Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

ΜΙΑ ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη 17.04.2015

  ΜΙΑ ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη                                  17.04.2015
==========================================================


Έχω την αίσθηση ότι βαδίζουμε σε εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση, παρότι  διαθέτουμε όπλα που, ηθελημένα δεν τα χρησιμοποιούμε. Και πριν προχωρήσω θα επαναλάβω ότι πρόθεσή μου δεν είναι να  κάνω αντιπολίτευση, εφόσον  διακαής μου πόθος είναι η επιτυχία της Κυβέρνησης, που εκλαμβάνω  και ως επιτυχία της Ελλάδας.

Να πω ευθέως, λοιπόν, ότι συντρίβομαι, διαβάζοντας τα σχετικά άρθρα της σημερινής Καθημερινής, και όχι μόνο, σχετικά με  το πρωτογενές πλεόνασμα και με  τον απεγνωσμένο αγώνα να μαζευτούν, δεκάρα-δεκάρα, τα αργύρια της εξαθλίωσής μας,  προκειμένου να δεήσουν  οι αγαπητοί μας «εταίροι» να μας εγκρίνουν ακόμη μια  από τις ατέλειωτες «δόσεις μας» και να ανασάνουμε μέχρι την επόμενη κρίση. Πρόκειται για απελπιστική κατάσταση. Πρόκειται για μεγάλης έκτασης προσβολή. Πρόκειται για  σισύφειο έργο σε όλο του το μεγαλείο. Η Κυβέρνηση, και βέβαια όλοι εμείς σε αυτή τη χώρα,  χορεύουμε  σαν σκατζοχοιράκια με το ντέφι των δανειστών μας.

Και πριν προσπαθήσω να εκθέσω τις σκέψεις μου, για ένα σχέδιο αντίδρασης σαφώς ανορθόδοξο, αλλά που πιθανότατα θα μπορούσε να αποδειχθεί αποτελεσματικό, θα υπενθυμίσω  ορισμένες αδιανόητες, κάτω από ομαλές συνθήκες, πρωτοβουλίες, με  τις οποίες η Κυβέρνηση επιχειρεί να ικανοποιήσει τους δανειστές.
1)      Να αρχίσω με την τόσο ταλαιπωρημένη έννοια του πρωτογενούς πλεονάσματος, το οποίο για το πρώτο τέταρτο του 2015 κατέληξε σε  1.7Ε δισεκατομμύρια, έχοντας σημαντικά υπερβεί τον αρχικό στόχο που ήταν  μόνο 119Ε εκατομμύρια. Να πανηγυρίσουμε; Μα, φυσικά, όχι, γιατί αυτό το πρωτογενές πλεόνασμα προήλθε από  υψηλής τάσης υφεσιακά μέτρα, όπως η περικοπή των ήδη αναιμικών δημόσιων επενδύσεων κατά 178Ε εκατομμύρια και η μη πληρωμή χρεών προς τρίτους. Ο κίνδυνος ακόμη πιο θανατηφόρας  ύφεσης, και ακόμη πιο επικίνδυνου αντιπληθωρισμού είναι προ των πυλών. Ήδη, το ΑΕΠ υποχώρησε  ακόμη μια μονάδα! ΠΟΥ ΠΑΜΕ, λοιπόν; Περί τίνος θέματος ακριβώς, συζητάμε με τους δανειστές, χάνοντας ατέλειωτες ώρες σε  ανούσιες διαπραγματεύσεις,  για  ανυποχώρητες «κόκκινες γραμμές», ενόσω εμείς οι ίδιοι στραγγαλίζουμε με αφόρητο τρόπο την οικονομία; Αλλά, όπως ήταν βεβαιότατα αναμενόμενο,  το ύψος των φορολογικών εσόδων  εμφανίζεται απογοητευτικό. Συγκεκριμένα, και ενώ για το πρώτο τρίμηνο η Κυβέρνηση ανέμενε από φόρους 10Ε δισεκατομμύρια, μπόρεσε να εξασφαλίσει  μόνο 9.3Ε δισεκατομμύρια. Και διερωτάται εύλογα κανείς,  ποιοι εξυπηρετούνται τελικά από τέτοια αξιοθρήνητα  μέτρα πανικού και  άκρας αναποτελεσματικότητας;;; Οπωσδήποτε όχι η Ελλάδα, αλλά όμως ούτε και οι δανειστές. Ικανοποιούνται, ωστόσο, όλοι όσοι, από τις βαθιές πολυθρόνες  εξουσίας  της υφηλίου, τολμούν να μας πετούν κατάμουτρα ότι «είμαστε ανίκανοι», ότι δεν «κάνουμε τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται», και που μας απειλούν  ότι «θα βρεθούμε εκτός ευρωζώνης».
2)      Υπάρχει και συνέχεια…... Γίνονται σκέψεις για….κατάσχεση των καταθέσεων των φορέων του Δημοσίου στην ΤΕ, προκειμένου να μη μείνουν χωρίς τη δόση τους οι δανειστές. ΚΑΙ ΑΝ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ;; Ποια, ακριβώς, είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια πραγματική χρεοκοπία, που την έχουμε από την αρχή της κρίσης χρέους, και σε μια επίσημη;
Εξυπακούεται ότι πρόθεσή μου δεν είναι να κατηγορήσω τον αρμόδιο  υπουργό, που όχι μόνο είναι αγαπητός  φίλος, αλλά  και αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη.  Προφανές είναι ότι  έχει πάρει εντολή «να βρει τα χρήματα, με οποιονδήποτε τρόπο». Και ο λόγος που αναφέρομαι στη ζοφερή αυτή κατάσταση είναι για να προβληματιστούμε για το «που πάμε» και να αλλάξουμε ρότα.

Αυτά και παρόμοια με  αυτά ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ δεν είναι, φυσικά, λύσεις στο ελληνικό πρόβλημα. Αντιθέτως, αποτελούν αδιάσειστες μαρτυρίες της αμηχανίας μας, αλλά ταυτόχρονα και της έμμεσης αποδοχής μας να υποκύπτουμε, χωρίς να προβάλουμε δικό μας πρόγραμμα, στις πιο παράλογες και στις πιο υποτιμητικές απαιτήσεις των δανειστών.  Οι δανειστές, δεν υποχωρούν ούτε βήμα….εκλαμβάνουν σίγουρο ότι θα υποχωρήσουμε, εμείς, σε όλα. Δείχνουν να μη φοβούνται, ή ακόμη και  να εύχονται ένα GREXIT, παρότι πληθώρα έγκριτων οικονομολόγων κάνουν λόγο για κίνδυνο διάλυσης της ΕΕ. Η ανένδοτη αυτή στάση τους επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες. Η πρώτη είναι αυτή της υποταγής, για τις επόμενες δεκαετίες. «Ελλάδα, δεν είσαι τίποτε…σε πατώ σαν σκουλήκι» μηνύει με όλους του τρόπους η συμπεριφορά του κυρίου Schauble. «Θα κάνεις ότι σε διατάζω». Η πλευρά αυτή του ελληνικού προβλήματος είναι η «αποικία χρέους». Η δεύτερη ερμηνεία είναι του παραδειγματισμού στις λοιπές ευρωπαϊκές οικονομίες του Νότου, για να συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο της τυχόν ανυπακοής στους Ευρωπαίους αυτοκράτορες. Πρόκειται για το ρόλο πειραματόζωου της Ελλάδας. Υπάρχει, ακόμη, και  η καθαρά ωφελιμιστική πλευρά, που επιδιώκει γρήγορα αποτελέσματα από το ξεπούλημα της ελληνικής περιουσίας: η πλευρά της απομύζησης της χώρας.
Και  από την άλλη πλευρά εμείς, για πολλοστή φορά, εκλιπαρούμε με όλα τα μέσα, που πια ξεπερνούν την πιο ξέφρενη φαντασία,  «τη δόση μας», αυτήν που θα προστεθεί στο ήδη δυσθεώρητο χρέος μας, χωρίς αυτό να προσθέτει οτιδήποτε στην ελληνική οικονομία. 

Η κριτική διαπίστωση είναι, σχετικά, εύκολη. Το δύσκολο είναι να απαντήσουμε στο πως θα μπορούσαμε και πως θα έπρεπε να αντιδράσουμε σε αυτή την ανθρωπιστική καταιγίδα, εναντίον της Ελλάδας.  Μπορεί να είναι ήδη αργά για την υλοποίηση των  ανορθόδοξων προτάσεών μου. Μπορεί και, χωρίς συζήτηση, να απορριφθούν ως απραγματοποίητες. Τι χάνουμε όμως να τις σκεφθούμε τώρα που βρισκόμαστε σε αδιέξοδο;  Τις ρίχνω λοιπόν στην αγκαλιά του Διαδικτύου:
1. Στάση εξωτερικών πληρωμών που είναι, ή ούτως ή άλλως, αναπόφευκτη, αν όχι τώρα, την προσεχή φορά (το προτείνω από το 2010, οπότε η επιτυχία θα ήταν πιθανότερη).
2. Παρουσίαση, με συντομία, αλλά κατά το δυνατόν και με αριθμούς,  σε μικρό βιβλιαράκι, με μετάφραση σε όλες τις ευρωπαϊκές, και όχι μόνο, γλώσσες:
* Το πως δημιουργήθηκε το ελληνικό δημόσιο χρέος (ετοιμάζεται από την πρόεδρο της Βουλής και οπωσδήποτε υπάρχουν σχετικές και αρκούντως  αποκαλυπτικές μελέτες)
* Ποια είναι τα εγκληματικά αποτελέσματα της εφαρμογής των μνημονίων
* Γιατί ισχύουν οι  απαιτήσεις μας για τις πολεμικές αποζημιώσεις
* Σε τι ανέρχονται τα ποσά που πληρώθηκαν ως επιτόκια  και υπερβαίνουν το χρέος, και γενικά η απεχθής και επονείδιστη  φυσιογνωμία του χρέους
*Σε τι συνίστανται οι συνεχώς επαναλαμβανόμενες  απαιτήσεις των δανειστών, που τις βαφτίζουν ως δήθεν «μεταρρυθμίσεις»
και ότι  άλλο σχετικό κριθεί σκόπιμο να προστεθεί.

Το βιβλιαράκι, σε εκατομμύρια αντίτυπα, με τίτλο ας πούμε SOS, «Η εν ψυχρω δολοφονία της Ελλάδας» (ενδεικτικός τίτλος που είναι  και  ο τίτλος του τελευταίου μου βιβλίου από τον ΙΑΝΟ, που κυκλοφορεί επίσης στη Γαλλία, σε γαλλική μετάφραση από τις εκδόσεις LHarmattan) να αποσταλεί παντού, και να διατίθεται παντού στο εξωτερικό: σε αεροδρόμια, δημόσιους χώρους κλπ και να προσφέρεται δωρεάν. Να έχει αναρτηθεί και στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, σε καθημερινή βάση, να δίνονται συνεντεύξεις, που να μιλούν για σχεδόν γενοκτονία, να γράφονται άρθρα, και να υπάρχει μόνιμη αίτηση  για παγκόσμια   συμπαράσταση. Και στο μεταξύ, να μη μας πανικοβάλλει το GREXIT, φθάνει να υπάρχει σοβαρή μελέτη για αυτή τη μετάβαση.

3. Με βάση τα παραπάνω να απευθύνουμε, μέσω του Διαδικτύου, έκκληση προς τους λαούς και όχι προς τις Κυβερνήσεις, να πάρουν θέση (ως είδος παγκόσμιου δημοψηφίσματος) για την τύχη της Ελλάδας. Να αναγγέλλεται, συνεχώς, και με ανάλογα σχόλια, ο αριθμός των θετικών απαντήσεων.

Αν απορρίψουμε μια τέτοιας μορφής λύση, είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσουμε ποια είναι η εναλλακτική λύση στην παραπάνω αυτή πρόταση. Είναι, το να συνεχίσουμε να εκλιπαρούμε τους «θεσμούς» για δόση….να δείχνουμε δύσκολοι με «κόκκινες γραμμές» και στη συνέχεια να υιοθετούμε «καραμπινάτα» υφεσιακά μέτρα, τα οποία θα μειώνουν, σε συνεχή βάση, το ΑΕΠ και αναγκαστικά θα ανέρχεται η ανεργία, θα καταποντίζονται μισθοί και συντάξεις, θα ξεπουλιέται το σύνολο της δημόσιας περιουσίας και θα μας προσβάλλουν συνεχώς ο κ. Schauble και οι ομοϊδεάτες του. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΛΛΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ.

















ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη 04.10.2014

ΑΝΑΡΤΩ, ΞΑΝΑ, ΣΗΜΕΡΑ (17.04.2015) ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΜΟΥ ΤΗΣ 04.10.2014, ΚΑΘΩΣ ΤΟ ΝΕΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟ ΚΑΘΙΣΤΑ, ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΠΙΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ
ΜΝΔ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη                     04.10.2014
(Πρ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας-Πρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη)



Το  οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αναμφίβολα, ενδιαφέρει άμεσα το σύνολο των Ελλήνων. Διότι, ακόμη  και όσοι ανάμεσά μας εθελοτυφλούν, όσοι επιμένουν να δαιμονοποιούν τον ΣΥΡΙΖΑ, και εξακολουθούν να δηλώνουν με αφοπλιστική αφέλεια ότι «μπορεί και να αποφευχθεί η έλευσή του», θα είχαν ασφαλέστατα πειστεί για το αντίθετο, αν προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την άκαμπτη αδιαλλαξία της Τρόικας, στην πρόσφατη επίσκεψή της, στην Ελλάδα. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για αλάνθαστο βαρόμετρο των επικείμενων ριζικών πολιτικών αλλαγών, που ερμηνεύονται  με την κυνική πεποίθηση των Τροικανών, αλλά φυσικά και των αφεντικών τους, ότι δεν υπάρχει λόγος υποχωρήσεων και ευγενικής συμπεριφοράς, προς την απερχόμενη κυβέρνηση, της οποίας έληξε η αποστολή.

 Κάτω από το πρίσμα αυτό δεν έχει  νόημα η όποιας μορφής αντιπολιτευτική διάθεση, σχετικά με το οικονομικό πρόγραμμα του Σύριζα. Αντιθέτως, στην οικτρή  κατάσταση που βρίσκεται η χώρα, θα έπρεπε  σύσσωμοι οι Έλληνες να το συνοδεύουν με  ειλικρινείς ευχές για επιτυχία, εφόσον είναι σαφές ότι  πρόκειται  για   την τελευταία ελπίδα επιβίωσης της Ελλάδας.

Με τις παραπάνω αυτές σκέψεις, θα προχωρήσω σε γενικής, και ειδικότερης μορφής παρατηρήσεις αυτού του προγράμματος. Καταρχήν πιστεύω ότι θα ήταν απείρως προτιμότερο το πόνημα αυτό να ήταν συντομότερο, και  όχι βεβαρημένο  με 365 σελίδες, οι οποίες  επιπλέον περιλαμβάνουν ατελεύτητες λεπτομέρειες, περί παντός του επιστητού. Λεπτομέρειες  που  ασφαλώς δεν είναι του παρόντος. Λεπτομέρειες  με άγνωστη  προς το παρόν έκβαση, εφόσον δυστυχώς  το κατεπείγον αυτή τη στιγμή είναι να σταματήσει ο κατήφορος προς την άβυσσο. Ακόμη, θα ήταν σοφότερο, κατά την κρίση μου, αν οι συντάκτες του είχαν αποφύγει    τις εκτεταμένες θεωρητικές, και ας μου επιτραπεί να προσθέσω, συχνά  αμφίβολης επάρκειας αναλύσεις και αν  είχαν αυστηρά περιοριστεί στον εκρηκτικό πυρήνα του ελληνικού προβλήματος, που είναι το πλήρες  αδιέξοδο, αν εξακολουθήσουμε να παραμένουμε στο  ανθυγιεινό μνημονιακό περιβάλλον.

Θα αποφύγω, συνεπώς εδώ, να σχολιάσω τους επί μέρους πολυπληθείς  και εν πολλοίς διεσπαρμένους στόχους του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, και διότι αυτοί θα έχουν υπόσταση μόνο εφόσον μπορέσει τελικά να σωθεί η Ελλάδα, αλλά και διότι  στην ολότητά τους, θεωρώ ότι είναι προς την ορθή κατεύθυνση. Δηλαδή, η υλοποίηση αυτών των στόχων, αν και όταν πραγματοποιηθεί,  υπόσχεται να γιατρέψει, σταδιακά, τις πληγές της ρημαγμένης ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και να την επαναφέρει σε συνθήκες ανεκτού καπιταλισμού με σχετικά ανθρώπινο πρόσωπο- ασφαλώς, όχι  σε συνθήκες σοσιαλισμού, παρότι αυτό υποστηρίζεται στο πρόγραμμα. Ουδείς, συνεπώς, σοβαρός και αντικειμενικός πολίτης αυτής της χώρας θα μπορούσε, καταρχήν, να διαφωνήσει με τους θεωρητικούς, προς το παρόν, αυτούς στόχους.

 Η κριτική, συνεπώς, του προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να  αναφέρεται,  στην επιλογή των στόχων, αλλά φευ στη δυνατότητα υλοποίησής τους. Δυστυχώς, ο αντικειμενικός  αναγνώστης έχει σχεδόν από τις πρώτες σελίδες του προγράμματος, την πικρή αίσθηση ότι πρόκειται για εκτεταμένο ευχολόγιο και όχι για πρόγραμμα με σοβαρές πιθανότητες εφαρμογής. Ακόμη χειρότερα, και ειδικότερα αν ληφθούν υπόψη οι νέες αδυσώπητες, για την Ελλάδα, εξελίξεις –παρότι λογικά ήταν αναμενόμενες- ο αναγνώστης καλοπροαίρετα αναρωτιέται σε τι θα διαφέρουν οι εξελίξεις επί ΣΥΡΙΖΑ, σε σχέση με πριν από αυτόν. Σπεύδω να δηλώσω ότι ουδόλως, παραβλέπω τη δυνατότητα κάποιων βελτιώσεων, που είναι σημαντικές, όπως μεταξύ άλλων την επαναφορά του κατώτατου μισθού και των συντάξεων, σε προηγούμενα και πιο ανθρώπινα επίπεδα. Ωστόσο, θεωρώ ότι το βασικό πρόβλημα επιβίωσης της Ελλάδας δεν λύεται με αυτές, τις έστω πολύ σημαντικές παρεμβάσεις, που όμως είναι συγκυριακές – χωρίς και αυτών η υλοποίηση να είναι εξασφαλισμένη- αν δεν διανοίξει διάπλατα η λεωφόρος προς την ανάπτυξη. Εξυπακούεται ότι αναφέρομαι σε ρυθμούς  ανάπτυξης, που δεν αρχίζουν με μηδέν, αναφέρομαι  σε  ανάπτυξη ταχεία που να είναι σε θέση να επαναφέρει σε λίγες μόνο δεκαετίες την ελληνική οικονομία στο επίπεδο του 2009, σε ανάπτυξη συνεχή, που να  τροφοδοτείται  με μεθόδους, οι οποίες οδήγησαν στο παρελθόν τις σύγχρονες προηγμένες οικονομίες σε ταχύρρυθμη πρόοδο.  Ως μακροοικονομολόγος, γνωρίζω  φυσικά, και τα όρια και τους κινδύνους μιας τέτοιας πρότασης, ώστε να μη χρειάζεται η συνήθης υπενθύμιση ότι «τώρα, τα πράγματα διαφέρουν επειδή έχουμε παγκοσμιοποίηση».

Το σοβαρότατο σφάλμα,   αυτού του προγράμματος, κατά την άποψή μου πάντοτε, είναι το χλωμό και απαράδεκτα συντηρητικό και  φοβικό περιεχόμενό του, ορθώνοντας, έτσι, αυτό το ίδιο, ηθελημένα, απαγορευτικές   κόκκινες γραμμές στις δυνατότητες δράσης του. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να είναι εκ των προτέρων αναποτελεσματικό, ενόψει της αβυσσαλέας  έκτασης των ελληνικών προβλημάτων, που απαιτούν λύση μέσα από αυτό. Συγκεκριμένα, παρότι η πιθανότητα ρήξης με τους δανειστές θα έπρεπε να προβάλλεται, αποφασιστικά, σε κάθε σελίδα του, το πρόγραμμα αντιθέτως καταθέτει ουσιαστικά αυτό  το δραστικό  όπλο, που έχει στην κατοχή του, δηλώνοντας  ότι  «η όποια λύση βρίσκεται εντός της ΕΕ και του ευρώ».

Η δήλωση αυτή είναι, πράγματι, ανώδυνη και βολική για τους δανειστές. Καθησυχάζει τους εταίρους μας,  απομακρύνοντας τους   από τον πανικό, που βίωσαν στις   Κάννες, με μόνη τη σκέψη μιας  πιθανής προσφυγής των Ελλήνων σε δημοψήφισμα, με το ερώτημα «μέσα ή έξω από την Ευρωζώνη». Εξάλλου,  αποδαιμονοποιεί  και τον ΣΥΡΙΖΑ, στην κρίση των δανειστών, που τον αποδέχονται ήδη, χωρίς φόβο,  εφόσον ουσιαστικά τους υπόσχεται ελάχιστες αλλαγές.

Ας δούμε, λοιπόν, μέσα από το ογκώδες αυτό πρόγραμμα, τι λύσεις προτείνονται και για ποιους λόγους αυτές είναι ανέφικτες.

Ι. Φρούδες ελπίδες επιτυχούς διαπραγμάτευσης

Το βασικό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ είναι η «σκληρή» διαπραγμάτευση του χρέους, με απώτερο στόχο τη διαγραφή του σημαντικότερου τμήματός του. Στο σημείο αυτό, αν και προς το παρόν μόνον ως πρόθεση, έρχεται σε αντίθεση με όλες τις  ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων τεσσάρων κρίσιμων ετών. Γιατί, αυτές, όπως είναι γνωστό, δεν  είχαν εντάξει την όποια διαπραγμάτευση του χρέους, στη στρατηγική τους. Αντιθέτως,  δέχονταν χωρίς συζήτηση και αδιαμαρτύρητα  να υπογράφουν τη μία μετά την άλλη τις καταδίκες της χώρας. Η μοναδική τους έννοια  ήταν  μη τυχόν δυσαρεστήσουν την Τρόικα, και πώς να εκτελέσουν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο όλα όσα  σκότωναν και εξευτέλιζαν στο έπακρον   την Ελλάδα. Με αιχμή του δόρατος, πρώτον  τις «μεταρρυθμίσεις» οι οποίες έσυραν βίαια  την Ελλάδα πίσω στα 1980, και δεύτερον το χωρίς οίκτο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας-ολόκληρης της Ελλάδας.  Είναι, επομένως, απολύτως δικαιολογημένη η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ, που εμμένει στην ανάγκη διαπραγμάτευσης με τους δανειστές. Δεν είναι, όμως,  δυστυχώς βάσιμη η ελπίδα του ότι μέσω των όποιων διαπραγματεύσεων θα λυθεί το αδιέξοδο του μη βιώσιμου ελληνικού χρέους. Και ας δούμε γιατί.

Αποτελεσματικές διαπραγματεύσεις, δηλαδή διαπραγματεύσεις που θα έσωζαν την Ελλάδα από την καταστροφή, θα απαιτούσαν πάνω από όλα την άρση αυτής της  στραγγαλιστικής και διαρκούς  λιτότητας, την οποία  επιβάλλει σε ολόκληρη την Ευρώπη η κυρία Μέρκελ, ακόμη και τώρα που η απειλητική δαμόκλεια σπάθη του αντιπληθωρισμού, είναι προ των πυλών.  Το τέρας αυτό του αντιπληθωρισμού, απείρως καταστρεπτικότερο του πληθωρισμού, όταν εμφανίζεται, ριζώνει για τα καλά και  αποτελειώνει τα θύματά του. Η Ευρώπη, με τη Γαλλία στις επάλξεις και συνοδευόμενη από την Ιταλία και την Ισπανία- για την Ελλάδα δεν μπορεί φυσικά να γίνει λόγος αφού δέχεται  πειθήνια τη μοίρα της-  συνειδητοποιεί, ήδη, τον κίνδυνο που την απειλεί και προσπαθεί να αντιδράσει, έχοντας την  δειλή υποστήριξη και ορισμένων  αξιωματούχων της ΕΕ. Ωστόσο, η κυρία Μέρκελ,  παραμένει ανένδοτη και ανυποχώρητη. Και όχι, απλώς, υπερασπίζεται την καταστρεπτική αυτή συρρικνωτική μακροοικονομική πολιτική, αλλά επιπλέον-όπως πρόσφατα αποκάλυψαν οιFinancial Times- η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να υιοθετήσει ακόμη πιο  αυστηρή  ερμηνεία  των κανόνων, που διέπουν τον προϋπολογισμό.  

Στο σημείο αυτό κρίνω απαραίτητο να υπενθυμίσω ότι παράλληλα με την εμμονή των Γερμανών για τη διαιώνιση αυτής της καταστρεπτικής ευρωπαϊκής μακροοικονομικής πολιτικής, που αντικατοπτρίζει την υιοθέτηση της  πιο ακραίας νεοφιλελεύθερης θεώρησης, υπάρχει και μια  λεπτομέρεια καταλυτικής σημασίας  που, συχνά, λησμονείται.  Ότι, δηλαδή, το ευρώ, επειδή δημιουργήθηκε πρόωρα και προφανώς  χωρίς να έχει προηγηθεί σοβαρή μελέτη,  αδυνατεί να λειτουργήσει σε περιβάλλον, που δεν του εξασφαλίζει συνθήκες  αυστηρής νομισματικής σταθερότητας. Ακριβώς, η έλλειψη  εθνικού κράτους το οποίο να το ρυθμίζει,  καθιστά  το ευρώ ουδέτερο νόμισμα, δηλαδή νόμισμα ανίκανο να προκαλέσει πληθωρισμό και αντιπληθωρισμό. Ωστόσο,  οι διάφορες  συνθήκες που ρυθμίζουν τον τρόπο λειτουργίας του, αρκέστηκαν να το θωρακίσουν αποκλειστικά και μόνο  εναντίον του πληθωρισμού, αλλά όχι και εναντίον της ύφεσης και του αντιπληθωρισμού. Είναι, συνεπώς,  ξεκάθαρο ότι η τυχόν άρση της πολιτικής λιτότητας στην Ευρώπη ισοδυναμεί με την αδυναμία επιβίωσης του ευρώ. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό το αδιέξοδο γίνονται πολλές συζητήσεις για την ανάγκη ριζικού επανασχεδιασμού του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, παρότι δεν έχουν, προς το παρόν, εξευρεθεί εκείνες οι παράμετροι που θα το καθιστούσαν κανονικό νόμισμα.

Η δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει η Ευρώπη, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, που αυξάνουν άφοβα την ποσότητα κυκλοφορίας του νομίσματός τους,  και έχουν ήδη εισέλθει σε ικανοποιητική τροχιά ανάπτυξης, ενθαρρύνει ελπίδες είτε γενικευμένης εγκατάλειψης του ευρώ και επιστροφής  στα εθνικά νομίσματα των επί μέρους οικονομιών-μελών της Ευρωζώνης, είτε  ριζικής αναθεώρησης των πυλώνων του. Δεν είναι, όμως, λογικό να υποτεθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επενδύει το πρόγραμμά του σε μια τέτοια προοπτική, που εκτός του ότι είναι αβέβαιη, δεν είναι επιπλέον εξέλιξη που  προβλέπεται  για την επαύριον. Αντιθέτως, όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι  ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να τρέφει την ουτοπία  ότι οι αντιδράσεις του θα εισακουστούν από τους δανειστές. Και το εύλογο ερώτημα   είναι,  από που  και πως δικαιολογείται  να αντλεί ο ΣΥΡΙΖΑ αυτής της μορφής την αισιοδοξία, ενόσω  ακόμη και η Γαλλία, η στενότερη συνεργάτης της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή υπόθεση, αντιμετωπίστηκε με απόλυτη ψυχρότητα από την κυρία Μέρκελ, όταν της ανήγγειλε ότι αδυνατεί να περιορίσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού της πριν από το 2017. Ειδικά τώρα πια που δεν απειλείται το ευρώ, από τυχόν αποχώρηση της Ελλάδας,  δεδομένου ότι  και η διάδοχος πολιτική κατάσταση δήλωσε ανενδοίαστα ότι «θα παραμείνει στην Ευρωζώνη»,  εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί οι εταίροι  θα της έκαναν τη χάρη να μετριάσουν τα μαρτύριά της; Έχουν ποτέ  δείξει  οι δανειστές μας, στα τέσσερα αυτά δραματικά χρόνια, ότι νοιάζονται για την τύχη μας;

ΙΙ. Και το αδιέξοδο παραμένει

Χωρίς την είσοδο στο προσκήνιο, μιας ρήξης, που πιθανότατα θα ήταν αποτελεσματική και στο στάδιο της απλής απειλής, λυπάμαι να διαπιστώσω ότι η προσφορά  επίλυσης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, στο ελληνικό δράμα, θα είναι οριακή. Να υπενθυμίσω, σύντομα, το γιατί.

Η πρωταρχική επιδίωξη της Ελλάδας, για την αμέσως επόμενη περίοδο, πρέπει να είναι η, με νύχια και δόντια, ανάπτυξη. Και εννοώ, βέβαια, ανάπτυξη της μορφής  που δεν χωρά στις  ολοένα συχνότερες «θριαμβευτικές» κυβερνητικές εξαγγελίες, και που ουδεμία σχέση έχει με ρυθμούς που αρχίζουν με το μηδέν. Αντιθέτως, αναφέρομαι σε ρωμαλέα ανάπτυξη, που τρέχει με ρυθμούς 4-6%, ετησίως, που θα διατηρηθούν για μακρό χρονικό διάστημα,  και τουλάχιστον μέχρις ότου απορροφηθεί η ανεργία του 28%, συνολικά, και του περίπου 60% στους νέους. Μια τέτοια ανάπτυξη απαιτεί μαζικές επενδύσεις- αρχικά δημόσιες, μέχρις ότου αναζωογονηθούν και οι ιδιωτικές- της τάξης του 8-10% του ΑΕΠ- δηλαδή γύρω στα 17-19 δισεκατομμύρια το χρόνο. Οι προοπτικές, όμως, για την ελληνική οικονομία είναι ζοφερές, παρότι, μοιραία θα παρατηρηθεί επιβράδυνση της μείωσης του ΑΕΠ και της ανεργίας τα αμέσως προσεχή χρόνια, που  φυσικά ουδόλως σημαίνει και έξοδο από την κρίση. Το απαιτούμενο αυτό  ποσό  απέχει πολύ από τα 11,5 δις ευρώ που προβλέπει το Σχέδιο Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά  και το ποσό αυτό δεν είναι διόλου σαφές  από πού,  αν και με τι τρόπους θα εξασφαλιστεί. Η πολύ δυσάρεστη αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης του ανά χείρας προγράμματος είναι ότι τα  απαραίτητα κονδύλια ανάπτυξης θα εξακολουθήσουν να αναζητούνται, μέσα στο ασφυκτικά κλειστό μνημονιακό κύκλωμα, αν δεν έχει στο μεταξύ επέλθει  ρήξη.  Και να παρατηρήσω, παρενθετικά, ότι το κύκλωμα αυτό, ουδόλως προβλέπεται να μεταβληθεί. Πράγματι, οι  σχετικές κυβερνητικές εξαγγελίες για το δήθεν  «τέλος των μνημονίων» είναι, εντελώς, αβάσιμες. Αβάσιμες, και αναφορικά με τις προσδοκίες  για τη δυνατότητα εξασφάλισης των απαραιτήτων κονδυλίων από τις αγορές, που  διαψεύστηκαν με αστραπιαία ταχύτητα: Πρώτον, εξαιτίας της σημαντικής αύξησης των spreads που αμέσως ακολούθησε, και δεύτερον εξαιτίας της ακόλουθης δήλωσης του διοικητή της ΕΚΤ Mario Dragui (02.10.2014): « Οι οικονομίες με χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα θα μπορούν να κάνουν δεκτά τα ομόλογά τους μόνο τηρώντας  πρόγραμμα που θα ορίζει τη διενέργεια  οικονομικών ελέγχων. Οι έλεγχοι αυτοί θα δημιουργήσουν πιθανότατα προβλήματα στα ελληνικά πολιτικά κόμματα».  Η δήλωση αυτή θα δυσχεράνει  ακόμη περισσότερο την προσφυγή της Ελλάδας στις αγορές, με επιτόκιο χαμηλότερο από αυτό με το οποίο δανείζεται από το ΔΝΤ. Τελικά,  το πώς βαπτίζεται ένα μέτρο  έχει ελάχιστη σημασία, αν το ίδιο  αυτό μέτρο συνεχίζεται με διαφορετική ετικέτα. Και, ακριβώς, αυτό συμβαίνει με τα μνημόνια και τους διαδόχους τους. Τα μνημόνια, απλώς, συνεχίζονται ….

Στη συνέχεια, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά, ανάμεσα και σε άλλα,  ότι θα κατορθώσει να συλλέξει 6 δις. ευρώ από την πάταξη της φοροδιαφυγής. Το ποσό αυτό υπάρχει, ασφαλώς, στους κόλπους της τεραστίων  διαστάσεων ελληνικής φοροδιαφυγής, και μάλιστα σύμφωνα με εκτιμήσεις  είναι πολύ ανώτερο. Αλλά, όμως, η βεβαιότητα των συντακτών του προγράμματος, ότι θα κατορθώσουν να τα συγκεντρώσουν- και μάλιστα  αρκετά γρήγορα, γιατί διαφορετικά η υλοποίηση του προγράμματος δεν θα είναι εφικτή- είναι δύσκολο να  υποστηριχθεί. Και τούτο διότι, όπως είναι γνωστό,  ανάλογες φιλότιμες προσπάθειες έγιναν πολυάριθμες φορές στο παρελθόν, αλλά όλες  απέβησαν άκαρπες,  χωρίς  και να μπορεί να υποστηριχθεί ότι απουσίαζε, πάντοτε, από αυτές η σχετική πολιτική βούληση. Αν, συνεπώς, επιβαρυνθεί με επιπλέον 6 δισεκατομμύρια φόρους  η μεσαία ελληνική τάξη, που ήδη έχει ανεπανόρθωτα αποδεκατιστεί και απομυζηθεί, η  ανάπτυξη θα γίνει άπιαστο όνειρο.  Αλλά, και οι  πηγές χρηματοδότησης του  ΤΧΣ  και του ΕΣΠΑ, εκτός του ότι προβλέπονται ανεπαρκέστατες δεν είναι και διόλου σίγουρο ότι  θα αποδώσουν τα αναμενόμενα από τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελέσματα.

Εξάλλου, το χρέος της Ελλάδας, που ανέρχεται σε 176% στο ΑΕΠ της παραμένει, βεβαίως μη βιώσιμο, αν και ακούστηκαν τελευταίως κάποιες φωνές, που χωρίς να δικαιολογήσουν το πώς, αποδέχθηκαν  ωστόσο ξαφνικά τη βιωσιμότητά του. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τις αβάσιμες αυτές δηλώσεις. Θα στραφώ, αντιθέτως,  προς το πρωτογενές πλεόνασμα, που αν ή και όταν περάσει από το χώρο του φανταστικού στον  πραγματικό θα μπορούσε, θεωρητικά,  να συμβάλλει στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, καθώς αυτό καθεαυτό ισοδυναμεί με  εν δυνάμει ανάπτυξη. Ωστόσο, το πρωτογενές ελληνικό πλεόνασμα των προσεχών ετών έχει ήδη προσφερθεί, με τις υπογραφές των κυβερνώντων,  στους δανειστές. Πριν ακόμη το ατενίσουμε, έπαψε να  ανήκει στην Ελλάδα, και συνεπώς δεν μπορεί να διατεθεί για την ανάπτυξή της.  Εκτός του   πρωτογενούς  πλεονάσματος, που δημιουργείται με την  πτώχεια του πάνω από το ήμισυ του ελληνικού πληθυσμού, με  βρέφη που δολοφονούνται πριν γεννηθούν και με ανερχόμενο αριθμό αυτοχείρων,  η Ελλάδα οφείλει να καταβάλλει ετησίως, για τόκους, 8 δις. ευρώ στους δανειστές της.  

Με τις συνθήκες αυτές της  ελληνικής πραγματικότητας, όλες οι  αναπτυξιακές  προσδοκίες της επόμενης ημέρας  έχουν ήδη πνιγεί. Η Ελλάδα ματώνει για χάρη των δανειστών της, που ουδόλως ενδιαφέρονται να της εξασφαλίσουν και ανάπτυξη. Αλλά χωρίς ανάπτυξη το χρέος, όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο- όσους κατά καιρούς κράχτες  και αν εξασφαλίζει η δήθεν βιωσιμότητά του-, αλλά αντιθέτως και εφόσον η πτώση του ΑΕΠ σε απόλυτους αριθμούς συνεχιστεί, έστω και με μειωμένους ρυθμούς,- που είναι και το πιθανότερο- το χρέος θα γίνεται συνεχώς λιγότερο βιώσιμο, και η υλοποίηση του πρωτογενούς πλεονάσματος ολοένα πιο δύσκολη και βουτηγμένη στο αίμα.

ΙΙΙ. Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση;

Λυπάμαι διαπιστώνοντας ότι είναι απογοητευτικός ο συντηρητισμός  του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, που ναι μεν αναφέρεται στην πιθανότητα ρήξης με τους δανειστές, αλλά  φαίνεται να την εννοεί με ταυτόχρονη και υποχρεωτική «παραμονή στην Ευρωζώνη». Τι είδους, λοιπόν, ρήξη θα είναι αυτή, και σε τι ακριβώς θα διαφέρει, σε επίπεδο  αποτελεσμάτων, από τις  κατά  καιρούς  κυβερνητικές εξαγγελίες ότι «έδιναν μάχες», ότι «έδιωχναν την Τρόικα» και άλλα τινά;

Δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι οι σοβαροί οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ- γιατί, ασφαλώς διαθέτει και τέτοιους- αδυνατούν να αντιληφθούν το αδιέξοδο του προγράμματός τους, χωρίς μια πραγματική ΡΗΞΗ. Μια ρήξη, χωρίς φοβικά σύνδρομα, που να διαμηνύει  με πειστικό τρόπο ότι   οι εταίροι μας οφείλουν, επιτέλους, να  αναγνωρίσουν  τις ευθύνες τους επειδή  μας μεταχειρίστηκαν ως πειραματόζωο, επιβάλλοντάς μας ένα πρωτόγνωρο πρόγραμμα,- αυτό της εσωτερικής υποτίμησης-, προκειμένου να αποδειχθούν   ορθές οι πάγια αποτυχημένες  φανατικές νεοφιλελεύθερες δοξασίες, και  οδηγώντας μας σε ολοκληρωτική καταστροφή. Αυτό,  περίπου   δήλωσε στις αρχές του χρόνου και ο επικεφαλής του ΔΝΤ Olivier Blanchard και όχι μόνο. Η  αποκατάσταση των  συνεπειών αυτών των εγκληματικών  ενεργειών  είναι, φυσικά, αδύνατη εκ των υστέρων. Το ελάχιστο που μπορεί να γίνει, τώρα πια.  είναι να   μας επιτραπεί  να αποπληρώσουμε αυτό το τεράστιο χρέος-  το οποίο εμφανώς γιγαντώθηκε εξαιτίας του εσφαλμένου προγράμματος της δήθεν διάσωσής μας- μέσω ανάπτυξης και όχι  μέσω στραγγαλισμού  των δυνατοτήτων της οικονομίας μας.

Χρειάζεται, πράγματι,  μεγάλη δόση αφέλειας, αλλά και άγνοιας των βασικών νόμων της ανάπτυξης, αλλά και άγνοιας της οικονομικής ιστορίας, σχετικά με τον τρόπο  ανάπτυξης όλων σχεδόν των προηγμένων, τώρα, οικονομιών, για    να υποστηρίξει κανείς ότι η παντελώς καταστραμμένη Ελλάδα θα μπορέσει να αναπτυχθεί, με τις σταγόνες ρευστότητας που της εξασφαλίζει η Ευρωζώνη. Οι σταγόνες αυτές, όπως αποδεικνύει η ύφεση των οικονομιών-μελών της Ευρωζώνης, που ήδη αποπνέει και αντιπληθωριστικό άρωμα, δεν επαρκούν , ούτε για την εξασφάλιση αναιμικής μεγέθυνσης των ήδη αναπτυγμένων οικονομιών. Πως, λοιπόν, να αρκέσουν για την ανασυγκρότηση της κυριολεκτικά εκθεμελιωμένης  ελληνικής οικονομίας;

Σε περίπτωση που ο γιατρός διαγνώσει σοβαρή ασθένεια και βέβαιο,  αν και αργό βασανιστικό θάνατο στον ασθενή,  εκτός αν υποστεί μια δύσκολη εγχείριση, με υψηλές όμως πιθανότητες επιτυχίας, τι θα είναι λογικό να αποφασίσει ο ίδιος και η οικογένειά του; Μα, φυσικά, την επέμβαση.

Πέρα από τη σωρεία ανοησιών, που επαναλαμβάνονται συστηματικά από την πλειοψηφία των ΜΜΕ, και όχι μόνο, σχετικά με  τις  βιβλικές καταστροφές που θα ακολουθήσουν την επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα- οριστική ή για κάποιο κρίσιμο διάστημα-  και που δεν αξίζουν καν την πολυτέλεια της διάψευσης, η Ελλάδα είναι ο ασθενής που αργοπεθαίνει με φρικτά μαρτύρια, ενώ η επιστροφή στη δραχμή η επέμβαση, με σοβαρές πιθανότητες σωτηρίας.

Μια επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα, αν  μελετηθούν εξονυχιστικά οι παράμετροι της επιχείρησης,  και αν δεν στραφούν εναντίον μας οι εταίροι μας, δεν θα είναι καταστρεπτική. Αντιθέτως, υπόσχεται να εξασφαλίσει φαντασμαγορικά αποτελέσματα, σε σχετικά μικρό διάστημα, και να επιτρέψει την Ελλάδα να πληρώσει με αξιοπρέπεια το χρέος της, σε βάθος χρόνου βέβαια. Ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός,  που αναφέρεται κατά κόρον, ως Αρμαγεδδών, για την περίπτωση επανόδου στη δραχμή, θα πρέπει εκ προοιμίου να αποκλειστεί σε οικονομία με 28% ανεργία, πριν αυτή απορροφηθεί. Όσο για  το επίσης κατά κόρον επιχείρημα εναντίον της επιστροφής στο εθνικό μας νόμισμα, που αφορά αυτούς που θα πλουτίσουν, επειδή διαθέτουν χρήματα στο εξωτερικό…. Θα έλεγα τόσο το καλύτερο, να πλουτίσουν, αν με  τα κατάλληλα μέτρα που θα ληφθούν, θα  πειστούν να τα επαναφέρουν και να τα επενδύσουν στην  αναπτυσσόμενη Ελλάδα

Τέλος,  από την  επιστροφή στη δραχμή είναι παράλογο να αναμένεται, ως η σπουδαιότερη θετική της συνέπεια, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Όσοι υποστηρίζουν αυτό το επιχείρημα, υπέρ της επιστροφής στη δραχμή λησμονούν ότι μια κατεστραμμένη οικονομία δεν μπορεί να γίνει αμέσως και ως εκ θαύματος ανταγωνιστική. Αντιθέτως, το βασικό επιχείρημα υπέρ της επιστροφής στη δραχμή είναι ότι θα κάνει εφικτή την ανάπτυξη-που τώρα αποκλείεται- και μέσω αυτής, σε μεταγενέστερο χρόνο, θα είναι λογική και η προσδοκία μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας.  


Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Οι νεότερες εξελίξεις του χρέους και που οδεύουμε 14.4.2015 Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

Οι νεότερες εξελίξεις του χρέους και που οδεύουμε                        14.4.2015
Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
==========================================================
Παρότι θλίβομαι που αποδεικνύονται ορθές όλες οι δυσμενείς προβλέψεις μου, από την αρχή της κρίσης χρέους, όπως  αυτές έχουν  επαναληπτικά   καταγραφεί σε βιβλία και άρθρα μου, είναι ωστόσο η πραγματικότητα! Και τώρα, που υποθέτω ότι οι ακανθώδεις πλευρές της εξέλιξης  του χρέους μας, που διογκώνεται διαχρονικά, χωρίς και να αντιμετωπίζεται, έγιναν ξεκάθαρες, ακόμη και σε αυτούς  που αρνιούνταν  πεισματικά να τις δουν, έφθασε επιτέλους η στιγμή να αντιδράσουμε με αξιοπρέπεια, προασπίζοντας τα συμφέροντα της πατρίδας, του λαού της και των απογόνων μας. Η τακτική των 5 και πλέον προηγουμένων ετών οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνιση της Ελλάδας, και το πρόβλημα δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι το πως είναι ντυμένος ο κ Βαρουφάκης, το πόσο καλά γνωρίζει οικονομικά και  το πως τα χρησιμοποιεί. Το πρόβλημά μας δεν είναι το αν η κυρία Lagarde "μας αγαπά" περισσότερο η λιγότερο από την κυρία Μέρκελ. Το πρόβλημά μας δεν είναι και δεν πρέπει να είναι το αν και πόση υποχώρηση θα υποχρεωθούμε να κάνουμε, από τις ΔΗΘΕΝ κόκκινες γραμμές, που συνεχώς θέτουμε και συνεχώς αυτοκαταργούμε. Γιατί είναι ξεκάθαρο ότι έστω και αν στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις κατορθώσουμε να σώσουμε κάποια "ψιχία", που μας διατηρούν εκτός της πλήρους εξαθλίωσης, είναι πέρα για πέρα βέβαιο ότι οι "εταίροι μας" θα μας τα πάρουν στις επόμενες, μεθεπόμενες κλπ διαπραγματεύσεις....χρωστούμε περίπου - λέω "περίπου",γιατί αυτά μεταβάλλονται συνεχώς-310 δισεκατομμύρια ευρώ, δεν τα έχουμε και φυσικά δεν θα τα έχουμε με τη συνέχιση της στραγγαλιστικής λιτότητας, που μας βυθίζει  βαθύτερα στην ύφεση και στον αντιπληθωρισμό. 300Ε ο μέσος μισθός και πολύς θα είναι σε λίγο, η εξασφάλιση στέγης θα είναι πολυτέλεια για τους πολλούς, η δημόσια υγεία, παιδεία  και   σύνταξη θα είναι ιστορικές  αναμνήσεις, και το σύνολο της χώρας, με όλα όσα διαθέτει, θα έχει προ πολλού ξεπουληθεί. Τι  νόημα έχουν, λοιπόν, οι συνεχείς συναγερμοί, που μαζεύουν τους εκάστοτε  αρμόδιους γύρω από ένα τραπέζι για.....να βρουν ΔΗΘΕΝ λύσεις. Τι λύσεις, ακριβώς;;;Αν ο ΦΠΑ θα αυξηθεί λίγο λιγότερο στο νησί Α από όσο στο Β, αν η επιβολή πρόσθετου φόρου  στα....λιπαρά "θα σώσει την κατάσταση", ή αν κατορθωθεί η σύλληψη της φοροδιαφυγής- που κηνηγιέται εδώ και πολλές δεκαετίες-  για να ....πληρώσει τη δόση κ.ο.κ. ΜΙΑ ΣΥΝΕΧΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ!!!Αν δεν τα βλέπουμε αυτά, και αν εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε θαύματα, θα είμαστε άξιοι της εξαφάνισής μας, από προσώπου Γης

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΔΙΕΘΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΑΞΗ Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη Οκτώβριος 2014

Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΔΙΕΘΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΑΞΗ
Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη    Οκτώβριος 2014



Plan:
Introduction
Μέρος Ι. Η  έλλειψη κανόνων στο  νέο οικονομικό περιβάλλον
  1. Αυτόνομες μεταβολές που καταργούν θεωρητικά σχήματα του παρελθόντος
  2.  Ενσυνείδητες επιλογές των εκάστοτε αρμοδίων, που  επιτείνουν την αδυναμία αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων
Μέρος ΙΙ. Οι αναπότρεπτες συνέπειες
Α) Χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και υψηλή ανεργία
Β) Κορυφούμενη ανασφάλεια
Γ) Ρήξεις
Συμπέρασμα
Επιλεκτική Βιβλιογραφία

Περίληψη

Η παρούσα  εισήγηση  επικεντρώνεται στο κρίσιμο, αν και ανεπίτρεπτα υποβαθμισμένο πρόβλημα  της αδυναμίας ομαλής λειτουργίας των σύγχρονων οικονομιών, εξαιτίας της   απαξίωσης σημαντικών παραδοσιακών εργαλείων της οικονομικής θεωρίας.  Η παγκοσμιοποίηση, σε συνδυασμό με το μεταβιομηχανικό στάδιο, καθώς  και με την υιοθέτηση ενός ακραίου ιδεολογικού νεοφιλελευθερισμού, έχει καταστήσει ουσιαστικά αδύνατη την  προσέγγιση και επίλυση  βασικών οικονομικών προβλημάτων, με τη βοήθεια των δύο κυρίαρχων οικονομικών κοσμοθεωριών. Οι δυσχέρειες επιτείνονται από την επικράτηση της μη ενσωματωμένης τεχνικής προόδου,  στη θέση της ενσωματωμένης, που κυριαρχούσε στο βιομηχανικό αναπτυξιακό στάδιο. Η παραγωγή, στη νέα οικονομία, είναι τώρα  κυρίως άυλη, και η παραγωγικότητα των δύο βασικών συντελεστών παραγωγής  πρωταρχικά ποιοτική. Συνεπώς, η  μέτρηση και   η απόδοση στον καθένα απ’ αυτούς, του μεριδίου του,  είναι ουσιαστικά αδύνατη. Εξάλλου, σημαντικά κεφάλαια της παραδοσιακής οικονομικής θεωρίας, όπως οι οριακοί υπολογισμοί, που  προσδιόριζαν τις τιμές, το επίπεδο ισορροπίας της εργατικής αμοιβής, τον τρόπο  κατανομής του εισοδήματος, τις βασικές οικονομικές επιλογές κ.ά.  έχουν ουσιαστικά αφεθεί, σε συνθήκες χαώδους ζούγκλας, όπου οι ισχυροί καταβροχθίζουν τους αδύναμους.  Εκτός από  τις  κορυφούμενες   ανισότητες και τις  κοινωνικές αδικίες, η αχρησία αυτή των βασικών θεωρητικών εργαλείων καταλήγει και σε δραματικές  οικονομικές ανισορροπίες. Οι σύγχρονες προηγμένες οικονομίες, λειτουργούν σε μόνιμη ισορροπία υποαπασχόλησης και ο αποπροσανατολισμός των βασικών παραγωγικών τους ροπών ενθαρρύνουν την  κερδοσκοπία και την αποθησαύριση. Τα προβλήματα αυτά είναι εντονότερα στους κόλπους της ΕΕ, και γι αυτό κρίνεται επείγουσα η ανάγκη  υποκατάστασης των παραδοσιακών, με νέα θεωρητικά εργαλεία.

Λέξεις-κλειδιά

Παγκοσμιοποίηση, μεταβιομηχανικό στάδιο, νεοφιλελευθερισμός, θεωρητικά εργαλεία,  μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδος, χρηματιστηριακή αγορά,  ισορροπία υποαπασχόλησης, ανισότητες, οριακοί υπολογισμοί, αποθησαύριση, κερδοσκοπία, κράτος Πρόνοιας, ρήξεις





Colloque à l’Université Valahia (Targoviste), 17-18.10.2014-Espaces Européens





Εισαγωγή
Το θέμα της εισήγησής μου,  στο  φετινό συνέδριο του Πανεπιστημίου μας –θέλω να πιστεύω ότι μπορώ να το λέω «μας» και εγώ – κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για ένα τεράστιο πρόβλημα, που αν και παραλύει ουσιαστικά την ομαλή λειτουργία της οικονομίας, έχει ωστόσο τραγικά παραμεληθεί. Πρόκειται, για την προϊούσα αδυναμία προσέγγισης και επίλυσης οποιουδήποτε οικονομικο-κοινωνικού προβλήματος, με τα κλασικά θεωρητικά εργαλεία.
Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στις νέες και δραματικές μεταβολές των προηγμένων οικονομιών,  που θέτουν σταδιακά  εκτός χρήσης  την πεμπτουσία της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας.  Είναι, πράγματι, αναμφισβήτητο ότι τα νέα  και σε εξέλιξη  χαρακτηριστικά του μεταβιομηχανικού  αναπτυξιακού σταδίου, που τώρα διανύει η ανθρωπότητα,  καθιστούν πεπερασμένο  το σύνολο σχεδόν των  οικονομικών θεωρημάτων, πεποιθήσεων και υποθέσεων. Ένα  σημαντικό τμήμα του κλασικού περιεχομένου της Πολιτικής  Οικονομίας, όπως αυτή διδάσκονταν και εξακολουθεί εν πολλοίς να διδάσκεται στα πανεπιστήμια της υφηλίου, δεν είναι πια σε θέση να ερμηνεύσει τη νέα πραγματικότητα, και να προσφέρει λύσεις στα ακανθώδη προβλήματά της. Μας χρειάζονται, λοιπόν,  νέα ερμηνευτικά εργαλεία, τα οποία  όμως δεν είναι, προς το παρόν, διαθέσιμα. Θεωρώ ανεξήγητη, όσο και θανάσιμα επικίνδυνη αυτήν την αδιαφορία, που μετατρέπει σε χάος και ζούγκλα τη λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών[1].
Η αποδιοργάνωση αυτή της παγκόσμιας οικονομίας δεν εξηγείται μόνο, αλλά ούτε κυρίως από την υιοθέτηση, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ενός  συστήματος, παρεμφερούς με αυτό του laissez-faire,  laissez-passer,. Γιατί, η απλή έλλειψη κρατικού παρεμβατισμού δεν καταργεί,  με τόσο δραστικό τρόπο, τους οικονομικούς νόμους επάνω στους οποίους στηρίζονται οι βασικές λειτουργίες της οικονομίας. Αντιθέτως, ο εξοβελισμός τους πραγματοποιείται, όπως προκύπτει από τις σύγχρονες εξελίξεις, εξαιτίας των παράλληλων επιδράσεων της παγκοσμιοποίησης, του περάσματος του καπιταλισμού σε μεταγενέστερο του βιομηχανικού στάδιο ανάπτυξης, της υιοθέτησης του νεοφιλελευθερισμού, και όλα αυτά εμποτισμένα από την ενσυνείδητη επιβολή ακραίων ιδεολογιών.
 Πιστεύω, συνεπώς,  ότι  οι κάθε μορφής βαρβαρότητες που βιώνουμε σε καθημερινή βάση είναι, κατά κύριο λόγο, το συνδυασμένο αποτέλεσμα αναπότρεπτων εξελίξεων, που όμως γίνονται εντονότερες εξαιτίας  παρεμβάσεων  προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά και εξαιτίας αποχής παρεμβάσεων.
Κρίνω, εξάλλου,  απαραίτητο να τονίσω ότι η εδώ  προσέγγιση του ευρύτατου αυτού θέματος, δηλαδή  της διαπίστωσης και  ανάλυσης  των μεταμορφώσεων  που υφίστανται,  μετά τη δεκαετία του’70, τα  παραδοσιακά θεωρητικά εργαλεία ερμηνείας της οικονομικής πραγματικότητας, αποτελεί απλή εισαγωγή. Αποβλέπει, συγκεκριμένα,  στη  συγκέντρωση  ενδιαφέροντος  και άλλων ερευνητών στο μέλλον, καθώς  υπάρχει αδήριτη   ανάγκη εξεύρεσης νέων ερμηνευτικών  βοηθημάτων, που θα υποκαταστήσουν όλα όσα οι εγκάρσιες μεταβολές των οικονομικών συστημάτων έθεσαν σε αχρησία. Γιατί, χωρίς αυτά, θα είναι δύσκολο εφεξής να αναφερόμαστε σε επιστήμη της οικονομίας.
Να προσθέσω,  τέλος, εισαγωγικά, ότι το θέμα με το οποίο αποφάσισα να ασχοληθώ, στην παρούσα εισήγησή μου, αναμοχλεύει όχι μόνο  τα προβλήματα της Ευρώπης, αλλά  και ολόκληρης της υφηλίου. Ειδικότερα, τώρα, που η παγκοσμιοποίηση δεν επιτρέπει την πολυτέλεια υιοθέτησης εθνικών πολιτικών.
Στο Μέρος Ι της εισήγησής μου θα αναφερθώ επιλεκτικά σε ορισμένες, μόνο, μεταβολές που κρίνω ότι είναι  καταλυτικής σημασίας, και που αποσταθεροποιούν επικίνδυνα ολόκληρο το οικοδόμημα της παραδοσιακής οικονομικής θεωρίας, ενώ στο Μέρος ΙΙ, που θα είναι πιο σύντομο,  θα στραφώ προς τις συνέπειές τους, προσπαθώντας να αφουγκραστώ προς τα πού οδεύει  η οικονομία: ευρωπαϊκή και παγκόσμια.      

Μέρος Ι. Η  έλλειψη κανόνων στο  νέο οικονομικό περιβάλλον

Στο εδάφιο 1  του Μέρους Ι θα αναφερθώ στο χαώδες νέο οικονομικό περιβάλλον, που επικρατεί καταρχήν στο χώρο της εργασίας και στη συνέχεια  σε αυτόν της παραγωγής και της κατανομής του προϊόντος. Παράλληλα, θα θιγούν και ορισμένες από τις μεταμορφώσεις, που επήλθαν στις επιλογές, καθώς  και στη συμπεριφορά του επιχειρηματία. Στο εδάφιο 2 θα προσπαθήσω να εξετάσω το πώς ορισμένες ενσυνείδητες κυβερνητικές  επιλογές επιτείνουν τις δυσχέρειες αντιμετώπισης των νέων προβλημάτων

1. Αυτόνομες μεταβολές που καταργούν θεωρητικά σχήματα του παρελθόντος

1α) Στο συντελεστή «εργασία»:
*Συνδυασμός ωρών εργασίας και ωρών ανάπαυσης.
Η κυρίαρχη οικονομική θεωρία διδάσκει ότι ο εργαζόμενος  ισορροπεί[2] συνδυάζοντας ώρες εργασίας και ώρες ανάπαυσης, με τρόπο ώστε  η δυσαρέσκεια από την τελευταία εργάσιμη   ώρα να ισούται με την  ωφέλεια που προκύπτει από την αμοιβή αυτής της  τελευταίας ώρας.  Η ανάλυση αυτή των καμπυλών αδιαφορίας της προσφοράς εργασίας βασίζεται στην υπόθεση μεγιστοποίησης της ωφέλειάς του από τον συνδυασμό ωρών εργασίας και ωρών ανάπαυσης, με  απόρριψη των δύο άκρων, που αποκλείουν δυνατότητες  συνδυασμού:    δηλαδή το ένα άκρο είναι έστω οι 16 ώρες εργασίας – που αποτελεί ανώτατο φυσικό όριο- και το δεύτερο άκρο είναι ο ανώτατος μισθός, που μπορεί ο εργαζόμενος να εξασφαλίσει, αν δεχθεί να εργάζεται για  16 ώρες, έστω 100 Ευρώ ημερησίως. Με τις συνθήκες αυτές θα έχει  μηδέν ώρες ανάπαυσης –εκτός του  οκτάωρου ύπνου[3].
Η δυνατότητα επιλογών του εργαζόμενου, ανάμεσα σε ώρες εργασίας και ώρες ανάπαυσης αντιμετώπιζε ανέκαθεν ορισμένες δυσκολίες που προέρχονταν, ανάμεσα και σε άλλα,  από τις συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες καθόριζαν τις ώρες εργασίας, για το σύνολο των εργαζόμενων. Εκτός, όμως, από το ότι  αυτός ο γενικός διακανονισμός υποτίθεται ότι έκφραζε περίπου το σημείο ισορροπίας της εργατικής μάζας, υπήρχε πάντοτε, τουλάχιστον θεωρητικά, η δυνατότητα για όσους ήθελαν να εξασφαλίσουν πρόσθετες ή και λιγότερες ώρες εργασίας, σε σχέση με  τον γενικότερο διακανονισμό.
Με το νέο καθεστώς, όπως αυτό διαμορφώνεται με πιο καταπιεστικό τρόπο, κυρίως στα πλαίσια της ΕΕ- αλλά και σε ηπιότερο βαθμό, στην παγκόσμια οικονομία-, αποκλείεται σχεδόν παντελώς η δυνατότητα επιλογών των εργαζόμενων, σε ώρες εργασίας και ανάπαυσης, και ιδού γιατί:
-Πρώτον, με ανεργία που  φθάνει το 10,4% του ενεργού πληθυσμού στην ΕΕ[4], και κυρίως με ανεργία που έχει πια αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα, ο εργαζόμενος δεν έχει ευχέρεια επιλογών,- όταν έχει την τύχη να  εξασφαλίσει απασχόληση,- αλλά αντιθέτως είναι υποχρεωμένος, σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, να ισοπεδώνεται στις απαιτήσεις του εργοδότη: απροσδιόριστο και συνεχώς μεταβαλλόμενο ωράριο εργασίας, εργασία και την Κυριακή και τις γιορτές, και αμοιβή που δεν αποτελεί πια θέμα διαπραγμάτευσης, αλλά επιβάλλεται μονομερώς από τον εργοδότη[5].
-Δεύτερον, δεν είναι δυνατόν να γίνεται πια λόγος για στήριξη του εργαζόμενου, που στο παρελθόν του παρέχονταν  χάρη στην ύπαρξη «εργατικής τάξης» και «εργατικής συνείδησης»[6], και χάρη στη συσπείρωση σε  εργατικά  συνδικάτα[7] ικανά να υπερασπιστούν και να διεκδικήσουν  εργατικά  δικαιώματα. Η συνδικαλιστική συρρίκνωση, σε όλες σχεδόν τις χώρες,  στο διάστημα των δύο τελευταίων δεκαετιών,   μείωσε την πυκνότητα  σε μόλις  20%. H μεταβιομηχανική κοινωνία κατέστρεψε τους κοινωνικοοικονομικούς θεσμούς και την αλληλεγγύη για κοινές δημοκρατικές διεκδικήσεις.  Τρεις  είναι κυρίως οι λόγοι αυτής της  μεταβολής. Ο πρώτος αναφέρεται στις ριζικές αλλαγές, που η παγκοσμιοποίηση επέφερε στον τρόπο παραγωγής της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, μετατρέποντας την εργασία της πλήρους απασχόλησης σε άτυπης μορφής εργασία. Ο δεύτερος λόγος αφορά στο ότι η παραγωγή δεν λαμβάνει πια χώρα μέσα σε εργοστάσιο, όπου οι εργαζόμενοι είχαν τη δυνατότητα να οργανώσουν τα αιτήματά τους, σχετικά με πιο ανθρώπινους  όρους εργασίας και εξασφάλισης δίκαιης  αμοιβής τους. Αντιθέτως, η παραγωγή είναι κατακερματισμένη και συνήθως διασπαρμένη σε περισσότερες της μιας χώρες, καθώς η διανοητική εργασία που έχει, εν πολλοίς, υποκαταστήσει τη μυϊκή του βιομηχανικού σταδίου μπορεί να λάβει χώρα οπουδήποτε[8]. Και, τέλος,  ο τρίτος  λόγος, που συμπληρώνει τους  προηγούμενους υπογραμμίζει  την ύπαρξη  πολλών ειδών απασχόλησης, στη μεταβιομηχανική κοινωνία, που αποκλείουν τη συσπείρωση και την κοινή δράση των εργαζόμενων,  και επιπλέον  καθιστούν ανεφάρμοστη την εξάρτηση της αμοιβής τους από την παραγωγικότητά τους, όπως το προβλέπει, αλλά και το απαιτεί η κυρίαρχη θεωρία. Γιατί, με ποια, αλήθεια, θεωρητικά εργαλεία θα μπορούσε να ερμηνευθεί η διαφορά ανάμεσα στον υψηλότερο μισθό των αφεντικών μεγάλης εταιρίας  και στο μέσο μισθό εργαζόμενων στην ίδια εταιρία, που ενώ το  1989 ήταν 45 φορές[9],  το 1999  έφθασε  στις 475 φορές αντίστοιχα[10]; Οπωσδήποτε, όχι με τη βοήθεια της διαφοράς στην παραγωγικότητά τους.
-Τρίτον, όταν ο μισθός βρίσκεται, για μακροχρόνιο διάστημα στο κατώτατο δυνατό επίπεδο, όπως είναι η περίπτωση σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, ιδίως στον χρεωμένο ευρωπαϊκό Νότο, ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να εργάζεται τον ανώτατο δυνατό αριθμό ωρών ημερησίως και εβδομαδιαίως-εφόσον, φυσικά, εξασφαλίζει απασχόληση-και συνεπώς δεν έχει την πολυτέλεια συνδυασμού ωρών εργασίας και ωρών ανάπαυσης[11]
          - Και τέλος, το προϊόν της μεταβιομηχανικής κοινωνίας δεν είναι πια υλικό ή αποκλειστικά υλικό, όπως αυτό του βιομηχανικού σταδίου. Αποτελείται από νέες ιδέες και άυλα στοιχεία που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, τον υπολογισμό της παραγωγικότητας των εργαζόμενων. Καθώς, ο παλιός τρόπος υπολογισμού της παραγωγικότητας των εργαζόμενων δεν έχει υποκατασταθεί από κάποιον νεώτερο και σε  διαφορετική βάση, ο εκάστοτε προσδιορισμός της εργατικής αμοιβής ακολουθεί μεθοδεύσεις απροσδιόριστες και συγκυριακές, που ευνοούν την κάθε μορφής εκμετάλλευση. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο χώρο των κοινωνικών αδικιών, εφόσον κατά την κυρίαρχη οικονομική θεωρία των νεοκλασικών, του Marx αλλά και του Keynes η μη απόδοση της παραγωγικότητας, στον καθένα από τους συντελεστές παραγωγής, που χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία, ειδικά και όταν πρόκειται για παγιωμένη τακτική, είναι πρόξενος σοβαρών ανισορροπιών και κρίσεων.

*Υπολογισμός της παραγωγικότητας της εργασίας
Η γνώση  του ύψους της παραγωγικότητας της εργασίας, σε κάθε παραγωγική διαδικασία  αποτελεί sine qua non προϋπόθεση της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας, για μια σειρά από ενέργειες, που εντάσσονται  στο γενικότερο πλαίσιο της  πραγματοποίησης ισορροπίας  της επιχείρησης,  των επί μέρους συντελεστών της παραγωγής, αλλά και αθροιστικά του συνόλου της οικονομίας. Όμως, στις νέες συνθήκες που επικρατούν στη μεταβιομηχανική- παγκοσμιοποιημένη οικονομία, ο υπολογισμός της παραγωγικότητας της εργασίας[12] -όπως άλλωστε και του κεφαλαίου-θα έλεγα ότι είναι, ουσιαστικά, αδύνατος. Και τούτο, επειδή:
·         Πρόκειται, εν πολλοίς, για υπηρεσίες και όχι για υλικά αγαθά, στα οποία ο τύπος εξεύρεσης της παραγωγικότητας, που απαιτεί οριακούς υπολογισμούς, είναι ανεφάρμοστος επειδή, κυρίως,  η τιμή των νέων προϊόντων, στη νέα οικονομία δεν συνδέεται με το κόστος παραγωγής τους. Και πιο συγκεκριμένα οι εταιρίες  επιδιώκουν μεγιστοποίηση των κερδών τους, χάρη στην αύξηση της τιμής των μετοχών τους, που δεν έχουν συνήθως σχέση με το κόστος παραγωγής[13]
·         Και επιπλέον το μεγαλύτερο τμήμα του κόστους των νέων προϊόντων είναι, και αυτό άυλο, καθώς οι σταθερές δαπάνες είναι  πολύ περιορισμένες[14]. Εξάλλου, ο κατακερματισμός της παραγωγής σε διάφορα στάδια και γεωγραφικές τοποθεσίες επιδιώκει την εξασφάλιση φορολογικών παράδεισων, με αποφυγή καταβολής φόρων.

Η ουσιαστική αδυναμία υπολογισμού της παραγωγικότητας της εργασίας, στους νέους οικονομικούς καιρούς, προκύπτει και από το γεγονός ότι η σημασία της  υποβαθμίζεται από τους αρμοδίους, ανά την υφήλιο, ως βάση καθορισμού του μισθού των εργαζόμενων. Αλλά, αν αυτή η παραδοσιακή βάση έχει, ουσιαστικά, περιπέσει σε αχρησία, ποια άλλη την έχει αντικαταστήσει; Και αν δεν υπάρχει αντικαταστάτρια, πως προσδιορίζεται τελικά ο μισθός στις σύγχρονες οικονομίες; Είναι φανερό το πόσο πολλές και επικίνδυνες ανισορροπίες μπορεί να προκαλέσει αυτός ο «τυχάρπαστος», τελικά,  τρόπος καθορισμού του ύψους της εργατικής αμοιβής.

*Ο κλασικός επιχειρηματίας εξαφανίστηκε;
Στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και  του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, η μορφή, οι αρμοδιότητες, οι στόχοι  και η όλη συμπεριφορά του κλασικού επιχειρηματία έχει υποκατασταθεί από ένα πολυπρόσωπο ον, το οποίο σε τίποτε δεν  αναπαράγει τη σχετική περιγραφή του J. Schumpeter για τον επιχειρηματία. Οι βασικές διαφορές μεταξύ του κλασικού επιχειρηματία και του σχήματος που τον αντικατέστησε μπορούν να συνοψιστούν ως εξής[15]:
- Δεν υπάρχουν πια   επιχειρηματίες, όπως τους περιγράφουν τα κλασικά οικονομικά συγγράμματα, που να εμφανίζονται  ως επικεφαλής της επιχείρησης, αλλά και όταν υπάρχουν αυτοί δεν είναι ιδιοκτήτες της. Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της σύγχρονης επιχείρησης είναι ταλαντούχα άτομα, που έχουν την επιχείρηση στο μυαλό τους. Και από την άλλη πλευρά, η αμοιβή των παραδοσιακών συντελεστών της παραγωγής συμπιέζεται, καθώς το ειδικό τους βάρος στην τελική αξία του προϊόντος- που είναι συνήθως άυλο- μειώνεται. Στη σύγχρονη μορφή επιχείρησης το κεντρικό πρόσωπο είναι ο  manager, του οποίου η αμοιβή είναι συχνά αστρονομική, και ο οποίος πρέπει να διαθέτει εξαιρετικές και πολύπλευρες ικανότητες.
-Οι νέοι επικεφαλής των σύγχρονων επιχειρήσεων είναι νεωτεριστές και δημιουργοί ιδεών, ικανών να εξασφαλίσουν  μονοπώλια και υψηλά  μονοπωλιακά κέρδη, τα οποία καθιστούν ξεπερασμένες προηγούμενες πρακτικές. Εξάλλου, συχνά, η εμφάνιση νέων προϊόντων-υπηρεσιών της πληροφορικής δεν είναι αρκετή για τη δημιουργία κερδών, αν η αγορά έχει κερδηθεί από νέες ιδέες-προϊόντα αντιπάλων.
-Υπάρχουν ισχυρά εμπόδια στην είσοδο για την επικράτηση νέων ιδεών. Αυτή   προϋποθέτει απαιτητική εκπαίδευση, την οποίαν είναι σε θέση να  εξασφαλίσει μικρός αριθμός ταλαντούχων παιδιών, με εξαιρετική έφεση, από νεαρή ηλικία, επίλυσης προβλημάτων των νέων τεχνολογιών, και με την προϋπόθεση ότι στη συνέχεια μπορούν να χρηματοδοτήσουν  το υψηλό κόστος αυτής της ιδιαίτερης εκπαίδευσης. Πρόκειται, ουσιαστικά, για κλειστό κύκλωμα, τα μέλη του οποίου συναντιούνται και ανταλλάσσουν γνώσεις και απόψεις, έτσι που οι νέες ιδέες καταλήγουν να έχουν σωρευτικά αποτελέσματα[16].
-Το περιβάλλον της  νέας τεχνολογίας αχρηστεύει, εξάλλου, και το τεράστιο κεφάλαιο της επικρατούσας οικονομικής θεωρίας, που αναφέρεται στο  σχηματισμό των τιμών. Έχουμε διδαχθεί ότι πωλητές και αγοραστές συναντιούνται στην αγορά και σχηματίζουν την τιμή των προϊόντων. Αλλά, ο τρόπος αυτός ορισμού της τιμής ανήκει, εν πολλοίς, στο παρελθόν δεδομένου ότι στο νέο οικονομικό περιβάλλον, με την προϋπόθεση ότι το περί ου ο λόγος προϊόν/υπηρεσία, αν  δεν έχει στενό υποκατάστατο, είναι πολύ ενδεχόμενο η τιμή πώλησής του  να μην έχει σχέση με το κόστος παραγωγής ή, ακόμη, και με το βαθμό σπανιότητάς του. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηριχθεί ότι η τιμή είναι συνάρτηση της κοινωνικής χρησιμότητας του αγαθού/υπηρεσίας, και αυτή υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των χρηστών. Ωστόσο, και το περιεχόμενο της «κοινωνικής χρησιμότητας, κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο είναι στην νέα οικονομία, δεδομένου ότι ο αριθμός των χρηστών προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την τιμή της μετοχής της εταιρίας, ενώ η πραγματική αξία των εταιριών είναι καταρχήν απροσδιόριστη, και ο υπολογισμός της δύσκολος αν όχι και αδύνατος. Πράγματι, η τιμή των μετοχών εταιριών, που για κάποιο χρονικό διάστημα εξασφάλισε υψηλά κέρδη, ενδέχεται να αποδειχθούν εκ των υστέρων αποτυχημένες επενδύσεις, το ίδιο όπως και πολυάριθμες συγχωνεύσεις, για τις οποίες  εκ των υστέρων διαπιστώνεται ότι απέκρυψαν ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά τους. Να τονιστεί ακόμη σχετικά ότι  η σαφής τάση συρρίκνωσης του ειδικού βάρους της μεσαίας τάξης, στις σύγχρονες οικονομίες[17], επιτείνει την αστάθεια των προτιμήσεων των καταναλωτών, που απεικονίζεται και στις τιμές των αγαθών/υπηρεσιών, στη νέα οικονομία.

1β) Στον τρόπο  κατανομής του προϊόντος
Η κυρίαρχη οικονομική θεωρία κάνει δεκτή,  την υπόθεση της  μακροχρόνιας  σταθερότητας των μεριδίων εργασίας και κεφαλαίου, κυρίως, βέβαια στο βιομηχανικό τομέα, όπου το 1/3 του προϊόντος αμείβει το κεφάλαιο και τα 2/3 την εργασία. Και τα μερίδια αυτά προκύπτουν από την οριακή παραγωγικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας, επί τον αριθμό των μονάδων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία. Η σταθερότητα αυτή επαληθεύτηκε για ολόκληρο το χρονικό διάστημα,  από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και πριν από δύο περίπου δεκαετίες  από σήμερα, σε πείσμα των απαιτητικών και εκ πρώτης όψης δύσκολων να εφαρμοστούν προϋποθέσεων[18], αλλά  και σε πείσμα των δεικτικών σχολίων, που η φιλοσοφία αυτής της συνάρτησης είχε συγκεντρώσει στο παρελθόν[19].   Η σταθερότητα των μεριδίων των δύο βασικών συντελεστών παραγωγής,  εργασίας και κεφαλαίου, σε όλη τη μακρότατη αυτή χρονική περίοδο, πραγματοποιήθηκε χάρη σε συμψηφισμούς και σε υποκατάσταση, ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Η αρχή που γίνεται, γενικά,  δεκτή είναι ότι η οριακή παραγωγικότητα του συντελεστή, του οποίου ο ρυθμός αύξησης της προσφοράς του είναι ταχύτερος από τον αντίστοιχο του δεύτερου, εξασφαλίζει μικρότερη αμοιβή –που ισούται πάντοτε με την οριακή του παραγωγικότητα-και κάθε επιπλέον μονάδα του αυξάνει το προϊόν λιγότερο από μια επιπλέον μονάδα του δεύτερου συντελεστή.
Όλα, ωστόσο, τα παραπάνω δεν επαληθεύονται πια τις δύο τελευταίες δεκαετίες, αλλά αντιθέτως διαπιστώνεται μια σημαντική πτώση του μεριδίου της εργασίας, προς όφελος του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, και με βάση εκτιμήσεις   του ΔΝΤ[20],  το μερίδιο των μισθών στις οικονομίες  του G7 μειώθηκε κατά 5.8 ποσοστιαίες μονάδες, κατά την περίοδο 1983-2006, και πιο συγκεκριμένα κατά 8.8 μονάδες στις χώρες-μέλη της ΕΕ[21]. Εξάλλου, στις 51 από τις 73 χώρες της υφηλίου, για τις οποίες εξασφαλίστηκαν σχετικά στατιστικά δεδομένα, το μερίδιο των μισθών  υποχώρησε σταθερά τα 20 τελευταία χρόνια. Και να προσθέσω, ακόμη, πρόσφατα  ευρήματα στις εξελίξεις της λειτουργικής κατανομής[22], που επικυρώνουν τα παραπάνω. Σύμφωνα με αυτά  το μερίδιο της εργασίας ήταν, κατά μέσο όρο, 64,3% για ολόκληρη την περίοδο 1947-2000, και την προτελευταία της παρούσας δεκαετία δεν είναι πια παρά 57,8%. Η σημαντική και  μόνιμου πια  χαρακτήρα ανεργία, ειδικά στην Ευρώπη-με ελάχιστες εξαιρέσεις-, θα δικαιολογούσε ενδεχομένως αυτή την εξέλιξη, με την υπόθεση σχετικής αφθονίας της εργασίας, έναντι του κεφαλαίου, που συνεπάγεται την πτώση του μεριδίου της στο ΑΕΠ. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή είναι δύσκολο να υποστηριχθεί, δεδομένου ότι και το κεφάλαιο βρίσκεται σε αφθονία, όπως μαρτυρεί το πολύ χαμηλό επιτόκιο των τελευταίων δεκαετιών, καθώς και η γενικευμένη αποβιομηχάνιση, που   επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την πτώση  του ποσοστού της επένδυσης στο ΑΕΠ της ΕΕ[23]. Ένα κεφάλαιο, ωστόσο, που στρέφεται προς την αποθησαύριση και την κερδοσκοπία.   Τα παραπάνω συνδυασμένα αυτά αποτελέσματα  συμβαδίζουν με την υπόθεση της μη απόδοσης της παραγωγικότητας των εργαζόμενων στους μισθούς, της παρακράτησής  της δηλαδή  υπέρ του κεφαλαίου. Όπως προκύπτει από  σχετικές εκτιμήσεις, μεταξύ των ετών 1999-2007, σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυξήθηκε κατά 30%, ενώ οι πραγματικοί μισθοί μόνο κατά 18%[24].
Ο βασικός λόγος για τον οποίον δεν λειτουργεί πια η μέθοδος κατανομής, που βασίζεται στην Cobb-Douglas συνάρτηση, παρότι υπήρξε αποτελεσματικός για μεγάλο  χρονικό διάστημα, θα πρέπει πρωταρχικά να αποδοθεί στο είδος της τεχνικής προόδου, που φαίνεται να επικρατεί στο μεταβιομηχανικό στάδιο ανάπτυξης.  Σε αντίθεση με την ενσωματωμένη τεχνική πρόοδο, που δέσποζε στο προηγούμενο στάδιο της βιομηχανίας, και αύξανε   την παραγωγικότητα  και των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής, αν και περισσότερο του κεφαλαίου[25], τώρα πρόκειται για την μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδο, η εφαρμογή της οποίας    ουδόλως απαιτεί τη  διενέργεια προηγούμενης επένδυσης παγίου κεφαλαίου[26], επειδή  εμφανίζεται με τη μορφή βελτιωμένων  ανθρώπινων γνώσεων.  Η μη ενσωματωμένη εξασφαλίζει βελτίωση της παραγωγικότητας και των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής, αλλά βέβαια  όχι αναγκαστικά στο ίδιο ποσοστό. Που σημαίνει ότι η μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδος  συνεπάγεται ταυτόχρονη πτώση  των λόγων Κεφάλαιο/Προϊόν, καθώς και Εργασία/Προϊόν[27]. Η πολύ σημαντική διαφορά, ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές τεχνικής προόδου, που βρίσκεται άλλωστε και στη ρίζα των δυσχερειών του νέου αναπτυξιακού σταδίου, είναι το γεγονός ότι η μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδος δημιουργεί ποιοτική και όχι πια ποσοτική  αύξηση της παραγωγικότητας,  που είναι πολύ δύσκολα μετρήσιμη. Η έλλειψη θεωρητικών εργαλείων, που να αντικαθιστούν τα πεπερασμένα της συνάρτησης Cobb-Douglas, αφήνουν ελεύθερο το πεδίο για την εκμετάλλευση του συντελεστή «εργασία». Αλλά, και η ανισορροπία αυτής της μορφής, ειδικά και επειδή είναι διαρκής και όχι παροδική, είναι πρόξενος σοβαρών μακροοικονομικών προβλημάτων στις σύγχρονες οικονομίες.  Αυτά τα προβλήματα, στο χώρο του τρόπου κατανομής του εισοδήματος συνοψίζονται στη διαπίστωση, ότι ο ρυθμός αύξησης του κεφαλαίου είναι ταχύτερος του αντίστοιχου του ΑΕΠ. Να υπογραμμιστεί, εδώ, ότι οι συνέπειες της κορυφούμενης εισοδηματικής  ανισοκατανομής αποδεικνύουν, περίτρανα, ότι οι οικονομολόγοι που παραβλέπουν τους κινδύνους της, με το επιχείρημα ότι «αυτό που έχει σημασία είναι η αύξηση του ΑΕΠ και  όχι η κατανομή του», δεν έχουν δίκαιο.



1γ) Στο χώρο της οικονομικής μεγέθυνσης  και ανάπτυξης
      Στις σύγχρονες οικονομίες γίνεται, ολοένα πιο αισθητή η υποβάθμιση της σημασίας της αναπτυξιακής διαδικασίας. Πρόκειται για  αυτόνομη εξέλιξη της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης, αλλά πρόκειται και για ενσυνείδητη  επιλογή  των αρμοδίων, προκειμένου να προστατεύσουν τις ελεύθερες μετακινήσεις του κεφαλαίου, που αναζητεί το μέγιστο κέρδος,  από το ένα άκρο της Γης στο άλλο. Στο εδάφιο αυτό θα αναφερθώ στην αυτόνομη υποβάθμιση της ανάπτυξης.    Είναι σαν χάρτινος πύργος που όταν αρχίσει να τραντάζεται καταρρέει στο σύνολό του. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει μετά το τέλος των 30 ένδοξων ετών, δηλαδή από τα μέσα της  δεκαετίας του ’70 και μέχρι σήμερα. Η ανάπτυξη και η οικονομική μεγέθυνση δεν αποτελούν πια προτεραιότητα στις προηγμένες οικονομίες, διότι υπάρχουν εγγενείς δυσχέρειες για την  επίτευξή τους. Πρόκειται, κυρίως, για την οικονομική ωριμότητα, η οποία μετά  από ένα ορισμένο κρίσιμο όριο ανάπτυξης, λειτουργεί συρικνωτικά, αποτρέποντας τη συνέχιση των ταχύρυθμων αναπτυξιακών  ρυθμών του παρελθόντος. Εκτός των  δυσμενών συνεπειών της οικονομικής ωριμότητας στην αναπτυξιακή διαδικασία  η παραμέλησή  της, στις σύγχρονες οικονομίες φαίνεται να είναι  αναπότρεπτη, εφόσον  αυτή ανήκει στην πραγματική οικονομία, της οποίας η σημασία υποχώρησε κατακόρυφα σε σύγκριση με την χρηματιστηριακή. Αρκεί να αναφερθεί ότι μεταξύ των ετών 1992-2007 καταγράφεται αύξηση του μεγέθους της χρηματιστηριακής αγοράς, κατά 150 φορές[28]. Συνεπώς, το νέο καθεστώς  εξυπηρετεί την εικονική οικονομία, της οποίας το μέγεθος και το ύψος των κερδών, ουδόλως ή ελάχιστα, εξαρτάται[29] από την πορεία των πραγματικών οικονομικών μεγεθών. Επιπλέον, όμως, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι η παραδοσιακή επιδίωξη της επιτάχυνσης των αναπτυξιακών ρυθμών δυσχεραίνεται πολύ σοβαρά και εξαιτίας της   ανεπαρκούς ζήτησης, που εξασθενεί το σύνολο των παραγωγικών ροπών: της κατανάλωσης, της αποταμίευσης, της επένδυσης και του νεωτερισμού. Στη νέα οικονομική πραγματικότητα, στην οποία επικρατούν οι κορυφούμενες ανισότητες, οι πλούσιοι δεν επενδύουν στην πραγματική οικονομία, αλλά αποθησαυρίζουν τα κέρδη τους και/ή προτιμούν την τοποθέτησή τους στη χρηματιστηριακή αγορά[30] , επιδιώκοντας εύκολα και  γρήγορα κέρδη.
            Η υποβάθμιση της σημασίας της ανάπτυξης είναι, ιδιαίτερα εμφανής στα πλαίσια της Ευρωζώνης, εξαιτίας των ιδιομορφιών του ευρώ, του οποίου η επιβίωση χρειάζεται  περιβάλλον ύφεσης, το οποίο εξασφαλίζεται χάρη στην  εφαρμογή συνεχούς λιτότητας. Στην Ευρωζώνη, εξάλλου, η επιδίωξη της ανάπτυξης δυσχεραίνεται και από το γεγονός ότι το ευρώ  είναι, ουσιαστικά, νόμισμα ουδέτερο, δηλαδή δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία πληθωρισμού ή και αντιπληθωρισμού[31].
2. Ενσυνείδητες επιλογές των εκάστοτε αρμοδίων, που  επιτείνουν την αδυναμία αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων

2α) Ανεργία και ανισότητες αποτελούν ανομολόγητες επιλογές
Ίσως γίνεται δύσκολα πιστευτό, και ίσως ακόμη να  κατηγορηθώ ότι προσπαθώ να ερμηνεύσω ορισμένες εξελίξεις στον κοινωνικοοικονομικό χώρο των σύγχρονων καπιταλιστικών χωρών, με τάσεις και επιλογές, που δεν συνδέονται μεταξύ τους με σχέση αιτίου και αιτιατού. Η σχέση αυτή, σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι, ενδεχομένως, άμεση ούτε ίσως απολύτως εμφανής, αλλά ωστόσο πιστεύω ότι κάθε είδους υποψίες είναι  τώρα πια  δικαιολογημένες, κατά την προσέγγιση  αυτών των ακανθωδών οικονομικών θεμάτων,  εξαιτίας της, ας το πω έτσι, «επισημοποίησης» των παρακολουθήσεων και συνωμοσιών από και προς τους πάντες[32], που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ύπαρξη σκοτεινών   καταστάσεων,  επιμελώς κεκαλυμμένων  πίσω από τις επίσημες.
Να αρχίσω, λοιπόν,  με την «ανταγωνιστικότητα», για την  οποία  η φρενήρης επιδίωξη καθώς και οι σχετικές μεθοδεύσεις για την επίτευξή της είναι, κατά τη γνώμη μου, σε θέση να ερμηνεύσουν πολλά από τα δεινά των σύγχρονων, και κυρίως, των ευρωπαϊκών οικονομιών. Δεν θα επεκταθώ στην ανάλυση του περιεχομένου της «ανταγωνιστικότητας». Θα αρκεστώ να παρατηρήσω, σχετικά,  ότι με την εισαγωγή ενός νέου Συμφώνου στους κόλπους της ΕΕ, αυτό της Ανταγωνιστικότητας, η Γερμανία καλεί τα κράτη-μέλη να την εκλάβουν, ουσιαστικά, ως υπόδειγμα και να προσπαθήσουν να γίνουν εξίσου ανταγωνιστικά με την ίδια. Εκτός του ότι μια τέτοια  προσπάθεια απομίμησης της Γερμανίας, στον τομέα αυτό, δεν είναι δυνατόν να καταλήξει σε θετικά αποτελέσματα[33], αν όλες  οι χώρες [34] ακολουθήσουν τις ίδιες γερμανικές προδιαγραφές, θα καταλήξει επιπλέον σε  οικονομικό μαρασμό, στο εσωτερικό της κάθε χώρας[35]. Η ανταγωνιστικότητα, σε αντίθεση με τον υγιή ανταγωνισμό, έχει έντονα επιθετικό και εχθρικό χαρακτήρα, επειδή  χωρίς αναγκαστικά να επιτυγχάνει μεγιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος, αποβλέπει πρωτίστως στην εξαφάνιση των αντιπάλων. Πρόκειται για στρατηγική που εξέρχεται του κλασικού και νεοκλασικού περίγυρου, όπου όλοι οι συναλλασσόμενοι στο διεθνές εμπόριο υποτίθεται ότι ωφελούνται, αφού η άνοδος της ανταγωνιστικότητας της  Α οικονομίας, συνεπάγεται πτώση της ανταγωνιστικότητας της Β. Πράγματι, από τον τρόπο που η ανταγωνιστικότητα  εφαρμόζεται, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν  σαφείς προδιαγραφές της, συνάγεται ότι ο κυρίαρχος στόχος της είναι η μεγιστοποίηση του μεριδίου του εξωτερικού εμπορίου της κάθε οικονομίας, που αναγκαστικά περιορίζει τα μερίδια των αντιπάλων της. Ιδιαίτερη, βέβαια, σημασία έχουν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση της ανταγωνιστικότητας, γιατί ακριβώς αυτά δημιουργούν το σύγχρονο οικονομικό χάος. Σπεύδω να επισημάνω ότι το κυριότερο  μέσο με το οποίο επιχειρείται η αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι η συμπίεση του εργατικού κόστους. Αυτή επιδιώκεται, πρώτον με  την ελαχιστοποίηση της εργατικής αμοιβής, μέτρο που   υποχρεώνει τις σύγχρονες οικονομίες να ανταγωνίζονται αναμεταξύ τους για το ποια θα  περιορίσει περισσότερο το επίπεδο των μισθών, αφαιρώντας μερίδιο εξαγωγών από τις ανταγωνίστριές της. Η συμπίεση των μισθών, στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, διευκολύνεται αποφασιστικά από την ανοχή ή και την ενθάρρυνση της παράνομης μετανάστευσης, καθώς και από τις ευκολίες, που εξασφαλίζει η   μετεγκατάσταση επιχειρήσεων, από τις πιο προηγμένες στις αναδυόμενες οικονομίες, αλλά  ακόμη και η απειλή  απλής πρόθεσης μετεγκατάστασης.  Εξάλλου, η επιδίωξη μείωσης του επιπέδου μισθού δεν αρκείται στον άμεσο, αλλά επιτίθεται και στον έμμεσο ή κοινωνικό μισθό, απενεργοποιώντας σταδιακά σημαντικές λειτουργίες  του κράτους Πρόνοιας. Αλλά, και δεύτερον,  να υπογραμμίσω ότι η συμπίεση του εργατικού κόστους επιδιώκεται με μαζικές απολύσεις, που συρρικνώνουν τον όγκο της απασχόλησης. Συνεπώς, η επιδίωξη ενίσχυσης της «ανταγωνιστικότητας» των σύγχρονων οικονομιών εμπεριέχει και την ανοχή, εκ μέρους τους, της  ανερχόμενης ανεργίας, επίσημης ή κεκαλυμμένης, εφόσον έμμεσα πλην σαφώς αναγνωρίζεται ότι, ακριβώς, η ανεργία  προωθεί τους στόχους τους, και έτσι ερμηνεύεται η μη λήψη μέτρων για την απορρόφησή της. Η «ανταγωνιστικότητα» αναδεικνύεται, έτσι, ως ο υπ’ αριθμόν 1 εχθρός των εργαζόμενων, γιατί είναι σαφές ότι αποστασιοποιείται από την προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας, που κατανέμεται ανάμεσα στους δύο βασικούς συντελεστές της παραγωγής, την εργασία και το κεφάλαιο. Αντιθέτως, η ανταγωνιστικότητα ανέρχεται χάρη στον περιορισμό του εργατικού μισθού και ωφελεί αποκλειστικά το κεφάλαιο. Με τις συνθήκες αυτές η κορύφωση των ανισοτήτων κατανομής του εισοδήματος, που εξετάζεται διεξοδικά στο εξαιρετικό σύγγραμμα του Thomas Piketty[36], είναι η συνέπεια αυτών των τεραστίων  ανισορροπιών, που αν δεν αντιμετωπιστούν με αποτελεσματικό τρόπο,  κινδυνεύουν να ενταθούν στο προσεχές μέλλον και να αποσταθεροποιήσουν πλήρως την παγκόσμια οικονομία. Για τον περιορισμό των ανισοτήτων, όπως είναι γνωστό, η προοδευτική φορολογία είναι το μέσο, που σε πείσμα των ατελειών του, αποδεικνύεται το αποτελεσματικότερο όλων. Και, όμως, η προοδευτικότητα της φορολογίας, από κοινού με τη φορολόγηση του κεφαλαίου, υποχωρεί στις σύγχρονες προηγμένες οικονομίες. Οι ανισότητες, όμως,  ενισχύονται και από την αύξηση του ειδικού βάρους της σκιώδους οικονομίας, η οποία γίνεται σιωπηρά ανεκτή από τους νεοφιλελεύθερους, ως μία από τις σημαντικές εκφράσεις της ατομικής ελευθερίας.  Στο πλαίσιο αυτής της μορφής ατομικής ελευθερίας, ουσιαστικά, δεν καταβάλλονται φόροι, και έτσι δημιουργείται δυισμός ανάμεσα στην επίσημη και στην ανεπίσημη οικονομία. Να προσθέσω, ακόμη, για τη συμπλήρωση αυτού του εδαφίου, ότι το περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό με τον άκρατο φιλελευθερισμό, ενθαρρύνει σιωπηρά  τη φοροδιαφυγή, σε πείσμα της υπογραφής, από το G20, τον Αύγουστο του 2009, της υποχρέωσης λήψης ισχυρών μέτρων για την καταπολέμηση των φορολογικών παραδείσων. Γι αυτό και οι καταθέσεις στους παραδείσους παρέμειναν, ουσιαστικά, ανέπαφες για την περίοδο 2007-2011[37].
2β) Οι σύγχρονες οικονομίες αδιαφορούν για την ανάπτυξη
Η κυρία επιδίωξη των σύγχρονων οικονομιών, με έμφαση στην ΕΕ, είναι αποκλειστικά και μόνο  η καταπολέμηση του πληθωρισμού, ή και απλώς η  καταπολέμηση  της σκιώδους απειλής του, με την προσφυγή σε  συνεχή αντιπληθωριστική πολιτική, που υλοποιείται με την εφαρμογή  αδιάκοπης λιτότητας. Έχει, στο μεταξύ, εντελώς λησμονηθεί, ωσάν ουδέποτε να έχει υπάρξει η κεϋνσιανή επανάσταση, που αμέσως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έφερε στο προσκήνιο την κρατική παρέμβαση, ως  παράγοντα δημιουργίας πλήρους απασχόλησης και  ταχύρρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης. Έχει, έτσι, περιπέσει σε πλήρη αχρησία το 50% των διαθέσιμων πάλαι ποτέ μέτρων πολιτικής, εφόσον μόνο η νομισματική πολιτική χρησιμοποιείται, αλλά και αυτή μόνο στο σκέλος της δημιουργίας αντιπληθωρισμού. Αντιθέτως, η δημοσιονομική πολιτική, και ειδικότερα αυτή του ελλειμματικού προϋπολογισμού, που όταν δεν οφείλεται σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, είναι σε θέση να επιτύχει πλήρη απασχόληση και αναζωογόνηση της οικονομίας, έχει πλήρως  αποκλειστεί. Σε πλήρη αχρησία έχουν, επίσης, περιέλθει οι δύο αρχές του πολλαπλασιαστή και  της επιτάχυνσης, που με τη θετική τους λειτουργία, και κάτω πάντοτε από προϋποθέσεις, μπορούν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην έξοδο οικονομίας, από την κρίση[38]. Είναι ξεκάθαρο ότι οι επιλογές των σύγχρονων προηγμένων οικονομιών δεν είναι ούτε η πραγματοποίηση της πλήρους απασχόλησης, αλλά ούτε και η οικονομική ανάκαμψη και η επιστροφή σε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης. Αντιθέτως, οι επιλογές τους είναι η, κατά το δυνατόν,  δημιουργία κλίματος  ασφάλειας, για την τοποθέτηση των κεφαλαίων στα χρηματιστήρια, όπου «ο καπιταλισμός δεν έχει πια οικονομική λειτουργία, δεν χρησιμοποιεί μηχανές, δεν εκμεταλλεύεται νέες πρώτες ύλες, δεν επεκτείνει τις αγορές, αλλά υπηρετεί ένα κεφάλαιο που δεν παράγει πια κεφάλαιο»[39].

2γ)Και εναντίον του κράτους Πρόνοιας
Η σταδιακή κατεδάφιση του κράτους Πρόνοιας, αρχικά στην Ελλάδα, και στη συνέχεια στο σύνολο της ΕΕ, οφείλεται κύρια και πρωταρχικά στους φανατικούς νεοφιλελεύθερους, που το θεωρούν όχι μόνο άχρηστο και  αναποτελεσματικό, αλλά και υπαίτιο δυσθεώρητης σπατάλης. Σχετικά με την άποψη περί  υπερβολικής σπατάλης,  που είναι η επικρατούσα μεταξύ των  νεοφιλελεύθερων, αυτή  ωστόσο διαψεύδεται από τα αποτελέσματα εντελώς πρόσφατης έρευνας, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για  «λανθασμένη  άποψη, καθώς   το κόστος του κράτους Πρόνοιας υπολείπεται του αντίστοιχου των ιδιωτικών ασφαλίσεων εξαιτίας της λειτουργίας σε αυτό οικονομιών κλίμακας»[40]. Η ενσυνείδητη απίσχνανση του κράτους Πρόνοιας, από τους αρμόδιους των σύγχρονων κυβερνήσεων, εντείνει τις ανισότητες σε όλους τους τομείς, και δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας, που αποθαρρύνει την οικονομική δραστηριότητα.
           

Μέρος ΙΙ. Οι αναπότρεπτες συνέπειες
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί το νέο διεθνές οικονομικό κατασκεύασμα του συνδυασμού παγκοσμιοποίησης, άκρατου νεοφιλελευθερισμού και μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, είναι άναρχο και εφοδιάζει,  όλους τους τομείς  με αταξία και όχι με  τάξη. Πρόκειται για συνονθύλευμα, που αναβιώνει συνθήκες που ενθαρρύνουν την επικράτηση των νόμων της ζούγκλας, που νομιμοποιεί καταστάσεις πολυεπίπεδης εκμετάλλευσης, που  υποβαθμίζει τη σημασίας των εθνικών συνόρων, που εξαφανίζει τη στοιχειώδη ανθρώπινη αλληλεγγύη και που υποθάλπει το έγκλημα, σε όλες του τις μορφές[41]. Πρόκειται για χαώδη κατάσταση, η οποία επικρατεί στην παγκόσμια, όπως και στις επί μέρους εθνικές οικονομίες, και της οποίας οι εμφανέστερες συνέπειες είναι δυνατόν να συνοψιστούν ως εξής:

Α) Χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και υψηλή ανεργία
Ειδικά στην Ευρώπη, οι αναιμικοί ρυθμοί ανάπτυξης μετά τα 30 ένδοξα χρόνια, αλλά και η προοπτική συνέχισής τους και στο μέλλον[42],  πιθανότατα οφείλονται σε πολυσύνθετα αίτια, μεταξύ των οποίων και η οικονομική ωριμότητα[43]. Ωστόσο, θεωρώ αναμφισβήτητη την πολύ αρνητική επίδραση που είχε και εξακολουθεί να έχει η παγιωμένη μακροοικονομική πολιτική της στραγγαλιστικής λιτότητας, που επιβάλλεται σε αυτήν  χάριν μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας, που εξασφαλίζεται μόνο υπέρ της Γερμανίας, με σαφείς ήδη τάσεις υποχώρησής της ακόμη και εκεί. Ο σκληρός πυρήνας  αυτής της πολιτικής είναι, αναμφίβολα, η παραδοχή του μισθού αποκλειστικά ως δαπάνης παραγωγής- που οφείλει με κάθε θυσία να μειωθεί-και όχι ταυτόχρονα και ως παράγοντας ενεργού  ζήτησης. Έτσι, η Ευρώπη λειτουργεί, σε μόνιμη πια βάση, κάτω από συνθήκες ισορροπίας υποαπασχόλησης.  Που σημαίνει ανεργία και μέγεθος ΑΕΠ κατώτερο του δυνητικού. Είναι εμφανές ότι η ευρωπαϊκή οικονομία λειτουργεί  σε περιβάλλον ώριμου καπιταλισμού, όπως αυτό αναλύεται από τον Marx και τον Keynes, δηλαδή πάσχει από  ανεπαρκή ενεργό ζήτηση και αντιπληθωριστικές τάσεις, που τροφοδοτούν ανερχόμενη συνεχώς ανεργία. Αυτή, στους κόλπους της ΕΕ, αγγίζει  τα 25,7 εκατομμύρια, ή το 10,5% του ενεργού πληθυσμού τον Μάρτιο του 2014[44]. Στο εσωτερικό οικονομιών με τέτοιες προδιαγραφές, όλες οι βασικές αναπτυξιακές ροπές είναι υποτονικές. Και η ροπή της κατανάλωσης, και η της αποταμίευσης, και αυτή της επένδυσης και του νεωτερισμού, γι αυτό και η ύφεση ανακυκλώνεται. Η κατανάλωση υπολείπεται, μόνιμα,  από την αντίστοιχη της πλήρους απασχόλησης, επειδή εφαρμόζονται τα οικονομικά της προσφοράς, που υποβαθμίζουν  τη ζήτηση[45]. Με ανεπαρκή ζήτηση και απίσχνανση της πραγματικής οικονομίας, προς όφελος της χρηματιστηριακής, η αποταμίευση κατευθύνεται, κυρίως, προς κερδοσκοπικές τοποθετήσεις ή αποθησαύριση. Είναι, κατά πρώτο και κύριο λόγο οι πλούσιοι που δεν επενδύουν στην πραγματική οικονομία, και που το ειδικό τους βάρος ανέρχεται εξαιτίας της κορύφωσης των ανισοτήτων, επειδή προτιμούν να διατηρούν υψηλή ρευστότητα, προστατεύοντας έτσι την περιουσία τους και αποφεύγοντας τη φορολογία, ή τοποθετώντας τα κέρδη τους  στο χρηματιστήριο[46]. Οι επιλογές αυτές επιτείνουν τις ανισότητες[47], επειδή τα κέρδη προστίθενται μόνο στο κεφάλαιο και όχι και στην εργασία. Αλλά και οι νεωτερισμοί επιβραδύνονται σε οικονομίες με μόνιμη ισορροπία υποαπασχόλησης και μεγάλες ανισότητες, επειδή αργοπορεί η έλευση του σχετικού κορεσμού των παραδοσιακών βιομηχανικών προϊόντων, και δεν δημιουργείται επαρκής ζήτηση για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Με τις συνθήκες αυτές δεν δικαιολογούνται ελπίδες απορρόφησης της ανεργίας.

Β) Κορυφούμενη ανασφάλεια
Η παράβαση  βασικών οικονομικών  κανόνων, οι οποίοι είχαν καθιερωθεί και ίσχυαν απαρεγκλίτως  για μακρό χρονικό διάστημα  στο παρελθόν, γενικεύει την ανασφάλεια στις σύγχρονες οικονομίες, εγκαθιστά τη δυσαρέσκεια μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και επιφέρει σοβαρό πλήγμα στη δημοκρατία. Θα αρκεστώ σε δύο  ακραίων συνεπειών αναφορές:
α) Η πρώτη αναφέρεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη, με την οποία είναι απαραίτητο να περιβάλλεται η  ιδιωτική αποταμίευση, που όμως στο τελευταίο διάστημα υπέστη ανεπανόρθωτο πλήγμα. Πρόκειται καταρχήν για τη ληστεία που υπέστησαν οι καταθέσεις ιδιωτών σε ορισμένες τράπεζες της Κύπρου, τον Απρίλιο του 2013, με τη χρησιμοποίηση του δημόσιου χρέους ως αλόγου της Τροίας. Αυτό το κούρεμα ιδιωτικών καταθέσεων που υπερέβαιναν τις 100.000Ε δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και αλλού, σε περίπτωση έλλειψης άλλων μέσων εξόφλησης των χρεών, όπως ανακοινώθηκε από επίσημα ευρωπαϊκά χείλη, και μάλιστα πιθανόν χωρίς  να σώζονται και καταθέσεις κατώτερες των 100.000Ε.  Πρόκειται, στη συνέχεια, για το απροειδοποίητο άνοιγμα ιδιωτικών λογαριασμών, στην Ελλάδα, και δήμευση ποσών τα οποία  οι καταθέτες χρωστούν στην εφορία.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι αποταμιευτές δεν μπορούν, εφεξής,  να έχουν εμπιστοσύνη στις τράπεζες, και η διαπίστωση αυτή καταργεί ουσιαστικά τη φύση της  αποταμίευσης, που είναι η βασική κινητήρια δύναμη  της ανάπτυξης. Και στο σημείο αυτό τα οικονομικά που διδάσκονταν και διδάσκονται ακόμη στα Πανεπιστήμια, ουδόλως χρησιμεύουν για την ερμηνεία της πραγματικότητας. Γιατί, ήδη, βρισκόμαστε  στο καπιταλιστικό στάδιο της ληστείας και της  αρπαγής[48].
β) Και η δεύτερη, από τις δύο επιλεγμένες παραπάνω αναφορές, σχετίζεται με τη σταδιακή κατάργηση  όλων των εργατικών δικαιωμάτων, και μάλιστα χωρίς προειδοποίηση και σχετική δικαιολόγηση. Ουσιαστικά, δεν επρόκειτο για δικαιώματα, αλλά για προσπάθεια περιορισμού της, sine-qua-non μειονεκτικής θέσης του μεμονωμένου εργαζόμενου, απέναντι στον εργοδότη. Της προσπάθειας δηλαδή εξουδετέρωσης,  στο μέτρο του δυνατού,  των εργοδοτικών προνομίων, έτσι ώστε η συμφωνία εργασίας  μεταξύ τους  να μην είναι λεόντεια και ορθάνοικτη σε παντός είδους εκμετάλλευση και εκβιασμούς[49]. Η έντονη ανασφάλεια που επικρατεί, κυρίως, βέβαια στην Ελλάδα όπου δεν έμεινε ανέπαφο  κανένα σχεδόν εργασιακό δικαίωμα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, στην οποία άρχισε η κατεδάφιση του «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», διαχέεται σε ολόκληρη την  υφήλιο με  δυσμενείς γενικότερες συνέπειες.

Γ)Ρήξεις
Η χαώδης λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών μπορεί, σε κάποιο βαθμό, να συγκεκριμενοποιηθεί με την προσπάθεια απαρίθμησης των ρήξεων, που έχει ανελέητα υποστεί ο βασικός τους κορμός. Πρόκειται για διαλυτικής υφής αποκολλήσεις, συνόλων, ομάδων και τομέων, των οποίων η συμπόρευση εξασφαλίζει την οικονομική και κοινωνική ισορροπία, ενώ ο βίαιος διαχωρισμός τους καταλήγει σε οδυνηρές και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
            Ως πρώτη ρήξη θα αναφέρω αυτήν, που ενσυνείδητα προκαλείται, ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η ομαλή λειτουργία της οικονομίας απαιτεί τη συνύπαρξή τους, την αλληλοσυμπλήρωσή τους, τη στενή τους συνεργασία. Ωστόσο, η πλήρης επικράτηση, μετά τη δεκαετία του’70, της ακραίας νεοφιλελεύθερης θεώρησης εκλαμβάνει το δημόσιο τομέα ως εξάμβλωμα και ως ανωμαλία του συστήματος, και επεξεργάζεται κάθε δυνατό μέσο για τον εξοστρακισμό του. Να υπενθυμίσω ότι μια παρόμοια κούρσα, αλλά προς την διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση, ακολουθήθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και μέχρι τη δεκαετία του ’70, με εχθρό τότε τον ιδιωτικό τομέα, και με την προσπάθεια ελαχιστοποίησης της σημασίας του, μέσω μαζικών κρατικοποιήσεων. Αυτές οι βίαιες εναλλαγές, βρίσκονται δυστυχώς στα πλαίσια παραλογισμών και θα πρέπει με κάθε θυσία να αποφευχθούν  στο μέλλον, εφόσον καταλήγουν στο να αποστερούν την οικονομία, από τις δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα της μισής ύπαρξής της[50].
            Μια άλλη τραυματική ρήξη, στις σύγχρονες οικονομίες, είναι το ολοένα διευρυνόμενο χάσμα, ανάμεσα στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, παγκόσμια και ιδιαίτερα ευρωπαϊκή, και στις επιθυμίες των πολιτών, που δεν λαμβάνονται υπόψη. Πράγματι, σε μια από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, στους  κόλπους της ΕΕ, το 60% των ερωτηθέντων, έναντι ενός 16%, πιστεύει ότι υπάρχουν καλύτερες λύσεις από τη λιτότητα. Τα πιο υψηλά ποσοστά κατεγράφησαν στην Ελλάδα (94%), στην Πορτογαλία (81%) και στην Ισπανία (80%). Μόνο το 22% των Ευρωπαίων εκτιμά ότι οι πολιτικές λιτότητας ωφελούν όλη την Ευρώπη, έναντι του 67% που πιστεύει ότι οι πολιτικές αυτές δεν ευνοούν παρά ορισμένα κράτη μέλη. Όταν τούς ζητήθηκε να κατονομάσουν χώρες, ανέφεραν πρώτη τη Γερμανία (77% των απαντήσεων), με δεύτερη τη Γαλλία (48%) και τρίτη τη Βρετανία (39%). Πάνω από το 50% των Ευρωπαίων εκτιμά ότι οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται από την αρχή της κρίσης απέτυχαν[51]. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, το 51% των πολιτών της ΕΕ εκτιμά ότι οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν για την ανάταξη των δημοσιονομικών δεν έχουν αποτέλεσμα. Μόνο το 5% πιστεύει το αντίθετο. Εξάλλου, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αντανακλά μια σαφή απόρριψη των κομμάτων εξουσίας που συνδέθηκαν ή συνδέονται με τη λανθασμένη και άδικη αντιμετώπιση της κρίσης στην ευρωζώνη. Σε όλες τις εκλογές τα τελευταία χρόνια οι ψηφοφόροι ψήφισαν για αλλαγή και στο τέλος βρέθηκαν περίπου στα ίδια - ακριβώς εξαιτίας των κοινών πολιτικών που εφαρμόστηκαν παντού και των νέων δημοσιονομικών κανόνων που υπαγορεύει το Βερολίνο και υλοποιούν οι Βρυξέλλες. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι η απουσία ικανών εναλλακτικών λύσεων στρέφει αρκετούς ψηφοφόρους προς τα άκρα, που εκφράζουν αντιευρωπαϊσμό. Και, όμως, η πολιτική της λιτότητας συνεχίζεται, και μάλιστα σύμφωνα με  πρόσφατες δηλώσεις του νέου επιτρόπου της Commission, «αυτή θα συνεχιστεί επ’ αόριστον».
            Τέλος, μια τρίτη  δραματική ρήξη είναι ο διαχωρισμός  των σύγχρονων  οικονομικών επιδιώξεων, από την ευημερία των πολιτών, όπως κατεξοχήν υλοποιείται με την επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας. Ανταγωνιστικότητα για ποιους ακριβώς, δεδομένου ότι, όπως τονίστηκε παραπάνω, το μέσο επίτευξής της είναι η ελαχιστοποίηση του επιπέδου μισθού. Δηλαδή, η εξαθλίωση του 85% του συνολικού ενεργού πληθυσμού των προηγμένων οικονομιών.

              

Συμπέρασμα
Στο παρελθόν, συχνά, η οικονομία κατηγορήθηκε ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις, για να αναγνωριστεί ως επιστήμη. Γι αυτό, και έγινε μια γιγαντιαία προσπάθεια απόδειξης του αντιθέτου, με τη σχεδόν μαζική  προσφυγή στην οικονομετρία, που συνδυάζει στατιστική, μαθηματικά και βέβαια οικονομική θεωρία. Η αίγλη της οικονομετρίας, όμως, από την οποία αναμενόταν η δυνατότητα αποδείξεων, αλλά και προβλέψεων, αμαυρώθηκε σημαντικά, εξαιτίας της αδυναμίας της να προβλέψει τη δεύτερη μεγάλη οικονομική κρίση του 2007, αλλά και εξαιτίας  αποτελεσμάτων, που δεν είχαν σχέση με την οικονομική πραγματικότητα. Οπωσδήποτε, ωστόσο, υπήρχαν τα  γερά θεμέλια της οικονομικής θεωρίας, που σε πείσμα των δυσχερειών εφαρμογής αρκετών υποθέσεών της, καθώς και σε πείσμα της ανάγκης, μετά το 1936, επιλογής τής, εκάστοτε, ακολουθητέας  οικονομικής πολιτικής ή του συνδυασμού της,  ανάμεσα σε ελεύθερη αγορά και παρεμβατισμό,  ήταν πάντοτε εφικτός ο αντίλογος στις επικρίσεις περί έλλειψης επιστημοσύνης  της.
Μετά, όμως, από την εγκαθίδρυση της παγκοσμιοποίησης, με συνοδούς έναν φανατικό φιλελευθερισμό και την αποβιομηχάνιση, που έφερε στο προσκήνιο το μεταβιομηχανικό στάδιο, δεν είναι υπερβολική η διαπίστωση ότι η παγκόσμια οικονομία οδεύει  χωρίς πυξίδα στο χάος.
Θέλω να ελπίζω  ότι μπόρεσα να προσκομίσω αρκετές  αποδείξεις, για την αδήριτη ανάγκη  συνέχισης της σχετικής  έρευνας για την εξεύρεση νέων θεωρητικών εργαλείων ανάλυσης της νέας οικονομικής πραγματικότητας. Γιατί, παρότι, οι αρμόδιοι  συμπεριφέρονται ωσάν να   υπακούν δήθεν σε κάποιες θεωρητικές εντολές, που εξασφαλίζουν ισορροπίες, ουσιαστικά, ουδέν απέμεινε  από τους κλασικούς ρυθμιστικούς κανόνες λειτουργίας της μικρο και μακροοικονομίας.  Όσο κι αν ακούγεται τρομακτικό, η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε πια σε θέση να αποφανθούμε για το πώς διαμορφώνονται οι τιμές, για πως αποφασίζεται το επίπεδο των μισθών, για το πώς διενεργείται η διανομή του παραγόμενου προϊόντος, για το πώς λειτουργούν οι αποφασιστικές ροπές της οικονομίας, για το ποιες επιλογές οικονομικής πολιτικής απαιτούνται  ώστε να απορροφηθεί η ανεργία και να αρχίσει η ανάκαμψη. Ακόμη, η Ευρωζώνη λειτουργεί,  χωρίς κανονικό νόμισμα, καθώς το ευρώ είναι, ουσιαστικά, ουδέτερο ή σκιώδες νόμισμα. Εξάλλου, στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, έχει πλήρως αχρηστευθεί η φαρέτρα των μέτρων που βοηθά την οικονομία να μετριάσει  τις δυσμενείς συνέπειες της κατιούσας φάσης του κύκλου και πιο μακροχρόνια να της εξασφαλίσει ταχύρρυθμη ανάπτυξη, ενώ οι δυνατότητές της έχουν απελπιστικά συρρικνωθεί σε μια συνεχή μάχη εναντίον ενός ανύπαρκτου πληθωρισμού[52]. Ο παραδοσιακός επιχειρηματίας, που επένδυε τα κέρδη του, αναλάμβανε κινδύνους που δικαιολογούσαν αυτά τα κέρδη του, και που είχε αποφασιστική συμβολή στην ανάπτυξη της χώρας του αποτελεί μακρινή ανάμνηση. Τώρα, αντιθέτως, δεσπόζουν στον πάλαι ποτέ επιχειρησιακό χώρο τα «χρυσά αγόρια», που αγοράζουν, παράγουν και πωλούν αέρα,  έναντι αστρονομικών αμοιβών, που δεν δικαιολογούνται με την πρώτη ματιά, και οπωσδήποτε δεν έχουν σχέση με την, όπως και να προσδιοριστεί, παραγωγικότητά τους. Ο κρατικός τομέας, στον οποίο, ακριβώς, με τις παρούσες συνθήκες θα έπρεπε να γίνεται ευρύτατης έκτασης προσφυγή, προκειμένου να μετριαστούν αδικίες και να περιοριστεί το χάος, έχει χαρακτηριστεί «εχθρός της προόδου». Στον κρατικό τομέα, εξάλλου, επιρρίπτονται συλλήβδην όλα τα δεινά των σύγχρονων οικονομιών και εκλαμβάνεται ως αποδιοπομπαίος τράγος. Στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης ατομικής ελευθερίας[53] ευνοείται, ουσιαστικά, η φοροδιαφυγή[54], με αποτέλεσμα να μην είναι πια δυνατή η συνέχιση του κράτους Πρόνοιας.
Όσο σκληρή και αν είναι η διαπίστωση,  όλα όσα οι παλαιότεροι οικονομολόγοι έχουν διδαχθεί, ακόμη και στα καλύτερα Πανεπιστήμια της υφηλίου, αποτελούν σύνολο άχρηστων γνώσεων, για τις σημερινές συνθήκες. Οι σύγχρονες οικονομίες, χορεύουν στο ρυθμό του κέρδους, που επιδιώκεται και αποκτάται με οποιονδήποτε- έστω και στα όρια του εγκλήματος-  τρόπο και υπακούν στις συγκυριακές επιθυμίες και στις εντολές των πολυεθνικών. Αναφορικά με τη διδασκαλία των οικονομικών, αυτή έχει συρρικνωθεί σε ορισμένες σχολές διοίκησης επιχειρήσεων, που έχουν ως σύμβολα αρπακτικά όρνια και σαρκοβόρα ψάρια, και που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή οικονομική θεωρία. Δυστυχώς, τώρα, όσοι στο παρελθόν υποστήριζαν ότι η οικονομία δεν είναι επιστήμη, δικαιώνονται απολύτως.
Το αγωνιώδες ερώτημα είναι: υπάρχει διέξοδος; Υπάρχει οδός επιστροφής στην οικονομική επιστήμη, που στο παρελθόν  ανήκε  στις κοινωνικές επιστήμες;
Ένα ερώτημα, που όπως και άλλα πολλά σχετικά, δεν διαθέτει εμφανή, ούτε εύκολη, ούτε γενικής παραδοχής απάντηση. Οι δυσκολίες αυτές οφείλονται στο ότι εισέδυσαν στο χώρο  φανατισμοί, ακραίες  ιδεολογίες,  ισχυρά επενδυμένα συμφέροντα, αλλά και σε κάποιο, ευτυχώς, μικρό ποσοστό, και αναπότρεπτες εξελικτικές διαδικασίες.
Με πολλούς δισταγμούς, καθώς και με την αίσθηση ότι η συμβολή και οι προτάσεις μου σε αυτό το κεφάλαιο είναι, εντελώς, εισαγωγικές, θα τελειώσω με κάποιες σκέψεις, αυτή την εισήγηση.
Όπως ανέφερα και στην αρχή, είναι κατεπείγουσα  η ανάγκη εξασφάλισης νέων θεωρητικών εργαλείων, που να είναι σε θέση να ερμηνεύσουν τα νέα στοιχεία της οικονομικής πραγματικότητας, και πάνω από όλα, να αποτρέψουν τη συνέχιση της άναρχης πορείας της παγκόσμιας οικονομίας.
Η εύκολη διαπίστωση, σχετικά, με την ανάγκη εξασφάλισης νέων θεωρητικών εργαλείων είναι ότι αυτά, προς το παρόν, δεν υπάρχουν. Ότι απαιτούν την εμφάνιση νέας θεωρίας που να υποκαταστήσει τις επικρατούσες. Και, ακόμη, ότι είναι άγνωστο το πότε ή και το αν αυτή θα εμφανιστεί.
Προς το παρόν, διαθέτουμε δύο και μόνο δύο επικρατούσες οικονομικές θεωρίες,  βασικά στοιχεία των οποίων δεν είναι πια εφαρμόσιμα στις σύγχρονες οικονομίες, εξαιτίας των ριζικών μεταβολών που έχουν υποστεί. Δεν υπάρχει, όμως, άλλη λύση εκτός από την προσπάθεια να πορευτούμε, όσο γίνεται, με αυτές, για να αποφύγουμε το πλήρες οικονομικό χάος, την απόλυτη αποσύνθεση, την απρόσκοπτη επικράτηση  των συμφερόντων των ολιγαρχών στις σύγχρονες κοινωνίες.
Δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, τα κλειδιά αυτής της προσπάθειας:
*πρώτον, ο συνδυασμός των δύο οικονομικών κοσμοθεωριών και όχι ο αποκλεισμός από τη μία  της άλλης, και
*δεύτερο, η έντονη παρουσία του κράτους και του κράτους Πρόνοιας- με παράλληλη, και όσο γίνεται πιο αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς, των προνομιακών/πελατειακών σχέσεων- στην οικονομία, απαραίτητης τώρα, όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.  




Επιλεκτική βιβλιογραφία

*Artus, P.,/M.P. Virard (2008), Globalisation, le pire est à venir, La Découverte, Paris
* Bianco, Α., and  L. Lavelle (2000),  « The CEO Trapp », Business Week, 11/12
*Business Week, 28.08.2000
*Commission Européenne
*Dewey, D., (1965), Modern Capital Theory, New York
* Dolan, M (2014), “Why the rich are hoarding their cash” INYT, 12.06
*Duval, Gu., (2011), “Faut-il imiter l’Allemagne?”, Alternatives Εconomiques, No 300, Mars
*Fleck, S., J. Glacer and S.Sprague (2011), US Bureau of Labor Statistics. Monthly Labor Statistics
* Laurent, E., (2014),”Les liens libèrent”,  Alternatives Economiques
*Manière de voir, no 102, “Le crack du libéralisme » de 2008-janvier 2009
*Negreponti-Delivanis,M., (1974), “Réflexions sur le rendement du progrès technique », Mélanges en l’Honneur du Professeur Emile James
*Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, M., (1977), Οικονομική Ανάλυση, Μακροοικονομική Ισορροπία στον Καπιταλισμό και στο Σοσιαλισμό, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα (ελληνικά)
*Νεγρεπόντη-Δελιβάνη,Μ., (1983), Μικροοικονομική Ανάλυση, Τόμος Ι,  Μέρος ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Β’Έκδοση (ελληνικά)
* Negreponti-Delivanis,M., (1990), Europe’s life-buoy: its less developed regions, ed. Paratiritis (και ελληνικά από εκδόσεις Παρατηρητής)
* Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Μ., (1993), Iδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις, Eκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη (ελληνικά)
*Negreponti-Delivanis, Μ., (2002), La mondialisation conspiratrice, Paris, L’Harmattan, , chapitre 2, III (και ελληνικά)
*  Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Μ., (2004) Η τύχη του ευρώ, μετά την κηδεία του Συμφώνου Σταθερότητας, Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και  Κορνηλία  Σφακιανάκη: Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη)
*Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, M., (2007), Μεταρρυθμίσεις, Το ολοκαύτωμα των εργαζομένων στην Ευρώπη,  Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Λιβάνη, Αθήνα
* Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, M., (2014), Η εν ψυχρώ δολοφονία της Ελλάδας και η διέξοδος, η δραχμή, Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Ιανός, σ. 267 (υπό εκτύπωση και γαλλικά από τον LHarmattan)
*Picketty, Th., (2013), Le capital au XXIe siècle, Seuil, Paris
* Reich, R.,  (1997),  Interview au Journal  Le Monde, 7.9,
* Robinson, R., (1964), “Factor Prices not Equalized”, Quarterly Journal of Economics, May 1964
*Solow, R.M., (1960), “Investment and Technical Progress in Mathematical Methods in the Social Sciences, K.J.Arrow ed., Stanford
*The Economist, 08.05.1999
* Touraine, Α., (2013), La fin des sociétés, Seuil Paris
*G. Zucman, G., (2024)“Knocking on haven’s door, LSE Connect,Summer





[1] Από όσο γνωρίζω  δεν έχει γίνει σοβαρή έρευνα των επιπτώσεων αυτών των συνδυασμένων μεταβολών, στην έκταση εφαρμογής των επί μέρους αρχών της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας
[2] Επιτυγχάνει δηλαδή το άριστο δυνατό σημείο με τα δεδομένα που  εκάστοτε επικρατούν, και δεν επιθυμεί να μεταβάλλει τη θέση του, αν αυτά δεν μεταβληθούν
[3] Βλ. Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (1983), Μικροοικονομική Ανάλυση, Τόμος Ι, Μέρος ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Β’Έκδοση
[4] Απρίλιος 2014
[5] Να διευκρινίσω ότι αυτά είναι εμφανέστερα και συνηθέστερα στις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου
[6] Βλ. A. Touraine (2013), La fin des sociétés, Paris Seuil, pp. 45, 62, 97, 205, 548
[7] Βλ. M. Negreponti-Delivanis (2002), La mondialisation conspiratrice, Paris, L’Harmattan, , chapitre 2, III
[8] Ibidem  
[9] The Economist, 08.05.1999
[10] Βλ. A. Bianco and  L. Lavelle (2000),  « The CEO Trapp », Business Week, 11/12
[11] Η ελαχιστοποίηση  των μισθών  αποτελεί  πάγια τακτική, όχι μόνο για τις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου , όπου η εφαρμογή της είναι ακραία, αλλά και για ολόκληρη την υφήλιο, όπου διευκολύνεται με τη βοήθεια, πρώτον της απειλής  για μετεγκατάσταση επιχειρήσεων, δεύτερον της συρροής μεταναστών, κυρίως, παράνομων, που ρίχνουν το μέσο επίπεδο μισθού και, τέλος, του τρόπου εφαρμογής του δόγματος της ανταγωνιστικότητας, που βασίζεται στις μαζικές απολύσεις εργατικού δυναμικού
[12] Ο υπολογισμός αυτός  προβλέπει ισορροπία του   επιχειρηματία όταν ο μισθός του οριακού εργαζόμενου ισούται με την οριακή πρόσοδο
[13] Βλ. M. Negreponti-Delivanis (2002), op.cit. 398 ss
[14] Οι δαπάνες πώλησης είναι πολύ περιορισμένες, χάρη στο Διαδίκτυο και η γενίκευση της μερικής απασχόλησης-που ελαχιστοποιεί την πλήρη απασχόληση- μειώνει αποφασιστικά τις σταθερές δαπάνες. 
[15] Βλ. R.Reich  (1997),  Interview au Journal  Le Monde, 7.9, Business Week, 28.08.2000
[16] Ibidem, p.137
[17] Μέσω των κορυφούμενων ανισοτήτων κατανομής του εισοδήματος και της υποχώρησης της προοδευτικότητας της φορολογίας
[18] Συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού, απόλυτη κινητικότητα των συντελεστών της παραγωγής, ομοιογένεια των συντελεστών της παραγωγής .
[19] Βλ. J. Robinson (1964), “Factor Prices not Equalized”, Quarterly Journal of Economics, May 1964, p.205
[20] Μάρτιος  του 2008
[21] Commission Européenne
[22]Βλ. S. Fleck.J. Glacer and S. Sprague (2011), US Bureau of Labor Statistics. Monthly Labor Statistics
[23] 21,5% το 2000 και 17,2% το 2013
[24] Βλ. P.Artus/M.P. Virard (2008), Globalisation, le pire est à venir, La Découverte, Paris, p. 33
[25] Βλ.  R.M.Solow (1960), “Investment and Technical Progress in Mathematical Methods in the Social Sciences, K.J.Arrow ed., Stanford, pp 89-104.
[26] Βλ. D. Dewey (1965), Modern Capital Theory, New York. p. 141
[27] Βλ. M. Negreponti-Delivanis (1974), “Réflexions sur le rendement du progrès technique », Mélanges en l’Honneur du Professeur Emile James, pp. 293-302.
[28] Manière de voir, no 102, “Le crack du libéralisme » de 2008-janvier 2009
[29] Τουλάχιστον, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, τα οποία διακόπτονται από την εμφάνιση κρίσεων
που είναι συχνότερες από ότι στο παρελθόν
[30] Βλ. Μ. Dolan (2014), “Why the rich are hoarding their cash” INYT, 12.06
[31] Βλ. Μ. Νεγρεπόντη- Δελιβάνη (2004) Η τύχη του ευρώ, μετά την κηδεία του Συμφώνου Σταθερότητας, Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και  Κορνηλία  Σφακιανάκη: Θεσσαλονίκη

[32] Αρκεί να παρατηρήσω ότι δεν είναι «συνωμοσιολογία», αλλά γεγονός, η παρακολούθηση του κινητού τηλεφώνου της Γερμανίδας καγκελαρίου από την αμερικανική Κυβέρνηση. Ούτε είναι «συνωμοσιολογία» η κατάρριψη του αεροπλάνου, στην Ουκρανία, που παρότι έχουν περάσει εβδομάδες, δεν υπάρχει φως αλλά απλώς αλληλοκατηγορίες, για το ποιοί το κατέρριψαν. Στα πλαίσια αυτής της  πραγματικότητας, που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, με αποτελέσματα που αναμφίβολα είναι τραγικά,  η αδιαφορία διαπίστωσης  συσχετισμών, για τα όσα  συμβαίνουν στην παγκόσμια οικονομία,  είναι καταδικαστέα, από κάθε άποψη.
[33] Ήδη έχει αποτύχει  η Συνθήκη της Λισσαβόνας, που προέβλεπε ότι υο 2000 η ΕΕ θα είχε καταστεί η πιο ανταγωνιστική περιοχή της υφηλίου
[34] Ακριβώς, όπως τηρουμένων των αναλογιών, δεν ήταν εφικτή στο παρελθόν η επιδίωξη  θετικών αποτελεσμάτων, από τις θεωρίες των Μερκαντιλιστών, όταν όλα τα τότε προηγμένα κράτη επεδίωκαν τη συσσώρευση, όσο γίνεται μεγαλύτερης ποσότητας πολύτιμων μετάλλων, στη χώρα τους
[35] Που,  έστω και αν επιτύχουν, θα συνδυαστούν αναπόφευκτα με οικονομικό μαρασμό στο εσωτερικό της κάθε χώρας, βλ. Gu. Duval (2011), “Faut-il imiter l’Allemagne?”, Alternatives economiques, No 300, Mars
[36] Le capital au XXIe siècle (2013), Seuil, Paris
[37] Βλ. G. Zucman, “Knocking on haven’s door, LSE Connect,Summer 2014
[38] Βλ. Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (1977), Οικονομική Ανάλυση, Μακροοικονομική Ισορροπία στον Καπιταλισμό και στον Σοσιαλισμό, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα (ελληνικά), pp. 125 ss.
[39] Βλ. A. Touraine, op.cit. p.99
[40]Βλ. Eloi Laurent (2014),”Les liens libèrent”, στο Alternatives Economiques
[41] Βλ. M. Negreponti-Delivanis (2002), op.cit. Introduction

[42] Βλ. Th. Piketty (2013), op.cit. 158ss
[43]  Βλ. M. Negreponti-Delivanis (1990), Europe’s life-buoy: its less developed regions, ed. Paratiritis (και στα  ελληνικά από τον Παρατηρητή)
[44] Selon les estimations de l'Office européen de statistiques Eurostat
[45] Έχοντας πλήρως λησμονήσει τη ρήση του Alfred Marshall ότι «η ζήτηση όσο και η προσφορά είναι τόσο απαραίτητες, όσο και οι δύο λάμες ενός ψαλιδιού»
[46]Βλ. M. Dolan (2014), “Why the rich are hoarding the cash”, INYT, 12.06  
[47] Στις ΗΠΑ το 0.1% του πληθυσμού κατέχει το 23% του πλούτου, όσο και το 90% των πιο φτωχών
[48] Βλ. Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (2014), Η εν ψυχρώ δολοφονία της Ελλάδας και η διέξοδος, η δραχμή, Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Ιανός, σ. 267 (υπό εκτύπωση και γαλλικά από τον LHarmattan)
[49] Βλ. Μ. Νεγρεπόντη- Δελιβάνη (2007), Μεταρρυθμίσεις, Το ολοκαύτωμα των εργαζομένων στην Ευρώπη,  Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Λιβάνη, Αθήνα

[50] Βλ. Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (1993), Iδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις, Eκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη (ελληνικά)

[51] Σύμφωνα με το ινστιτούτο δημοσκοπήσεων Gallup για την πλατφόρμα "Debating Europe"

[52] Που, ήδη, έχει μεταστραφεί στα πλαίσια της ΕΕ σε απειλητικό αντιπληθωρισμό.
[53] Εφόσον υπερβαίνει τα όρια, πέραν των οποίων καθίσταται βλαπτική για την ολότητα
[54] Παρότι, αναγγέλλονται συνεχώς σε ολόκληρη την υφήλιο,   μέτρα για τη δήθεν πάταξή της.