Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Το ολοκαύτωμα των εργαζομένων στην Ευρώπη

Είναι εντελώς αστήρικτο το επιχείρημα ότι η προστασία της εργασίας βλάπτει την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα. Ούτε στο παρελθόν, αλλά ούτε και στο παρόν υπάρχουν αδιάσειστα συμπεράσματα μελετών που να επικυρώνουν, αυτού του είδους τα επιχειρήματα. Αντίθετα, υπάρχει σωρεία ερευνών, που αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο, και στο ανά χείρας βιβλίο υπάρχουν πολλές σχετικές αναφορές

Η Ευρώπη βυθίζεται και πάλι ολοταχώς στο κοινωνικό σκότος ενός νέου Μεσαίωνα. Τώρα, στις αρχές του ΧΧΙου αιώνα, η Ε.Ε. επιλέγει, καταστρώνει και υλοποιεί σχέδια, που της έρχονται από το μακρινό παρελθόν της και που όλα στοχεύουν στην εξασθένιση της διαπραγματευτικής ικανότητας των εργαζομένων της, στη δημιουργία περιβάλλοντος ύψιστης ανασφάλειάς τους, στην καταπάτηση κάθε είδους εργασιακού τους δικαιώματος, κάθε μορφής ελευθερίας τους και κάθε δυνατότητας επιλογής τους. Η Ευρώπη, αδίστακτα, πια δημιουργεί περιβάλλον ακραίας εκμετάλλευσης του συντελεστή εργασία. Η Ευρώπη στην απεγνωσμένη της προσπάθεια να καταστεί η πιο ανταγωνιστική οικονομία της υφηλίου τείνει να εξισώσει τις συνθήκες εργασίας στους κόλπους της, με τις αντίστοιχες των φτωχότερων και πιο υπανάπτυκτων οικονομιών της υφηλίου. Οι συνέπειες είναι ήδη εμφανείς στην πρωτοφανή μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ σε ολόκληρη την Ευρώπη, υπέρ των κερδών, καθώς και στα 11 εκατομμύρια εργαζομένων-πενήτων, δηλαδή εργαζομένων που με το μισθό τους δεν είναι πια σε θέση να πληρώσουν ενοίκιο, ούτε να στείλουν τα παιδιά τους σε σχολεία, και των οποίων ο αριθμός ταχύτατα πολλαπλασιάζεται.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΔΝΤ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Η χώρα μας οδηγήθηκε στο ικρίωμα του ΔΝΤ με συνοπτικές διαδικασίες και με το χαρακτηρισμό τού δήθεν μονόδρομου, χωρίς να έχει προηγηθεί κανενός είδους αντίδραση ή προσπάθεια διαπραγμάτευσης. Σαν ώριμη,δηλαδή, και από καιρό προαποφασισμένη λύση αν και, ήταν η πιο οδυνηρή και, ταυτόχρονα, η λιγότερο αποτελεσματική. Ωστόσο, το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα, που με μικρές γενικά διαφορές το συμμερίζεται και ολόκληρος ο ευρωπαϊκός νότος- και όχι μόνο-, ουδόλως δικαιολογούσε την έσχατη αυτή καταδίκη του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα και μετά την κυκλοφορία της τελευταίας έκθεσης του ΔΝΤ, που διαπιστώνει ότι το 2015 το δημόσιο χρέος του συνόλου των προηγμένων οικονομιών, ως ποσοστό στο ΑΕΠ τους, θα υπερβεί το 110%.
Είναι βέβαια γεγονός, ότι αφότου μπήκαμε στο μάτι του κυκλώνα, εξαιτίας σωρείας ασύγγνωστων δικών μας λαθών, αλλά και εξαιτίας του ρατσιστικού μένους της κυρίας Μέρκελ εναντίον μας, μοιραία μεγεθύνθηκε το πρόβλημά μας και περιορίστηκαν οι ομαλές δυνατότητες αντιμετώπισής του. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη κάποιες οριακές λύσεις που, σε σύγκριση με το αδιέξοδο του ΔΝΤ, υπόσχονται λιγότερο δραματικά αποτελέσματα, και ενδέχεται να αποδειχθούν σωτήριες.
Αναφέρομαι πολύ συγκεκριμένα στις καθημερινές προτάσεις αναδιαπραγμάτευσης του χρέους μας, που προέρχονται από νομπελίστες και από γνωστούς οικονομικούς αναλυτές, και που συνοδεύονται από την απορία τού γιατί μια τέτοια λύση να εκλαμβάνεται ως απαγορευμένη συζήτηση, από ελληνικής όσο και από ευρωπαϊκής πλευράς.
Από τα πολυάριθμα αυτά παραπάνω σχήματα, που άλλωστε δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους επιλέγω, εντελώς ενδεικτικά, αυτό του αμερικανού οικονομολόγου Carl Weinberg, ο οποίος προτείνει την υπαγωγή του συνόλου των ελληνικών ομολόγων, που λήγουν ως το 2019, σε δεξαμενή που θα χρηματοδοτηθεί εκ νέου με 25ετή ομόλογα και με επιτόκιο 4.5%. Υπολογίζεται ότι, έτσι, οι ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας μας θα περιοριστούν κατά 60% ή κατά 140Ε δισεκατομμύρια, ενώ οι απώλειες για τους δανειστές μας θα είναι σημαντικές μόνο για την περίπτωση των τελευταίων, που ανέμεναν απόδοση πάνω από 8%, και που οπωσδήποτε αυτή ήταν σαφώς τοκογλυφική.
Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας λύσης, σε σύγκριση πάντοτε με την αγχόνη του ΔΝΤ, είναι σημαντικά. Να υπογραμμίσω, καταρχήν, ότι ο μηχανισμός στήριξης, που δημιουργήθηκε όχι για να βοηθηθεί η χώρα μας, αλλά για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των γαλλικών και γερμανικών τραπεζών, βασίστηκε στο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης, δηλαδή, εμφανώς, σε ένα συνονθύλευμα παντελώς ανέφικτων μέσων και προσδοκιών. Έτσι, άλλωστε, και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η προσφυγή της αμήχανης ΕΕ στο αδίστακτο ΔΝΤ, για την παρά ταύτα εφαρμογή του. Είναι, πράγματι, δύσκολο-αν όχι αδύνατο- να γίνει πιστευτό ότι η ΕΕ έχει την αφέλεια να ελπίζει ότι σε 3 ή σε 5 χρόνια, το δημόσιο έλλειμμα θα έχει μειωθεί σε 3% και το δημόσιο χρέος σε 60% του ΑΕΠ μας, αν και με βάση λογικές προσδοκίες, καθώς και με βάση το ιστορικό του ΔΝΤ θα έχουμε:
* συρρίκνωση του ΑΕΠ ανώτερη του 10%,
*ανεργία που θα ξεπεράσει το 20% του ενεργού πληθυσμού,
*δημόσιο χρέος που από το 115% του ΑΕΠ θα σκαρφαλώσει στο 150% το 2014,
* λουκέτο σε 60.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις,
* κατακόρυφη μείωση της ζήτησης, ακόμη και ειδών διατροφής,
* καλπάζοντα στασιμοπληθωρισμό –και όχι απλώς αντιπληθωρισμό όπως εσφαλμένα υποθέτει το ΔΝΤ,
*ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις, και εξαιτίας της επαναφοράς της μεσαιωνικής βαρβαρότητας στις εργασιακές σχέσεις.
Αντιθέτως, είναι δυστυχώς, ξεκάθαρο ότι παρά τις ανθρωποθυσίες που απαιτούνται από τον λαό, σε 1 ή 2 χρόνια από σήμερα η Ελλάδα, που ήδη εκλαμβάνεται ως χρεοκοπημένη από τα διεθνή ΜΜΕ, θα είναι έτσι και επίσημα, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να απολέσουν το σύνολο σχεδόν του κεφαλαίου τους, όπως συνέβη και με την Αργεντινή. Η αναδιαπραγμάτευση του χρέους, που δεν πρέπει να συγχέεται με χρεοκοπία, και που θα επιδιωχθεί στο πλαίσιο συμφωνίας με τους δανειστές μας, μπορεί να μας εξασφαλίσει την απαραίτητη επιμήκυνση του χρόνου πληρωμής των χρεών μας, και το σημαντικότερο, να εισαγάγει στον ορίζοντά μας την αναπτυξιακή διάσταση, που απουσιάζει παντελώς από το ΔΝΤ. Πράγματι, το ΔΝΤ, ως όργανο αποκλειστικά των δανειστών, αδιαφορεί παντελώς για την τύχη των λαών που κατακτά. Με τις πάγιες πρακτικές του, που απορρέουν από τον σκληρότερο πυρήνα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, αρκείται στην απομύζηση του έστω και συρρικνούμενου εθνικού πλούτου των θυμάτων του, αποκλείοντας κάθε αναπτυξιακή διαδικασία, που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των δανειστών. Τέλος, με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους μας υπάρχουν ελπίδες ότι θα αναχαιτιστεί η εγκληματική μεταφορά εισοδήματος και πλούτου από τους εργαζομένους στους τραπεζίτες, από τους φτωχότερους στους πλουσιότερους, από την εργασία στο κεφάλαιο. Αυτή η ανορθόδοξη μορφή αναδιανομής, που ωστόσο επιτεύχθηκε μετά το 1980, χάρη στο σφετερισμό της παραγωγικότητας της εργασίας από τα κέρδη, σε παγκόσμιο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι το κυρίαρχο αίτιο του ξεσπάσματος της δεύτερης μεγάλης παγκόσμιας κρίσης το 2007, καθώς και της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας.
Είναι βέβαιο ότι η παραμονή μας στο ΔΝΤ θα έχει δραματικές και, πιθανότατα, μη αναστρέψιμες συνέπειες για την Ελλάδα. Θα πρόκειται για ολοκληρωτική καταστροφή. Γι’ αυτό και επιβάλλεται η άμεση αναθεώρηση του χαρακτηρισμού του ΔΝΤ ως μονόδρομου.



.

ΓΙΑΤΙ ΤΑ’ ΣΚΙΑΖΕ Η ΦΟΒΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΑΚΩΝΕ Η ΣΚΛΑΒΙΑ

---------------------------------------------------------------------------------

Τα στρατεύματα κατοχής εισέβαλαν στην Αθήνα. Εφεξής, ο ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης, στον τομέα της οικονομίας, θα περιορίζεται στην υποβολή προτάσεων, και σε ευχές αυτές να τύχουν της αρεσκείας των εκπροσώπων του ΔΝΤ. Εξάλλου, είναι δυστυχώς ξεκάθαρο ότι η εκλεγμένη μας κυβέρνηση δεν έχει πια το δικαίωμα να απευθύνεται στο λαό ζητώντας του να συναινέσει σε θυσίες για ένα καλύτερο αύριο, εφόσον οι θυσίες αυτές, σκληρές, απάνθρωπες και ασήκωτες θα επιβάλλονται, από το ΔΝΤ κατευθείαν και χωρίς την ανάγκη επεξηγήσεων, στον μαρτυρικό ελληνικό λαό.
Η ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης, δίπλα στο ΔΝΤ, μοιάζει παρηγορητική μέσα στο σκληρό σκηνικό της ελληνικής τραγωδίας. Ωστόσο, πρόκειται για την ύστατη ψευδαίσθηση, σχετικά με τη δήθεν αλληλεγγύη, στους κόλπους της Ε.Ε. Γιατί, τελικά, είναι η Ε.Ε. αυτή που επέλεξε να ταπεινώσει και, για μήνες, να διασύρει το κράτος-μέλος της, την Ελλάδα, πριν την οδηγήσει έντρομη και σιδηροδέσμια στο ικρίωμα του ΔΝΤ. Οι ευρωπαίοι εταίροι και συνεταίροι μας, αν και με υπερηφάνεια χρησιμοποιούν τα ελληνικά ονόματα για την Ευρώπη και το κοινό της νόμισμα, προτίμησαν ωστόσο να ικανοποιήσουν το ασίγαστο μένος του αρχηγικού τους μέλους, της Γερμανίας, εναντίον του λαού μας,, από τού να μας βοηθήσουν εγκαίρως και με τρόπο αποτελεσματικό.
Σ’ αυτή την πολύ κρίσιμη για μας περίοδο, η Γερμανία μπόρεσε να ισχυροποιήσει τη θέση της στην ευρωζώνη, υπογραμμίζοντας τη δυσφορία της να συνυπάρχει, από κοινού με τις ασθενείς και προβληματικές οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου. Πολλές ενδείξεις συνηγορούν στο ότι η Γερμανία προετοιμάζει ίσως την αποχώρησή της από την ευρωζώνη, και την είσοδό της σε νέα ένωση με μέλη της αποκλειστικά και μόνο αξιοπρεπείς οικονομίες, που θα την αναγορεύσουν και επίσημα επικεφαλής τους.
Οι καταιγιστικές εξελίξεις που σωρεύτηκαν στο διάστημα αυτών των τελευταίων μηνών φαίνεται να συσκότισαν μια πολύ σημαντική πτυχή του ελληνικού δράματος. Το πώς, δηλαδή, και με ποιες διαδικασίες, ένα σαφώς υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, που ήταν ωστόσο απολύτως αντιμετωπίσιμο, κατέληξε στο να οδηγήσει την Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Πράγματι, τα όσα διαμείφτηκαν σ’ αυτήν την περίοδο αποτελούν ένα θλιβερό συνονθύλευμα τραγικών λαθών, ασυνεπειών, ασύγγνωστων καθυστερήσεων, προχειροτήτων, αμηχανιών και παραλείψεων, από ελληνικής πλευράς, που ενθάρρυναν την αναζωπύρωση της γερμανικής αλαζονείας και την ελεύθερη διέξοδο, του καταπιεσμένου, μέχρι τώρα, ρατσισμού της. Οι έλληνες αρμόδιοι, προφανώς εξαιτίας της έλλειψης πολιτικής και διαπραγματευτικής εμπειρίας τους υποτίμησαν, ανεπίτρεπτα, τη σημασία του ψυχολογικού παράγοντα στη διαμόρφωση των οικονομικών πραγμάτων, ιδίως σε τόσο ανώμαλες περιόδους όπως η παρούσα. Έτσι, και αντί να προσπαθήσουν να υπερασπιστούν την ελληνική περίπτωση και να επικαλεστούν τις πολλές και σημαντικές της ιδιαιτερότητες, αυτές που δικαιολογούν εν μέρει τουλάχιστον τις τρέχουσες δυσχέρειές μας, αντί να καταδικάσουν το άκρως, προβληματικό περιεχόμενο του συμφώνου σταθερότητας και τις δυσμενέστατες συνέπειές του, για το σύνολο της Ε.Ε., και ιδιαίτερα του νότου και της Ελλάδας, αντί να επικαλεστούν ανάλογες με τις δικές μας περιπτώσεις προσφυγής στη δημιουργική λογιστική ολόκληρου σχεδόν του ευρωπαϊκού νότου, και αντί να φροντίσουν να έχουν διαθέσιμες κάποιες εναλλακτικές λύσεις, αντί όλων αυτών οι έλληνες αρμόδιοι έσκυψαν το κεφάλι και αρκέστηκαν σ’ ένα διαρκές και μονότονο: «ναι, σε όλα» τα παράλογα και ακατόρθωτα που οι εταίροι μας απαιτούσαν από μας.
Ακριβώς εξαιτίας αυτής μας της στάσης, η διαφορά των ληστρικών επιτοκίων, που απαιτούν οι διεθνείς τοκογλύφοι, σε σύγκριση με το αντίστοιχο επίπεδο με το οποίο δανείζεται η Γερμανία, όχι μόνο δε μειώθηκε, - όπως αφελώς πίστευαν κάποιοι από μας μετά από την απόφαση συγκρότησης του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης- αλλά αντιθέτως καθημερινά κορυφώνεται. Εκτός από την σαφέστατα εκφρασθείσα επιθυμία της κυρίας Μέρκελ, να μη βοηθηθούμε δηλαδή στην προσπάθειά μας εξασφάλισης λογικού επιπέδου επιτοκίου, αλλά αντιθέτως να εξακολουθήσουμε να αιμορραγούμε, υπάρχει και η αντικειμενική εξήγηση του γιατί η ανθρωποφαγία των αγορών αρνείται να κορεστεί, στην περίπτωσή μας. Πρόκειται, δυστυχώς, για το παντελώς ανέφικτο περιεχόμενο του ελληνικού προγράμματος στήριξης και ανάπτυξης. Ανέφικτο, και από πλευράς καθαρά οικονομικής, αλλά και από πλευράς της αναπόφευκτης πρόκλησης κοινωνικής εξέγερσης. Και πρόκειται, ακόμη, για ένα πρόγραμμα που απηχεί την εμφανή αδυναμία απομάκρυνσής του από την εξυπηρέτηση βασικών νεοφιλελεύθερων στόχων και συμφερόντων.
Το ανέφικτο, όμως, αυτό και ακατάλληλο για την ελληνική οικονομία πρόγραμμα έγινε ασμένως δεκτό από την Ε.Ε. Έγινε, όμως,αλήθεια; Μα, φυσικά, όχι, και ακριβώς επειδή η Ε.Ε. συνειδητοποίησε - σε πείσμα της αποδεδειγμένης έλλειψης γνώσεών της, σχετικά με την κατάσταση των οικονομιών των κρατών-μελών της-, ότι το ελληνικό πρόγραμμα αεροβατούσε, έσπευσε να εξασφαλίσει τη συνδρομή του ΔΝΤ. Χάρη στην κατοχή της ελληνικής οικονομίας από το ΔΝΤ, το πρόγραμμα αυτό όπως άλλωστε και οποιοδήποτε άλλο, που μοιραία θα ακολουθήσει, θα καταστεί υποχρεωτικά εφικτό. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι οι κατακτητές θα προσλάβουν αποτελεσματικούς και αιμοχαρείς σωματοφύλακες, για να τους προστατεύουν σε 24ωρη βάση.
Πριν, συνεπώς, από οτιδήποτε άλλο είναι επιτακτική η ανάγκη να αντιληφθούμε σε τι συνίσταται το περιβάλλον, στο οποίο μας οδήγησαν χειροπόδαρα δεμένους οι εταίροι μας. Πρόκειται, χωρίς υπερβολή, για κρανίου τόπο. Έτσι, στη συνέχεια, θα είναι πιο εύκολο να απαλλαγούμε από πλάνες και ευρωπαϊκής υφής συναισθηματισμούς. Επιτέλους, θα μπορέσουμε να συναρμολογηθούμε.
Θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε τη ζοφερή πραγματικότητα, το ότι δηλαδή η Ε.Ε. μας απεμπόλησε! Προτίθεται βέβαια η Ε.Ε. να μας δανείσει κάποια δισεκατομμύρια, αλλά με σημαντικά υψηλότερο επιτόκιο από αυτό του ΔΝΤ, αλλά υψηλότερο και απ’ αυτό με το οποίο δανείζεται η Γερμανία. Η πολύ αξιόλογη αυτή διαφορά επιτοκίων, θα είναι αρκετή για να χρηματοδοτήσει μεγάλο τμήμα των δανειακών αναγκών της Γερμανίας, ακριβώς χάρη στη δική μας απομύζηση. Η Ε.Ε. αποδείχθηκε, δυστυχώς, ανίσχυρη να μας προστατέψει από τα αιχμηρά νύχια του ΔΝΤ, καθώς και από τις αρχηγικές γερμανικές αξιώσεις, στις οποίες και υπέκυψε.
Το τι αναμένει, τώρα τον ελληνικό λαό προκύπτει αβίαστα από τις εφιαλτικές εμπειρίες χωρών που αλώθηκαν, στο παρελθόν, από το ΔΝΤ, αλλά προκύπτει επίσης και από τον βασικό προσανατολισμό αυτού του διεθνούς οργανισμού. Το ΔΝΤ υπάρχει, κύρια και πρωταρχικά, για να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των χρεών αναπτυσσόμενων –ή σε μετάβαση- οικονομιών προς τους οφειλέτες τους. Το ΔΝΤ ουδόλως, συνεπώς, ενδιαφέρεται για το μέλλον, την ανάπτυξη και την ευημερία των κατοίκων των οικονομιών που επιτηρεί. Γι αυτό, και οι μέθοδοι που εφαρμόζει ανήκουν, πάγια, στον βαρύ οπλισμό των νεοφιλελεύθερων, και αποδίδουν αποκλειστική σημασία στη σταθερότητα και όχι στην ανάπτυξη. Η παραγωγική βάση των άμοιρων αυτών θυμάτων, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του ΔΝΤ, όχι μόνο δεν μεγεθύνεται, αλλά αντιθέτως καχεκτικοποιείται και αποστραγγίζεται στο έπακρο. Η φιλοσοφία που εφαρμόζεται είναι πολύ απλή: Μακριά από πειραματισμούς με αναπτυξιακά σχέδια και τα τοιαύτα, που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των δανειστών. Τα χρέη οφείλουν να αφαιρούνται ατόφια από τον δεδομένο εθνικό πλούτο της χώρας αμέσως και τώρα, με αναπότρεπτη συνέπεια μεγάλης έκτασης αναδιανομή, από τους εργαζόμενους προς τους τραπεζίτες. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και το τόσο έντονο ενδιαφέρον του ΔΝΤ για την ανάγκη κατεπείγουσας προώθησης των μεταρρυθμίσεων, που φυσικά αφορούν στην αγορά εργασίας. Ειδικότερα, πρόκειται για την υιοθέτηση ανώδυνων απολύσεων, ατομικών διαπραγματεύσεων στη θέση των συλλογικών και γενικά μεθόδων, που θα εξασφαλίσουν με κάθε δυνατό μέσο τη συμπίεση του εργατικού κόστους. Μια νέα και πολύ του συρμού μέθοδος, αυτής της κατηγορίας μεταρρυθμίσεων συνίσταται στην πρόσληψη εργαζομένων, επίσημα μεν, ως μερικής απασχόλησης, στην πραγματικότητα όμως ως πλήρους απασχόλησης. Χάρη στη μεθόδευση αυτή ο μισθός τους περιορίζεται περίπου στο μισό και, φυσικά, δεν διαθέτουν καμιάς μορφής ασφάλεια.
Ποιες θα είναι οι συνέπειες; Έχει προβλεφθεί για την Ελλάδα ένα σενάριο μείωσης κατά 2% του ΑΕΠ της και αύξησης της ανεργίας της. Φοβάμαι, να συγκεκριμενοποιήσω τις δικές μου σχετικές προβλέψεις, που προβάλλουν ένα εφιαλτικό σενάριο με πτώση κατά 6-8% του ΑΕΠ και αυξάνουν σε πάνω από 20% την ανεργία. Το πιο δραματικό, ωστόσο, από την εισβολή του ΔΝΤ στην οικονομία μας, θα είναι η πλήρης απονάρκωση κάθε αναπτυξιακής μας προοπτικής για τουλάχιστον 10 χρόνια από σήμερα. Στη συνέχεια, αποφεύγω να αγγίξω την ανοικτή πληγή των εθνικών μας θεμάτων, που με τις συνθήκες αυτές θα γίνει αγιάτρευτη και θα κακοφορμίσει. Δηλαδή, ολοκληρωτική καταστροφή, στη δίνη της οποίας είναι ξεκάθαρο ότι ενδιαφέρει ελάχιστα τον ελληνικό λαό το αν το ποσοστό ευθύνης γι αυτήν ανέρχεται σε 60% για τη Ν.Δ. και σε 40% για το ΠΑΣΟΚ ή αντίστροφα.
Τι θα μπορούσε να γίνει, ακόμη και τώρα, που οι ατυχέστατοι χειρισμοί μας έχουν φράξει τις σημαντικότερες και λιγότερο οδυνηρές διαπραγματευτικές μας διόδους;
Στο χείλος του γκρεμού, όπου βρισκόμαστε, και με τη βεβαιότητα ότι το πρόγραμμά μας δεν είναι εφαρμόσιμο - κάτι που ήδη καταγράφουν τα επίσημα στατιστικά δεδομένα-, οι εναλλακτικές μας δυνατότητες είναι ελάχιστες, και αυτές, αναγκαστικά, εμφανίζουν ακραίες πλευρές. Έτσι, ομολογώ ότι δεν είμαι διόλου σίγουρη για το αν δεν θα ήταν προτιμότερο, αντί να υποστούμε τα φρικτά βασανιστήρια, στα οποία θα μας υποβάλλει το ΔΝΤ, δηλώσουμε τρελοί. Κι η τρέλα μας αυτή μπορεί να πάρει τη μορφή:
*Απαίτησής μας να περιορίσουμε το έλλειμμα κάτω από 3% στο ΑΕΠ σε 7 και όχι σε 3 χρόνια.
*Στάσης πληρωμών και επαναπροσδιορισμού των χρεών μας. Είναι λύση σαφέστατα ταπεινωτική, αλλά όχι περισσότερο από ότι έχουμε ήδη υποστεί, και από ότι με βεβαιότητα μας επιφυλάσσει το μέλλον. Τουλάχιστον, στην περίπτωση αυτή ελπίζεται να εξέλθουμε γρηγορότερα από το τούνελ.
*Οικειοθελούς εξόδου μας από την ευρωζώνη, αναλύοντας βεβαίως και τους λόγους που θα μας έχουν ωθήσει στην ακραία αυτή λύση. Οι λόγοι αυτοί θα είναι δριμύ κατηγορητήριο εναντίον του διευθυντηρίου της Ε.Ε., και ίσως θα κινητοποιήσει και τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό νότο, στην απαίτησή του για την εφαρμογή μιας πολιτικής πιο ευρωπαϊκής, πιο δημοκρατικής και πιο αλληλέγγυας.
*Θα πρόσθετα, τέλος, και τη σύσταση μιας κυβέρνησης με ευρύτερη βάση της παρούσας, καθώς και την απομάκρυνση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών παραγόντων, από το εθνικό γίγνεσθαι….όμως, μια τέτοια λύση παύει να έχει περιεχόμενο για όσο χρόνο διαρκέσει η οικονομική κατοχή μας από το ΔΝΤ, εφόσον η όποιας μορφής ελληνική κυβέρνηση θα έχει, αναγκαστικά, ρόλο κομπάρσου.

Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη,

Πρ. πρύτανης και καθηγήτρια στο Παν/μιο Μακεδονίας
delimar@uom.gr
www.delivanis.com 22.04.2010