη χώρα μας το αδιανόητο: δηλαδή, από κατεξοχήν αγροτική οικονομία, με κλιματολογικές συνθήκες που προσφέρονται για όλες σχεδόν τις καλλιέργειες, καταλήξαμε να έχουμε συμβολή της γεωργίας στο ΑΕΠ μόνο…..κατά 3,7%. Χρειάζεται, λοιπόν, προγραμματισμός ανάπτυξης, που βέβαια δεν πρέπει να υποκύψει κάτω από αφελείς απόψεις της μορφής, ότι δήθεν το δημόσιο είναι κακό, ενώ δήθεν το ιδιωτικό θεάρεστο, δεδομένου ότι η οικονομία χρειάζεται εξίσου και τους δύο αυτούς τομείς.















ΙV. Αλλά….στο μεταξύ καραδοκεί ο ΛΥΚΟΣ για να μας κατασπαράξει



Και σ’αυτό τον ΛΥΚΟ δίνονται διάφορα ονόματα που μας κατατρομοκρατούν:

*ΠΤΩΧΕΥΣΗ….μα την έχουμε ήδη, και με το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας μας αυτή καθίσταται μόνιμη. Με διάφορα τεχνάσματα, δεν μας αφήνουν να το συνειδητοποιήσουμε….για να μη σκεφθούμε ότι «ο πνιγμένος δε φοβάται το νερό».

*ΟΙ ΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ. Έχουμε γίνει, περίπου, εξαρτημένοι από τις δόσεις αυτές, και γι αυτό εύκολα εκβιαζόμενοι. Είναι, όμως, πια καιρός να αναρωτηθούμε που, τελοσπάντων, μας πάνε αυτές οι συνεχείς «δόσεις»;;;; Μας λύνουν, άραγε, το βασικό πρόβλημα του χρέους μας;;; ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ. Αντιθέτως το μεγεθύνουν διαχρονικά, και το διαιωνίζουν, εφόσον τα μέτρα που μας επιβάλλουν είναι προς εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση.

*ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΧΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ.

Πώς αυτό, αλήθεια, μπορεί να ανταποκρίνεται στα πράγματα, εφόσον οι τόκοι των δανείων ανέρχονται σε περίπου διπλάσιο ποσοστό στο ΑΕΠ, σε σύγκριση με τους μισθούς και τις συντάξεις; Το σωστό είναι ότι δεν θα έχουμε αρκετά χρήματα για να πληρώσουμε τα χρεολύσια, αλλά οι μισθοί και οι συντάξεις θα μπορούν, άνετα, να καταβληθούν. Και, όμως….πολλοί ανάμεσά μας πιστεύουν και αυτό το μύθο, τρομοκρατούνται και είναι ανίκανοι να αντιδράσουν…..

*ΘΑ ΜΑΣ ΠΕΤΑΞΟΥΝ από την ευρωζώνη….μας απειλούν ανοικτά πια….Και σ’αυτό το σημείο :

-Ας κατανοήσουμε, επιτέλους, ότι ο «Γιάννης τρέμει το θεριό και το θεριό το Γιάννη». Δεν είναι διόλου, μα διόλου ξεκάθαρο ποιος θα βλαφτεί περισσότερο από μια ενδεχόμενη αποχώρησή μας από την ευρωζώνη: αυτή, ή εμείς; Και στο μεταξύ η Ευρώπη κινδυνεύει περισσότερο από τη χρόνια λιτότητα, παρά από το χρέος των μελών της.

-Ας μείνουμε, επιτέλους, σύμφωνοι στο τι, ακριβώς, φοβόμαστε….δηλαδή, τι θα αλλάξει αν βρεθούμε εκτός, σε σχέση με τα μαρτύρια που υφιστάμεθα παραμένοντας εντός.

-Ας προσπαθήσουμε, έστω και την ύστατη αυτή ώρα, να επιτύχουμε μια αξιοπρεπή αναδιάρθρωση με γενναίο hair-cut, που να μας εξασφαλίζει όχι απλώς φυτοζωία, αλλά και ανάπτυξη, αλλά και εθνική κυριαρχία, αλλά και δυνατότητα επιλογών του βίου μας και των παιδιών μας, αλλά και όχι συνεχείς απαιτήσεις της τρόικας για μαζικές ανθρωποθυσίες ΙΦΙΓΕΝΕΙΩΝ. Αν αυτό αποδειχθεί αδύνατο-που δεν είναι κατά την κρίση μου, προς το παρόν τουλάχιστον- πρέπει να πάρουμε των ομματίων μας, με τη βαθιά πεποίθηση ότι δεν είμαστε λαός ΟΥΤΕ:

*ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟΣ

*ΑΝΑΠΗΡΟΣ

*ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

* ΒΥΘΙΖΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΙΤΑΝΙΚΟ

*ΠΙΟ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΑΛΛΟΥΣ

(παρότι, με πολλούς τρόπους και μεθοδεύσεις πάσχισαν να μας πείσουν περί όλων των αντιθέτων).



Και αφού αναζητήσουμε συμμάχους- που πιστεύω εύκολα να βρούμε- για δανεικά, να ανασκουμπωθούμε, για να πνίξουμε σύντομα με παραγωγικά άνθη τη χώρα μας, οδηγώντας την προς το μέλλον και όχι πίσω προς το Μεσαίωνα.

Και ας μη λησμονήσουμε, κάτι πολύ σημαντικό, ότι δηλαδή οι αιματηρές θυσίες που απαιτεί η τρόικα, από μας, και που εμείς ισοπεδωνόμαστε υποτακτικά για να τις εκτελούμε, γίνονται χάριν της παραμονής μας στο ευρώ….. σ’ ένα νόμισμα, δηλαδή, που έχει τουλάχιστον ίσες πιθανότητες να εξαφανιστεί στο προσεχές μέλλον, με αυτές που φοβόμαστε ότι θα μας εξακοντίσουν εκτός της ευρωζώνης.

Υπάρχει, βέβαια, ένα μεγάλο αγκάθι, που εμποδίζει τη στροφή προς ορθολογικές επιλογές. Εννοώ τη σύμπτωση, στα ίδια πρόσωπα, κυβερνώντων και υπεύθυνων για την υπογραφή του επαίσχυντου Μνημονίου. Ωστόσο, αν και περιττό, ας το υπενθυμίσω: το πρόβλημα δεν είναι κομματικό, αλλά ελληνικό.



Αιθεροβάμονες σκέψεις….θα πουν ασφαλώς, μερικοί. Μπορεί….αλλά, ωστόσο, οι μη αιθεροβάμονες μεταξύ μας ας μας εξηγήσουν, επιτέλους, τι μπορεί λογικά να αναμένουμε στο μέλλον, από τη διαιώνιση αυτής της αδιέξοδης κατάστασης, δηλαδή της εν γνώσει μας συνεχιζόμενης εφαρμογής των αναποτελεσματικών και θανάσιμα επικίνδυνων τροϊκανικών μέτρων; Και να προσθέσω, τελειώνοντας, ότι η απόρριψη μιας νέας λύσης, όσο επικίνδυνη κι αν φαίνεται από πρώτη ματιά προϋποθέτει, ωστόσο, απαραιτήτως προηγούμενη ενδελεχή σύγκρισή της με τα θετικά, όσο και τα αρνητικά στοιχεία της λύσης που τώρα βρίσκεται σε εφαρμογή. Αυτή, ακριβώς, τη σύγκριση πρέπει να κάνουμε στο αμέσως προσεχές διάστημα, για να γνωρίζουμε ποιο είναι το πρόβλημα και ποιες οι λύσεις του.





Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Ο κυβερνητικός παραλογισμός σε πλήρη έξαρση


====================================

Από την πρώτη στιγμή της υπογραφής του εγκληματικού Μνημονίου, υπήρξαν πολυάριθμες φωνές εντός και εκτός της Ελλάδας, που με όλους τους τρόπους προειδοποιούσαν για το παντελώς και από κάθε πλευρά, ανέφικτο των στόχων του, καθώς και για τις καταστρεπτικές και μη αντιστρέψιμες συνέπειες που θα έχει για την ελληνική οικονομία. Όμως, όλοι αυτοί που υποστήριζαν, τελικώς τις αυτονόητες αυτές, και θα πρόσθετα και αυταπόδεικτες απόψεις, σχετικά με το αδιέξοδο, στο οποίο οδηγούσε το αρχικό Μνημόνιο - αλλά και το απερίγραπτο συνοδευτικό του συνονθύλευμα- αντιμετωπίστηκαν συλλήβδην από την Κυβέρνηση ως λαϊκιστές, ως εξυπηρετούντες ιδιοτελή συμφέροντα, ως ανεύθυνοι, ως άσχετοι με το αντικείμενο, ή ακόμη και ως εχθροί του έθνους. Και, όμως, ήταν εμφανές, ακόμη και για όσους δεν διέθεταν γνώσεις οικονομίας, ότι με τις προδιαγραφές αυτού του ανεκδιήγητου Μνημονίου οδηγούμαστε, κατευθείαν, στο γκρεμό. Πώς, αλήθεια να ελπίζεται σωτηρία μέσα από σχήμα, που συστηματικά αυξάνει με ταχύτατους ρυθμούς το χρέος, και που με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς περιορίζει τη βάση αποπληρωμής του, δηλαδή το ΑΕΠ; Αλλά, κι αν ακόμη υποτεθεί ότι διέφυγε στους υπογράψαντες αυτή η πάντως ολοφάνερη πραγματικότητα, υπήρχε οπωσδήποτε πίσω τους η ατέλειωτη σειρά των τραγικών αποτυχιών αυτού του μοντέλου, που επιβάλλει το ΔΝΤ παντού από όπου περνά.

Η Κυβέρνηση, λοιπόν, όφειλε να αναγνωρίσει, όσο γινόταν γρηγορότερα το- ας το δεχθούμε έτσι- τραγικό λάθος της υπογραφής αυτής της λεόντειας δανειακής συμφωνίας, και να αναζητήσει διεξόδους. Διέξοδοι φυσικά υπήρχαν- και υπάρχουν ακόμη- δεδομένου ότι η ελληνική υπερχρέωση, ήταν απλώς μία περίπτωση, μέσα στο σύνολο σχεδόν των υπερχρεωμένων οικονομιών της ευρωζώνης. Συνεπώς, η Κυβέρνηση θα έπρεπε να αντιταχθεί με τη βοήθεια του πλήθους επιχειρημάτων που διέθετε, εναντίον αυτής της σύμβασης που εξαθλιώνει και πτωχεύει στο διηνεκές τους Έλληνες, αφού τους υφαρπάξει το σύνολο του πλούτου τους. Ήταν, φυσικά, ξεκάθαρο, για όσους παρακολουθούν έστω και ελάχιστα τις σχετικές εξελίξεις, ότι ο μεγάλος ένοχος για την υπερχρέωση του ευρωπαϊκού Νότου- που άλλωστε ακολουθείται κατά πόδας και από τον ευρωπαϊκό Βορρά- δεν ήταν η Ελλάδα και οι δήθεν ανεπρόκοποι Έλληνες, αλλά το εντελώς ακατάλληλο νομισματικό σχήμα που υιοθέτησε η ΕΕ-ευρωζώνη, και που ήταν πρωτίστως βλαπτικό για τις ασθενέστερες οικονομίες της Ένωσης.

Ωστόσο, με τη σύμπραξη μεγάλου τμήματος των ΜΜΕ, καταβλήθηκαν επί μεγάλο χρονικό διάστημα, υπεράνθρωπες προσπάθειες πειθούς αναγνωστών και ακροατών, ότι δήθεν «πηγαίνουμε καλά», ότι δήθεν «φαίνεται φως στο τέλος του τούνελ», ότι δήθεν «οι θυσίες του ελληνικού λαού έχουν αντίκρισμα» και άλλα εξίσου αβάσιμα και ηθελημένα παραπειστικά. Ο τραγέλαφος, ωστόσο, πρόβαλε, τελευταίως, με το πόρισμα –απολύτως ορθό άλλωστε- του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο καταλήγει στο –αναπότρεπτο όντως εξαρχής- συμπέρασμα ότι το «χρέος είναι ανεξέλεγκτο». Είθε και οι πατέρες του έθνους μας να βρουν επιτέλους το θάρρος να το βροντοφωνάξουν. Οι ερευνητές του Γραφείου αυτού, αν και ορίστηκαν από την Κυβέρνηση για να καταρτίζουν τριμηνιαίες εκθέσεις, σχετικά με το χρέος, υποχρεώθηκαν ουσιαστικά σε παραίτηση, και χαρακτηρίστηκαν από τον αρμόδιο Υπουργό ως «στερούμενοι των απαραίτητων γνώσεων», ως μη συνεργάσιμοι επειδή «όφειλαν να πάρουν την έγκριση της Κυβέρνησης για το περιεχόμενο του πορίσματος» και, ακόμη, ως άσχετοι επειδή «το πόρισμά τους έρχεται σε αντίθεση με το ΔΝΤ και την ΕΕ», ενώ -άκουσον, άκουσον- θα έπρεπε πειθήνια να συμφωνούν με τα έωλα συμπεράσματά τους .

Αλλά, πέρα από το θέατρο του παράλογου, που ζούμε σε καθημερινή βάση, η δουλικότητα μας, απέναντι στην τρόικα, έχει εισέλθει σε χώρο υψηλότατου πια κινδύνου για την επιβίωση της χώρας και των πεπρωμένων της. Και τούτο επειδή, ενώ το αδιέξοδο του Μνημονίου κλπ είναι πια κραυγαλέο, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι εξακολουθούν να επιδίδονται σε μακροσκελείς συμβουλές για τη δήθεν ανάγκη να «εκτελέσουμε κατά γράμμα τις ανειλημμένες υποχρεώσεις μας», για το ότι δήθεν «το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας» θα αντιμετωπιστεί με το ξεπούλημα της Ελλάδας- που εμφανίζεται με την επιγραφή «μεταρρυθμίσεις»-, και ότι δήθεν σε «τέσσερις μήνες θα δούμε φως».

Εντελώς οξύμωρη, εξάλλου, είναι η συναίνεση Κυβέρνησης και τρόικας, ότι δηλαδή «φταίει η ύφεση που εμπόδισε τους στόχους του Μνημονίου να υλοποιηθούν»…..δεδομένου ότι η ύφεση προκαλείται, ακριβώς, από την προσπάθεια επίτευξης των ούτως ή άλλως απραγματοποίητων στόχων του. Προσπάθεια, όμως, που επιστρέφει την ελληνική οικονομία, πίσω, στη δεκαετία του ’60.

Το αν η τρόικα αποχώρησε «φιλικά» ή «θυμωμένη», θα πρέπει να είναι το τελευταίο που μας ενδιαφέρει. Γιατί, αυτό που πρέπει να μας καίει τώρα είναι η όψη της Ελλάδας, που ακριβώς εξαιτίας των τροϊκανικών συμβουλών - που κάκιστα ακολουθήθηκαν χωρίς αντίρρηση από την Κυβέρνηση- δίνει ήδη την εντύπωση ρημαγμένης και λεηλατημένης χώρας. Και ουδείς δικαιούται πια να αγνοεί ότι αυτά που έρχονται είναι ανείπωτα και πολύ φρικτότερα από τα όσα βιώνουμε. Η ύφεση θα υπερβεί το 12-15%, η ανεργία που θα συνοδεύεται από ακόμη μεγαλύτερη εγκληματικότητα, θα ξεπεράσει το 23-25%, τα λουκέτα θα μπουν ένα στις τρεις επιχειρήσεις, η δημόσια διοίκηση που ήδη καταρρέει θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, η δημόσια παιδεία θα εξαρθρωθεί, και τα εθνικά μας θέματα θα κακοφορμίσουν. Έλεος, λοιπόν. Πρέπει άμεσα να μπει τέλος σ’ αυτό το κακόγουστο θέατρο του παράλογου. Διήρκεσε πολύ και διήρκεσε ανεπίτρεπτα.



Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

Πρ. Πρύτανης και Καθηγήτρια στο Παν/μιο Μακεδονίας

Πρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη 2.9.2011

delimar@uom.gr