Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Η απαξίωση της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας στη νέα διεθνή οικονομική τάξη[1] Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

Η απαξίωση της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας στη νέα διεθνή οικονομική τάξη[1]
Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
================================================

Εισαγωγή
Το θέμα της εισήγησής μου,  στο  φετινό συνέδριο του Πανεπιστημίου μας –θέλω να πιστεύω ότι μπορώ να το λέω «μας» και εγώ – κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για ένα τεράστιο πρόβλημα, που αν και παραλύει ουσιαστικά την ομαλή λειτουργία της οικονομίας, έχει ωστόσο τραγικά παραμεληθεί. Πρόκειται, για την προϊούσα αδυναμία προσέγγισης και επίλυσης οποιουδήποτε οικονομικο-κοινωνικού προβλήματος, με τα κλασικά θεωρητικά εργαλεία.
Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στις νέες και δραματικές μεταβολές των προηγμένων οικονομιών,  που θέτουν σταδιακά  εκτός χρήσης  την πεμπτουσία της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας.  Είναι, πράγματι, αναμφισβήτητο ότι τα νέα  και σε εξέλιξη  χαρακτηριστικά του μεταβιομηχανικού  αναπτυξιακού σταδίου, που τώρα διανύει η ανθρωπότητα,  καθιστούν πεπερασμένο  το σύνολο σχεδόν των  οικονομικών θεωρημάτων, πεποιθήσεων και υποθέσεων. Ένα  σημαντικό τμήμα του κλασικού περιεχομένου της Πολιτικής  Οικονομίας, όπως αυτή διδάσκονταν και εξακολουθεί εν πολλοίς να διδάσκεται στα πανεπιστήμια της υφηλίου, δεν είναι πια σε θέση να ερμηνεύσει τη νέα πραγματικότητα, και να προσφέρει λύσεις στα ακανθώδη προβλήματά της. Μας χρειάζονται, λοιπόν,  νέα ερμηνευτικά εργαλεία, τα οποία  όμως δεν είναι, προς το παρόν, διαθέσιμα. Θεωρώ ανεξήγητη, όσο και θανάσιμα επικίνδυνη αυτήν την αδιαφορία, που μετατρέπει σε χάος και ζούγκλα τη λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών.
Η αποδιοργάνωση αυτή της παγκόσμιας οικονομίας δεν εξηγείται μόνο, αλλά ούτε κυρίως από την υιοθέτηση, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ενός  συστήματος, παρεμφερούς με αυτό του laissez-faire,  laissez-passer,. Γιατί, η απλή έλλειψη κρατικού παρεμβατισμού δεν καταργεί,  με τόσο δραστικό τρόπο, τους οικονομικούς νόμους επάνω στους οποίους στηρίζονται οι βασικές λειτουργίες της οικονομίας. Αντιθέτως, ο εξοβελισμός τους πραγματοποιείται, όπως προκύπτει από τις σύγχρονες εξελίξεις, εξαιτίας των παράλληλων επιδράσεων της παγκοσμιοποίησης, του περάσματος του καπιταλισμού σε μεταγενέστερο του βιομηχανικού στάδιο ανάπτυξης, της υιοθέτησης του νεοφιλελευθερισμού, και όλα αυτά εμποτισμένα από την ενσυνείδητη επιβολή ακραίων ιδεολογιών.
 Πιστεύω, συνεπώς,  ότι  οι κάθε μορφής βαρβαρότητες που βιώνουμε σε καθημερινή βάση είναι, κατά κύριο λόγο, το συνδυασμένο αποτέλεσμα αναπότρεπτων εξελίξεων, που όμως γίνονται εντονότερες εξαιτίας  παρεμβάσεων  προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά και εξαιτίας αποχής παρεμβάσεων.
Κρίνω, εξάλλου,  απαραίτητο να τονίσω ότι η εδώ  προσέγγιση του ευρύτατου αυτού θέματος, δηλαδή  της διαπίστωσης και  ανάλυσης  των μεταμορφώσεων  που υφίστανται,  μετά τη δεκαετία του’70, τα  παραδοσιακά θεωρητικά εργαλεία ερμηνείας της οικονομικής πραγματικότητας, αποτελεί απλή εισαγωγή. Αποβλέπει, συγκεκριμένα,  στη  συγκέντρωση  ενδιαφέροντος  και άλλων ερευνητών στο μέλλον, καθώς  υπάρχει αδήριτη   ανάγκη εξεύρεσης νέων ερμηνευτικών  βοηθημάτων, που θα υποκαταστήσουν όλα όσα οι εγκάρσιες μεταβολές των οικονομικών συστημάτων έθεσαν σε αχρησία. Γιατί, χωρίς αυτά, θα είναι δύσκολο εφεξής να αναφερόμαστε σε επιστήμη της οικονομίας.
Να προσθέσω,  τέλος, εισαγωγικά, ότι το θέμα με το οποίο αποφάσισα να ασχοληθώ, στην παρούσα εισήγησή μου, αναμοχλεύει όχι μόνο  τα προβλήματα της Ευρώπης, αλλά  και ολόκληρης της υφηλίου. Ειδικότερα, τώρα, που η παγκοσμιοποίηση δεν επιτρέπει την πολυτέλεια υιοθέτησης εθνικών πολιτικών.
Στο Μέρος Ι της εισήγησής μου θα αναφερθώ επιλεκτικά σε ορισμένες, μόνο, μεταβολές που κρίνω ότι είναι  καταλυτικής σημασίας, και που αποσταθεροποιούν επικίνδυνα ολόκληρο το οικοδόμημα της παραδοσιακής οικονομικής θεωρίας, ενώ στο Μέρος ΙΙ, που θα είναι πιο σύντομο,  θα στραφώ προς τις συνέπειές τους, προσπαθώντας να αφουγκραστώ προς τα πού οδεύει  η οικονομία: ευρωπαϊκή και παγκόσμια.      





Μέρος Ι. Η  έλλειψη κανόνων στο  νέο οικονομικό περιβάλλον

Στο εδάφιο 1  του Μέρους Ι θα αναφερθώ στο χαώδες νέο οικονομικό περιβάλλον, που επικρατεί καταρχήν στο χώρο της εργασίας και στη συνέχεια  σε αυτόν της παραγωγής και της κατανομής του προϊόντος. Παράλληλα, θα θιγούν και ορισμένες από τις μεταμορφώσεις, που επήλθαν στις επιλογές, καθώς  και στη συμπεριφορά του επιχειρηματία. Στο εδάφιο 2 θα προσπαθήσω να εξετάσω το πώς ορισμένες ενσυνείδητες κυβερνητικές  επιλογές επιτείνουν τις δυσχέρειες αντιμετώπισης των νέων προβλημάτων

1. Αυτόνομες μεταβολές που καταργούν θεωρητικά σχήματα του παρελθόντος

1α) Στο συντελεστή «εργασία»:
*Συνδυασμός ωρών εργασίας και ωρών ανάπαυσης.
Η κυρίαρχη οικονομική θεωρία διδάσκει ότι ο εργαζόμενος  ισορροπεί συνδυάζοντας ώρες εργασίας και ώρες ανάπαυσης, με τρόπο ώστε  η δυσαρέσκεια από την τελευταία εργάσιμη   ώρα να ισούται με την  ωφέλεια που προκύπτει από την αμοιβή αυτής της  τελευταίας ώρας.  Η ανάλυση αυτή των καμπυλών αδιαφορίας της προσφοράς εργασίας βασίζεται στην υπόθεση μεγιστοποίησης της ωφέλειάς του από τον συνδυασμό ωρών εργασίας και ωρών ανάπαυσης, με  απόρριψη των δύο άκρων, που αποκλείουν δυνατότητες  συνδυασμού:    δηλαδή το ένα άκρο είναι έστω οι 16 ώρες εργασίας – που αποτελεί ανώτατο φυσικό όριο- και το δεύτερο άκρο είναι ο ανώτατος μισθός, που μπορεί ο εργαζόμενος να εξασφαλίσει, αν δεχθεί να εργάζεται για  16 ώρες, έστω 100 Ευρώ ημερησίως. Με τις συνθήκες αυτές θα έχει  μηδέν ώρες ανάπαυσης –εκτός του  οκτάωρου ύπνου.
Η δυνατότητα επιλογών του εργαζόμενου, ανάμεσα σε ώρες εργασίας και ώρες ανάπαυσης αντιμετώπιζε ανέκαθεν ορισμένες δυσκολίες που προέρχονταν, ανάμεσα και σε άλλα,  από τις συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες καθόριζαν τις ώρες εργασίας, για το σύνολο των εργαζόμενων. Εκτός, όμως, από το ότι  αυτός ο γενικός διακανονισμός υποτίθεται ότι έκφραζε περίπου το σημείο ισορροπίας της εργατικής μάζας, υπήρχε πάντοτε, τουλάχιστον θεωρητικά, η δυνατότητα για όσους ήθελαν να εξασφαλίσουν πρόσθετες ή και λιγότερες ώρες εργασίας, σε σχέση με  τον γενικότερο διακανονισμό.
Με το νέο καθεστώς, όπως αυτό διαμορφώνεται με πιο καταπιεστικό τρόπο, κυρίως στα πλαίσια της ΕΕ- αλλά και σε ηπιότερο βαθμό, στην παγκόσμια οικονομία-, αποκλείεται σχεδόν παντελώς η δυνατότητα επιλογών των εργαζόμενων, σε ώρες εργασίας και ανάπαυσης, και ιδού γιατί:
-Πρώτον, με ανεργία που  φθάνει το 10,4% του ενεργού πληθυσμού στην ΕΕ, και κυρίως με ανεργία που έχει πια αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα, ο εργαζόμενος δεν έχει ευχέρεια επιλογών,- όταν έχει την τύχη να  εξασφαλίσει απασχόληση,- αλλά αντιθέτως είναι υποχρεωμένος, σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, να ισοπεδώνεται στις απαιτήσεις του εργοδότη: απροσδιόριστο και συνεχώς μεταβαλλόμενο ωράριο εργασίας, εργασία και την Κυριακή και τις γιορτές, και αμοιβή που δεν αποτελεί πια θέμα διαπραγμάτευσης, αλλά επιβάλλεται μονομερώς από τον εργοδότη.
-Δεύτερον, δεν είναι δυνατόν να γίνεται πια λόγος για στήριξη του εργαζόμενου, που στο παρελθόν του παρέχονταν  χάρη στην ύπαρξη «εργατικής τάξης» και «εργατικής συνείδησης» ικανά να υπερασπιστούν και να διεκδικήσουν  εργατικά  δικαιώματα. Η συνδικαλιστική συρρίκνωση, σε όλες σχεδόν τις χώρες,  στο διάστημα των δύο τελευταίων δεκαετιών,   μείωσε την πυκνότητα  σε μόλις  20%.H μεταβιομηχανική κοινωνία κατέστρεψε τους κοινωνικοοικονομικούς θεσμούς και την αλληλεγγύη για κοινές δημοκρατικές διεκδικήσεις.  Τρεις  είναι κυρίως οι λόγοι αυτής της  μεταβολής. Ο πρώτος αναφέρεται στις ριζικές αλλαγές, που η παγκοσμιοποίηση επέφερε στον τρόπο παραγωγής της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, μετατρέποντας την εργασία της πλήρους απασχόλησης σε άτυπης μορφής εργασία. Ο δεύτερος λόγος αφορά στο ότι η παραγωγή δεν λαμβάνει πια χώρα μέσα σε εργοστάσιο, όπου οι εργαζόμενοι είχαν τη δυνατότητα να οργανώσουν τα αιτήματά τους, σχετικά με πιο ανθρώπινους  όρους εργασίας και εξασφάλισης δίκαιης  αμοιβής τους. Αντιθέτως, η παραγωγή είναι κατακερματισμένη και συνήθως διασπαρμένη σε περισσότερες της μιας χώρες, καθώς η διανοητική εργασία που έχει, εν πολλοίς, υποκαταστήσει τη μυϊκή του βιομηχανικού σταδίου μπορεί να λάβει χώρα οπουδήποτε. Και, τέλος,  ο τρίτος  λόγος, που συμπληρώνει τους  προηγούμενους υπογραμμίζει  την ύπαρξη  πολλών ειδών απασχόλησης, στη μεταβιομηχανική κοινωνία, που αποκλείουν τη συσπείρωση και την κοινή δράση των εργαζόμενων,  και επιπλέον  καθιστούν ανεφάρμοστη την εξάρτηση της αμοιβής τους από την παραγωγικότητά τους, όπως το προβλέπει, αλλά και το απαιτεί η κυρίαρχη θεωρία. Γιατί, με ποια, αλήθεια, θεωρητικά εργαλεία θα μπορούσε να ερμηνευθεί η διαφορά ανάμεσα στον υψηλότερο μισθό των αφεντικών μεγάλης εταιρίας  και στο μέσο μισθό εργαζόμενων στην ίδια εταιρία, που ενώ το  1989 ήταν 45 φορές,  το 1999  έφθασε  στις 475 φορές αντίστοιχα; Οπωσδήποτε, όχι με τη βοήθεια της διαφοράς στην παραγωγικότητά τους.
-Τρίτον, όταν ο μισθός βρίσκεται, για μακροχρόνιο διάστημα στο κατώτατο δυνατό επίπεδο, όπως είναι η περίπτωση σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, ιδίως στον χρεωμένο ευρωπαϊκό Νότο, ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να εργάζεται τον ανώτατο δυνατό αριθμό ωρών ημερησίως και εβδομαδιαίως-εφόσον, φυσικά, εξασφαλίζει απασχόληση-και συνεπώς δεν έχει την πολυτέλεια συνδυασμού ωρών εργασίας και ωρών ανάπαυσης
          - Και τέλος, το προϊόν της μεταβιομηχανικής κοινωνίας δεν είναι πια υλικό ή αποκλειστικά υλικό, όπως αυτό του βιομηχανικού σταδίου. Αποτελείται από νέες ιδέες και άυλα στοιχεία που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, τον υπολογισμό της παραγωγικότητας των εργαζόμενων. Καθώς, ο παλιός τρόπος υπολογισμού της παραγωγικότητας των εργαζόμενων δεν έχει υποκατασταθεί από κάποιον νεώτερο και σε  διαφορετική βάση, ο εκάστοτε προσδιορισμός της εργατικής αμοιβής ακολουθεί μεθοδεύσεις απροσδιόριστες και συγκυριακές, που ευνοούν την κάθε μορφής εκμετάλλευση. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο χώρο των κοινωνικών αδικιών, εφόσον κατά την κυρίαρχη οικονομική θεωρία των νεοκλασικών, του Marx αλλά και του Keynes η μη απόδοση της παραγωγικότητας, στον καθένα από τους συντελεστές παραγωγής, που χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία, ειδικά και όταν πρόκειται για παγιωμένη τακτική, είναι πρόξενος σοβαρών ανισορροπιών και κρίσεων.

*Υπολογισμός της παραγωγικότητας της εργασίας
Η γνώση  του ύψους της παραγωγικότητας της εργασίας, σε κάθε παραγωγική διαδικασία  αποτελεί sine qua non προϋπόθεση της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας, για μια σειρά από ενέργειες, που εντάσσονται  στο γενικότερο πλαίσιο της  πραγματοποίησης ισορροπίας  της επιχείρησης,  των επί μέρους συντελεστών της παραγωγής, αλλά και αθροιστικά του συνόλου της οικονομίας. Όμως, στις νέες συνθήκες που επικρατούν στη μεταβιομηχανική- παγκοσμιοποιημένη οικονομία, ο υπολογισμός της παραγωγικότητας της εργασίας -όπως άλλωστε και του κεφαλαίου-θα έλεγα ότι είναι, ουσιαστικά, αδύνατος. Και τούτο, επειδή:
         Πρόκειται, εν πολλοίς, για υπηρεσίες και όχι για υλικά αγαθά, στα οποία ο τύπος εξεύρεσης της παραγωγικότητας, που απαιτεί οριακούς υπολογισμούς, είναι ανεφάρμοστος επειδή, κυρίως,  η τιμή των νέων προϊόντων, στη νέα οικονομία δεν συνδέεται με το κόστος παραγωγής τους. Και πιο συγκεκριμένα οι εταιρίες  επιδιώκουν μεγιστοποίηση των κερδών τους, χάρη στην αύξηση της τιμής των μετοχών τους, που δεν έχουν συνήθως σχέση με το κόστος παραγωγής. 
         Και επιπλέον το μεγαλύτερο τμήμα του κόστους των νέων προϊόντων είναι, και αυτό άυλο, καθώς οι σταθερές δαπάνες είναι  πολύ περιορισμένες. Εξάλλου, ο κατακερματισμός της παραγωγής σε διάφορα στάδια και γεωγραφικές τοποθεσίες επιδιώκει την εξασφάλιση φορολογικών παράδεισων, με αποφυγή καταβολής φόρων.

Η ουσιαστική αδυναμία υπολογισμού της παραγωγικότητας της εργασίας, στους νέους οικονομικούς καιρούς, προκύπτει και από το γεγονός ότι η σημασία της  υποβαθμίζεται από τους αρμοδίους, ανά την υφήλιο, ως βάση καθορισμού του μισθού των εργαζόμενων. Αλλά, αν αυτή η παραδοσιακή βάση έχει, ουσιαστικά, περιπέσει σε αχρησία, ποια άλλη την έχει αντικαταστήσει; Και αν δεν υπάρχει αντικαταστάτρια, πως προσδιορίζεται τελικά ο μισθός στις σύγχρονες οικονομίες; Είναι φανερό το πόσο πολλές και επικίνδυνες ανισορροπίες μπορεί να προκαλέσει αυτός ο «τυχάρπαστος», τελικά,  τρόπος καθορισμού του ύψους της εργατικής αμοιβής.

*Ο κλασικός επιχειρηματίας εξαφανίστηκε;
Στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και  του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, η μορφή, οι αρμοδιότητες, οι στόχοι  και η όλη συμπεριφορά του κλασικού επιχειρηματία έχει υποκατασταθεί από ένα πολυπρόσωπο ον, το οποίο σε τίποτε δεν  αναπαράγει τη σχετική περιγραφή τουJSchumpeter για τον επιχειρηματία. Οι βασικές διαφορές μεταξύ του κλασικού επιχειρηματία και του σχήματος που τον αντικατέστησε μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
- Δεν υπάρχουν πια   επιχειρηματίες, όπως τους περιγράφουν τα κλασικά οικονομικά συγγράμματα, που να εμφανίζονται  ως επικεφαλής της επιχείρησης, αλλά και όταν υπάρχουν αυτοί δεν είναι ιδιοκτήτες της. Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της σύγχρονης επιχείρησης είναι ταλαντούχα άτομα, που έχουν την επιχείρηση στο μυαλό τους. Και από την άλλη πλευρά, η αμοιβή των παραδοσιακών συντελεστών της παραγωγής συμπιέζεται, καθώς το ειδικό τους βάρος στην τελική αξία του προϊόντος- που είναι συνήθως άυλο- μειώνεται. Στη σύγχρονη μορφή επιχείρησης το κεντρικό πρόσωπο είναι ο  manager, του οποίου η αμοιβή είναι συχνά αστρονομική, και ο οποίος πρέπει να διαθέτει εξαιρετικές και πολύπλευρες ικανότητες.
-Οι νέοι επικεφαλής των σύγχρονων επιχειρήσεων είναι νεωτεριστές και δημιουργοί ιδεών, ικανών να εξασφαλίσουν  μονοπώλια και υψηλά  μονοπωλιακά κέρδη, τα οποία καθιστούν ξεπερασμένες προηγούμενες πρακτικές. Εξάλλου, συχνά, η εμφάνιση νέων προϊόντων-υπηρεσιών της πληροφορικής δεν είναι αρκετή για τη δημιουργία κερδών, αν η αγορά έχει κερδηθεί από νέες ιδέες-προϊόντα αντιπάλων.
-Υπάρχουν ισχυρά εμπόδια στην είσοδο για την επικράτηση νέων ιδεών. Αυτή   προϋποθέτει απαιτητική εκπαίδευση, την οποίαν είναι σε θέση να  εξασφαλίσει μικρός αριθμός ταλαντούχων παιδιών, με εξαιρετική έφεση, από νεαρή ηλικία, επίλυσης προβλημάτων των νέων τεχνολογιών, και με την προϋπόθεση ότι στη συνέχεια μπορούν να χρηματοδοτήσουν  το υψηλό κόστος αυτής της ιδιαίτερης εκπαίδευσης. Πρόκειται, ουσιαστικά, για κλειστό κύκλωμα, τα μέλη του οποίου συναντιούνται και ανταλλάσσουν γνώσεις και απόψεις, έτσι που οι νέες ιδέες καταλήγουν να έχουν σωρευτικά αποτελέσματα.
-Το περιβάλλον της  νέας τεχνολογίας αχρηστεύει, εξάλλου, και το τεράστιο κεφάλαιο της επικρατούσας οικονομικής θεωρίας, που αναφέρεται στο  σχηματισμό των τιμών. Έχουμε διδαχθεί ότι πωλητές και αγοραστές συναντιούνται στην αγορά και σχηματίζουν την τιμή των προϊόντων. Αλλά, ο τρόπος αυτός ορισμού της τιμής ανήκει, εν πολλοίς, στο παρελθόν δεδομένου ότι στο νέο οικονομικό περιβάλλον, με την προϋπόθεση ότι το περί ου ο λόγος προϊόν/υπηρεσία, αν  δεν έχει στενό υποκατάστατο, είναι πολύ ενδεχόμενο η τιμή πώλησής του  να μην έχει σχέση με το κόστος παραγωγής ή, ακόμη, και με το βαθμό σπανιότητάς του. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηριχθεί ότι η τιμή είναι συνάρτηση της κοινωνικής χρησιμότητας του αγαθού/υπηρεσίας, και αυτή υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των χρηστών. Ωστόσο, και το περιεχόμενο της «κοινωνικής χρησιμότητας, κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο είναι στην νέα οικονομία, δεδομένου ότι ο αριθμός των χρηστών προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την τιμή της μετοχής της εταιρίας, ενώ η πραγματική αξία των εταιριών είναι καταρχήν απροσδιόριστη, και ο υπολογισμός της δύσκολος αν όχι και αδύνατος. Πράγματι, η τιμή των μετοχών εταιριών, που για κάποιο χρονικό διάστημα εξασφάλισε υψηλά κέρδη, ενδέχεται να αποδειχθούν εκ των υστέρων αποτυχημένες επενδύσεις, το ίδιο όπως και πολυάριθμες συγχωνεύσεις, για τις οποίες  εκ των υστέρων διαπιστώνεται ότι απέκρυψαν ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά τους. Να τονιστεί ακόμη σχετικά ότι  η σαφής τάση συρρίκνωσης του ειδικού βάρους της μεσαίας τάξης, στις σύγχρονες οικονομίες, επιτείνει την αστάθεια των προτιμήσεων των καταναλωτών, που απεικονίζεται και στις τιμές των αγαθών/υπηρεσιών, στη νέα οικονομία.

1β) Στον τρόπο  κατανομής του προϊόντος
Η κυρίαρχη οικονομική θεωρία κάνει δεκτή,  την υπόθεση της  μακροχρόνιας  σταθερότητας των μεριδίων εργασίας και κεφαλαίου, κυρίως, βέβαια στο βιομηχανικό τομέα, όπου το 1/3 του προϊόντος αμείβει το κεφάλαιο και τα 2/3 την εργασία. Και τα μερίδια αυτά προκύπτουν από την οριακή παραγωγικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας, επί τον αριθμό των μονάδων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία. Η σταθερότητα αυτή επαληθεύτηκε για ολόκληρο το χρονικό διάστημα,  από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και πριν από δύο περίπου δεκαετίες  από σήμερα, σε πείσμα των απαιτητικών και εκ πρώτης όψης δύσκολων να εφαρμοστούν προϋποθέσεων.   Η σταθερότητα των μεριδίων των δύο βασικών συντελεστών παραγωγής,  εργασίας και κεφαλαίου, σε όλη τη μακρότατη αυτή χρονική περίοδο, πραγματοποιήθηκε χάρη σε συμψηφισμούς και σε υποκατάσταση, ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Η αρχή που γίνεται, γενικά,  δεκτή είναι ότι η οριακή παραγωγικότητα του συντελεστή, του οποίου ο ρυθμός αύξησης της προσφοράς του είναι ταχύτερος από τον αντίστοιχο του δεύτερου, εξασφαλίζει μικρότερη αμοιβή –που ισούται πάντοτε με την οριακή του παραγωγικότητα-και κάθε επιπλέον μονάδα του αυξάνει το προϊόν λιγότερο από μια επιπλέον μονάδα του δεύτερου συντελεστή.
Όλα, ωστόσο, τα παραπάνω δεν επαληθεύονται πια τις δύο τελευταίες δεκαετίες, αλλά αντιθέτως διαπιστώνεται μια σημαντική πτώση του μεριδίου της εργασίας, προς όφελος του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, και με βάση εκτιμήσεις   του ΔΝΤ,  το μερίδιο των μισθών στις οικονομίες  του G7 μειώθηκε κατά 5.8 ποσοστιαίες μονάδες, κατά την περίοδο 1983-2006, και πιο συγκεκριμένα κατά 8.8 μονάδες στις χώρες-μέλη της ΕΕ. Εξάλλου, στις 51 από τις 73 χώρες της υφηλίου, για τις οποίες εξασφαλίστηκαν σχετικά στατιστικά δεδομένα, το μερίδιο των μισθών  υποχώρησε σταθερά τα 20 τελευταία χρόνια. Και να προσθέσω, ακόμη, πρόσφατα  ευρήματα στις εξελίξεις της λειτουργικής κατανομής, που επικυρώνουν τα παραπάνω. Σύμφωνα με αυτά  το μερίδιο της εργασίας ήταν, κατά μέσο όρο, 64,3% για ολόκληρη την περίοδο 1947-2000, και την προτελευταία της παρούσας δεκαετία δεν είναι πια παρά 57,8%. Η σημαντική και  μόνιμου πια  χαρακτήρα ανεργία, ειδικά στην Ευρώπη-με ελάχιστες εξαιρέσεις-, θα δικαιολογούσε ενδεχομένως αυτή την εξέλιξη, με την υπόθεση σχετικής αφθονίας της εργασίας, έναντι του κεφαλαίου, που συνεπάγεται την πτώση του μεριδίου της στο ΑΕΠ. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή είναι δύσκολο να υποστηριχθεί, δεδομένου ότι και το κεφάλαιο βρίσκεται σε αφθονία, όπως μαρτυρεί το πολύ χαμηλό επιτόκιο των τελευταίων δεκαετιών, καθώς και η γενικευμένη αποβιομηχάνιση, που   επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την πτώση  του ποσοστού της επένδυσης στο ΑΕΠ της ΕΕ. Ένα κεφάλαιο, ωστόσο, που στρέφεται προς την αποθησαύριση και την κερδοσκοπία.   Τα παραπάνω συνδυασμένα αυτά αποτελέσματα  συμβαδίζουν με την υπόθεση της μη απόδοσης της παραγωγικότητας των εργαζόμενων στους μισθούς, της παρακράτησής  της δηλαδή  υπέρ του κεφαλαίου. Όπως προκύπτει από  σχετικές εκτιμήσεις, μεταξύ των ετών 1999-2007, σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυξήθηκε κατά 30%, ενώ οι πραγματικοί μισθοί μόνο κατά 18%.
Ο βασικός λόγος για τον οποίον δεν λειτουργεί πια η μέθοδος κατανομής, που βασίζεται στην Cobb-Douglas συνάρτηση, παρότι υπήρξε αποτελεσματικός για μεγάλο  χρονικό διάστημα, θα πρέπει πρωταρχικά να αποδοθεί στο είδος της τεχνικής προόδου, που φαίνεται να επικρατεί στο μεταβιομηχανικό στάδιο ανάπτυξης.  Σε αντίθεση με την ενσωματωμένη τεχνική πρόοδο, που δέσποζε στο προηγούμενο στάδιο της βιομηχανίας, και αύξανε   την παραγωγικότητα  και των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής, αν και περισσότερο του κεφαλαίου, τώρα πρόκειται για την μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδο, η εφαρμογή της οποίας    ουδόλως απαιτεί τη  διενέργεια προηγούμενης επένδυσης παγίου κεφαλαίου, επειδή  εμφανίζεται με τη μορφή βελτιωμένων  ανθρώπινων γνώσεων.  Η μη ενσωματωμένη εξασφαλίζει βελτίωση της παραγωγικότητας και των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής, αλλά βέβαια  όχι αναγκαστικά στο ίδιο ποσοστό. Που σημαίνει ότι η μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδος  συνεπάγεται ταυτόχρονη πτώση  των λόγων Κεφάλαιο/Προϊόν, καθώς και Εργασία/Προϊόν. Η πολύ σημαντική διαφορά, ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές τεχνικής προόδου, που βρίσκεται άλλωστε και στη ρίζα των δυσχερειών του νέου αναπτυξιακού σταδίου, είναι το γεγονός ότι η μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδος δημιουργεί ποιοτική και όχι πια ποσοτική  αύξηση της παραγωγικότητας,  που είναι πολύ δύσκολα μετρήσιμη. Η έλλειψη θεωρητικών εργαλείων, που να αντικαθιστούν τα πεπερασμένα της συνάρτησηςCobb-Douglas, αφήνουν ελεύθερο το πεδίο για την εκμετάλλευση του συντελεστή «εργασία». Αλλά, και η ανισορροπία αυτής της μορφής, ειδικά και επειδή είναι διαρκής και όχι παροδική, είναι πρόξενος σοβαρών μακροοικονομικών προβλημάτων στις σύγχρονες οικονομίες.  Αυτά τα προβλήματα, στο χώρο του τρόπου κατανομής του εισοδήματος συνοψίζονται στη διαπίστωση, ότι ο ρυθμός αύξησης του κεφαλαίου είναι ταχύτερος του αντίστοιχου του ΑΕΠ. Να υπογραμμιστεί, εδώ, ότι οι συνέπειες της κορυφούμενης εισοδηματικής  ανισοκατανομής αποδεικνύουν, περίτρανα, ότι οι οικονομολόγοι που παραβλέπουν τους κινδύνους της, με το επιχείρημα ότι «αυτό που έχει σημασία είναι η αύξηση του ΑΕΠ και  όχι η κατανομή του», δεν έχουν δίκαιο.



1γ) Στο χώρο της οικονομικής μεγέθυνσης  και ανάπτυξης
      Στις σύγχρονες οικονομίες γίνεται, ολοένα πιο αισθητή η υποβάθμιση της σημασίας της αναπτυξιακής διαδικασίας. Πρόκειται για  αυτόνομη εξέλιξη της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης, αλλά πρόκειται και για ενσυνείδητη  επιλογή  των αρμοδίων, προκειμένου να προστατεύσουν τις ελεύθερες μετακινήσεις του κεφαλαίου, που αναζητεί το μέγιστο κέρδος,  από το ένα άκρο της Γης στο άλλο. Στο εδάφιο αυτό θα αναφερθώ στην αυτόνομη υποβάθμιση της ανάπτυξης.    Είναι σαν χάρτινος πύργος που όταν αρχίσει να τραντάζεται καταρρέει στο σύνολό του. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει μετά το τέλος των 30 ένδοξων ετών, δηλαδή από τα μέσα της  δεκαετίας του ’70 και μέχρι σήμερα. Η ανάπτυξη και η οικονομική μεγέθυνση δεν αποτελούν πια προτεραιότητα στις προηγμένες οικονομίες, διότι υπάρχουν εγγενείς δυσχέρειες για την  επίτευξή τους. Πρόκειται, κυρίως, για την οικονομική ωριμότητα, η οποία μετά  από ένα ορισμένο κρίσιμο όριο ανάπτυξης, λειτουργεί συρικνωτικά, αποτρέποντας τη συνέχιση των ταχύρυθμων αναπτυξιακών  ρυθμών του παρελθόντος. Εκτός των  δυσμενών συνεπειών της οικονομικής ωριμότητας στην αναπτυξιακή διαδικασία  η παραμέλησή  της, στις σύγχρονες οικονομίες φαίνεται να είναι  αναπότρεπτη, εφόσον  αυτή ανήκει στην πραγματική οικονομία, της οποίας η σημασία υποχώρησε κατακόρυφα σε σύγκριση με την χρηματιστηριακή. Αρκεί να αναφερθεί ότι μεταξύ των ετών 1992-2007 καταγράφεται αύξηση του μεγέθους της χρηματιστηριακής αγοράς, κατά 150 φορές από την πορεία των πραγματικών οικονομικών μεγεθών. Επιπλέον, όμως, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι η παραδοσιακή επιδίωξη της επιτάχυνσης των αναπτυξιακών ρυθμών δυσχεραίνεται πολύ σοβαρά και εξαιτίας της   ανεπαρκούς ζήτησης, που εξασθενεί το σύνολο των παραγωγικών ροπών: της κατανάλωσης, της αποταμίευσης, της επένδυσης και του νεωτερισμού. Στη νέα οικονομική πραγματικότητα, στην οποία επικρατούν οι κορυφούμενες ανισότητες, οι πλούσιοι δεν επενδύουν στην πραγματική οικονομία, αλλά αποθησαυρίζουν τα κέρδη τους και/ή προτιμούν την τοποθέτησή τους στη χρηματιστηριακή αγορά , επιδιώκοντας εύκολα και  γρήγορα κέρδη.
            Η υποβάθμιση της σημασίας της ανάπτυξης είναι, ιδιαίτερα εμφανής στα πλαίσια της Ευρωζώνης, εξαιτίας των ιδιομορφιών του ευρώ, του οποίου η επιβίωση χρειάζεται  περιβάλλον ύφεσης, το οποίο εξασφαλίζεται χάρη στην  εφαρμογή συνεχούς λιτότητας. Στην Ευρωζώνη, εξάλλου, η επιδίωξη της ανάπτυξης δυσχεραίνεται και από το γεγονός ότι το ευρώ  είναι, ουσιαστικά, νόμισμα ουδέτερο, δηλαδή δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία πληθωρισμού ή και αντιπληθωρισμού.
2. Ενσυνείδητες επιλογές των εκάστοτε αρμοδίων, που  επιτείνουν την αδυναμία αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων

2α) Ανεργία και ανισότητες αποτελούν ανομολόγητες επιλογές
Ίσως γίνεται δύσκολα πιστευτό, και ίσως ακόμη να  κατηγορηθώ ότι προσπαθώ να ερμηνεύσω ορισμένες εξελίξεις στον κοινωνικοοικονομικό χώρο των σύγχρονων καπιταλιστικών χωρών, με τάσεις και επιλογές, που δεν συνδέονται μεταξύ τους με σχέση αιτίου και αιτιατού. Η σχέση αυτή, σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι, ενδεχομένως, άμεση ούτε ίσως απολύτως εμφανής, αλλά ωστόσο πιστεύω ότι κάθε είδους υποψίες είναι  τώρα πια  δικαιολογημένες, κατά την προσέγγιση  αυτών των ακανθωδών οικονομικών θεμάτων,  εξαιτίας της, ας το πω έτσι, «επισημοποίησης» των παρακολουθήσεων και συνωμοσιών από και προς τους πάντες, που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ύπαρξη σκοτεινών   καταστάσεων,  επιμελώς κεκαλυμμένων  πίσω από τις επίσημες.
Να αρχίσω, λοιπόν,  με την «ανταγωνιστικότητα», για την  οποία  η φρενήρης επιδίωξη καθώς και οι σχετικές μεθοδεύσεις για την επίτευξή της είναι, κατά τη γνώμη μου, σε θέση να ερμηνεύσουν πολλά από τα δεινά των σύγχρονων, και κυρίως, των ευρωπαϊκών οικονομιών. Δεν θα επεκταθώ στην ανάλυση του περιεχομένου της «ανταγωνιστικότητας». Θα αρκεστώ να παρατηρήσω, σχετικά,  ότι με την εισαγωγή ενός νέου Συμφώνου στους κόλπους της ΕΕ, αυτό της Ανταγωνιστικότητας, η Γερμανία καλεί τα κράτη-μέλη να την εκλάβουν, ουσιαστικά, ως υπόδειγμα και να προσπαθήσουν να γίνουν εξίσου ανταγωνιστικά με την ίδια. Εκτός του ότι μια τέτοια  προσπάθεια απομίμησης της Γερμανίας, στον τομέα αυτό, δεν είναι δυνατόν να καταλήξει σε θετικά αποτελέσματα ακολουθήσουν τις ίδιες γερμανικές προδιαγραφές, θα καταλήξει επιπλέον σε  οικονομικό μαρασμό, στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Η ανταγωνιστικότητα, σε αντίθεση με τον υγιή ανταγωνισμό, έχει έντονα επιθετικό και εχθρικό χαρακτήρα, επειδή  χωρίς αναγκαστικά να επιτυγχάνει μεγιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος, αποβλέπει πρωτίστως στην εξαφάνιση των αντιπάλων. Πρόκειται για στρατηγική που εξέρχεται του κλασικού και νεοκλασικού περίγυρου, όπου όλοι οι συναλλασσόμενοι στο διεθνές εμπόριο υποτίθεται ότι ωφελούνται, αφού η άνοδος της ανταγωνιστικότητας της  Α οικονομίας, συνεπάγεται πτώση της ανταγωνιστικότητας της Β. Πράγματι, από τον τρόπο που η ανταγωνιστικότητα  εφαρμόζεται, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν  σαφείς προδιαγραφές της, συνάγεται ότι ο κυρίαρχος στόχος της είναι η μεγιστοποίηση του μεριδίου του εξωτερικού εμπορίου της κάθε οικονομίας, που αναγκαστικά περιορίζει τα μερίδια των αντιπάλων της. Ιδιαίτερη, βέβαια, σημασία έχουν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση της ανταγωνιστικότητας, γιατί ακριβώς αυτά δημιουργούν το σύγχρονο οικονομικό χάος. Σπεύδω να επισημάνω ότι το κυριότερο  μέσο με το οποίο επιχειρείται η αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι η συμπίεση του εργατικού κόστους. Αυτή επιδιώκεται, πρώτον με  την ελαχιστοποίηση της εργατικής αμοιβής, μέτρο που   υποχρεώνει τις σύγχρονες οικονομίες να ανταγωνίζονται αναμεταξύ τους για το ποια θα  περιορίσει περισσότερο το επίπεδο των μισθών, αφαιρώντας μερίδιο εξαγωγών από τις ανταγωνίστριές της. Η συμπίεση των μισθών, στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, διευκολύνεται αποφασιστικά από την ανοχή ή και την ενθάρρυνση της παράνομης μετανάστευσης, καθώς και από τις ευκολίες, που εξασφαλίζει η   μετεγκατάσταση επιχειρήσεων, από τις πιο προηγμένες στις αναδυόμενες οικονομίες, αλλά  ακόμη και η απειλή  απλής πρόθεσης μετεγκατάστασης.  Εξάλλου, η επιδίωξη μείωσης του επιπέδου μισθού δεν αρκείται στον άμεσο, αλλά επιτίθεται και στον έμμεσο ή κοινωνικό μισθό, απενεργοποιώντας σταδιακά σημαντικές λειτουργίες  του κράτους Πρόνοιας. Αλλά, και δεύτερον,  να υπογραμμίσω ότι η συμπίεση του εργατικού κόστους επιδιώκεται με μαζικές απολύσεις, που συρρικνώνουν τον όγκο της απασχόλησης. Συνεπώς, η επιδίωξη ενίσχυσης της «ανταγωνιστικότητας» των σύγχρονων οικονομιών εμπεριέχει και την ανοχή, εκ μέρους τους, της  ανερχόμενης ανεργίας, επίσημης ή κεκαλυμμένης, εφόσον έμμεσα πλην σαφώς αναγνωρίζεται ότι, ακριβώς, η ανεργία  προωθεί τους στόχους τους, και έτσι ερμηνεύεται η μη λήψη μέτρων για την απορρόφησή της. Η «ανταγωνιστικότητα» αναδεικνύεται, έτσι, ως ο υπ’ αριθμόν 1 εχθρός των εργαζόμενων, γιατί είναι σαφές ότι αποστασιοποιείται από την προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας, που κατανέμεται ανάμεσα στους δύο βασικούς συντελεστές της παραγωγής, την εργασία και το κεφάλαιο. Αντιθέτως, η ανταγωνιστικότητα ανέρχεται χάρη στον περιορισμό του εργατικού μισθού και ωφελεί αποκλειστικά το κεφάλαιο. Με τις συνθήκες αυτές η κορύφωση των ανισοτήτων κατανομής του εισοδήματος, που εξετάζεται διεξοδικά στο εξαιρετικό σύγγραμμα του Thomas Piketty, είναι η συνέπεια αυτών των τεραστίων  ανισορροπιών, που αν δεν αντιμετωπιστούν με αποτελεσματικό τρόπο,  κινδυνεύουν να ενταθούν στο προσεχές μέλλον και να αποσταθεροποιήσουν πλήρως την παγκόσμια οικονομία. Για τον περιορισμό των ανισοτήτων, όπως είναι γνωστό, η προοδευτική φορολογία είναι το μέσο, που σε πείσμα των ατελειών του, αποδεικνύεται το αποτελεσματικότερο όλων. Και, όμως, η προοδευτικότητα της φορολογίας, από κοινού με τη φορολόγηση του κεφαλαίου, υποχωρεί στις σύγχρονες προηγμένες οικονομίες. Οι ανισότητες, όμως,  ενισχύονται και από την αύξηση του ειδικού βάρους της σκιώδους οικονομίας, η οποία γίνεται σιωπηρά ανεκτή από τους νεοφιλελεύθερους, ως μία από τις σημαντικές εκφράσεις της ατομικής ελευθερίας.  Στο πλαίσιο αυτής της μορφής ατομικής ελευθερίας, ουσιαστικά, δεν καταβάλλονται φόροι, και έτσι δημιουργείται δυισμός ανάμεσα στην επίσημη και στην ανεπίσημη οικονομία. Να προσθέσω, ακόμη, για τη συμπλήρωση αυτού του εδαφίου, ότι το περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό με τον άκρατο φιλελευθερισμό, ενθαρρύνει σιωπηρά  τη φοροδιαφυγή, σε πείσμα της υπογραφής, από το G20, τον Αύγουστο του 2009, της υποχρέωσης λήψης ισχυρών μέτρων για την καταπολέμηση των φορολογικών παραδείσων. Γι αυτό και οι καταθέσεις στους παραδείσους παρέμειναν, ουσιαστικά, ανέπαφες για την περίοδο 2007-2011
.
2β) Οι σύγχρονες οικονομίες αδιαφορούν για την ανάπτυξη
Η κυρία επιδίωξη των σύγχρονων οικονομιών, με έμφαση στην ΕΕ, είναι αποκλειστικά και μόνο  η καταπολέμηση του πληθωρισμού, ή και απλώς η  καταπολέμηση  της σκιώδους απειλής του, με την προσφυγή σε  συνεχή αντιπληθωριστική πολιτική, που υλοποιείται με την εφαρμογή  αδιάκοπης λιτότητας. Έχει, στο μεταξύ, εντελώς λησμονηθεί, ωσάν ουδέποτε να έχει υπάρξει η κεϋνσιανή επανάσταση, που αμέσως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έφερε στο προσκήνιο την κρατική παρέμβαση, ως  παράγοντα δημιουργίας πλήρους απασχόλησης και  ταχύρρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης. Έχει, έτσι, περιπέσει σε πλήρη αχρησία το 50% των διαθέσιμων πάλαι ποτέ μέτρων πολιτικής, εφόσον μόνο η νομισματική πολιτική χρησιμοποιείται, αλλά και αυτή μόνο στο σκέλος της δημιουργίας αντιπληθωρισμού. Αντιθέτως, η δημοσιονομική πολιτική, και ειδικότερα αυτή του ελλειμματικού προϋπολογισμού, που όταν δεν οφείλεται σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, είναι σε θέση να επιτύχει πλήρη απασχόληση και αναζωογόνηση της οικονομίας, έχει πλήρως  αποκλειστεί. Σε πλήρη αχρησία έχουν, επίσης, περιέλθει οι δύο αρχές του πολλαπλασιαστή και  της επιτάχυνσης, που με τη θετική τους λειτουργία, και κάτω πάντοτε από προϋποθέσεις, μπορούν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην έξοδο οικονομίας, από την κρίση. Είναι ξεκάθαρο ότι οι επιλογές των σύγχρονων προηγμένων οικονομιών δεν είναι ούτε η πραγματοποίηση της πλήρους απασχόλησης, αλλά ούτε και η οικονομική ανάκαμψη και η επιστροφή σε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης. Αντιθέτως, οι επιλογές τους είναι η, κατά το δυνατόν,  δημιουργία κλίματος  ασφάλειας, για την τοποθέτηση των κεφαλαίων στα χρηματιστήρια, όπου «ο καπιταλισμός δεν έχει πια οικονομική λειτουργία, δεν χρησιμοποιεί μηχανές, δεν εκμεταλλεύεται νέες πρώτες ύλες, δεν επεκτείνει τις αγορές, αλλά υπηρετεί ένα κεφάλαιο που δεν παράγει πια κεφάλαιο».

2γ)Και εναντίον του κράτους Πρόνοιας
Η σταδιακή κατεδάφιση του κράτους Πρόνοιας, αρχικά στην Ελλάδα, και στη συνέχεια στο σύνολο της ΕΕ, οφείλεται κύρια και πρωταρχικά στους φανατικούς νεοφιλελεύθερους, που το θεωρούν όχι μόνο άχρηστο και  αναποτελεσματικό, αλλά και υπαίτιο δυσθεώρητης σπατάλης. Σχετικά με την άποψη περί  υπερβολικής σπατάλης,  που είναι η επικρατούσα μεταξύ των  νεοφιλελεύθερων, αυτή  ωστόσο διαψεύδεται από τα αποτελέσματα εντελώς πρόσφατης έρευνας, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για  «λανθασμένη  άποψη, καθώς   το κόστος του κράτους Πρόνοιας υπολείπεται του αντίστοιχου των ιδιωτικών ασφαλίσεων εξαιτίας της λειτουργίας σε αυτό οικονομιών κλίμακας». Η ενσυνείδητη απίσχνανση του κράτους Πρόνοιας, από τους αρμόδιους των σύγχρονων κυβερνήσεων, εντείνει τις ανισότητες σε όλους τους τομείς, και δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας, που αποθαρρύνει την οικονομική δραστηριότητα.
           



Μέρος ΙΙ. Οι αναπότρεπτες συνέπειες
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί το νέο διεθνές οικονομικό κατασκεύασμα του συνδυασμού παγκοσμιοποίησης, άκρατου νεοφιλελευθερισμού και μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, είναι άναρχο και εφοδιάζει,  όλους τους τομείς  με αταξία και όχι με  τάξη. Πρόκειται για συνονθύλευμα, που αναβιώνει συνθήκες που ενθαρρύνουν την επικράτηση των νόμων της ζούγκλας, που νομιμοποιεί καταστάσεις πολυεπίπεδης εκμετάλλευσης, που  υποβαθμίζει τη σημασίας των εθνικών συνόρων, που εξαφανίζει τη στοιχειώδη ανθρώπινη αλληλεγγύη και που υποθάλπει το έγκλημα, σε όλες του τις μορφές. Πρόκειται για χαώδη κατάσταση, η οποία επικρατεί στην παγκόσμια, όπως και στις επί μέρους εθνικές οικονομίες, και της οποίας οι εμφανέστερες συνέπειες είναι δυνατόν να συνοψιστούν ως εξής:

Α) Χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και υψηλή ανεργία
Ειδικά στην Ευρώπη, οι αναιμικοί ρυθμοί ανάπτυξης μετά τα 30 ένδοξα χρόνια, αλλά και η προοπτική συνέχισής τους και στο μέλλον. Ωστόσο, θεωρώ αναμφισβήτητη την πολύ αρνητική επίδραση που είχε και εξακολουθεί να έχει η παγιωμένη μακροοικονομική πολιτική της στραγγαλιστικής λιτότητας, που επιβάλλεται σε αυτήν  χάριν μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας, που εξασφαλίζεται μόνο υπέρ της Γερμανίας, με σαφείς ήδη τάσεις υποχώρησής της ακόμη και εκεί. Ο σκληρός πυρήνας  αυτής της πολιτικής είναι, αναμφίβολα, η παραδοχή του μισθού αποκλειστικά ως δαπάνης παραγωγής- που οφείλει με κάθε θυσία να μειωθεί-και όχι ταυτόχρονα και ως παράγοντας ενεργού  ζήτησης. Έτσι, η Ευρώπη λειτουργεί, σε μόνιμη πια βάση, κάτω από συνθήκες ισορροπίας υποαπασχόλησης.  Που σημαίνει ανεργία και μέγεθος ΑΕΠ κατώτερο του δυνητικού. Είναι εμφανές ότι η ευρωπαϊκή οικονομία λειτουργεί  σε περιβάλλον ώριμου καπιταλισμού, όπως αυτό αναλύεται από τονMarx και τον Keynes, δηλαδή πάσχει από  ανεπαρκή ενεργό ζήτηση και αντιπληθωριστικές τάσεις, που τροφοδοτούν ανερχόμενη συνεχώς ανεργία. Αυτή, στους κόλπους της ΕΕ, αγγίζει  τα 25,7 εκατομμύρια, ή το 10,5% του ενεργού πληθυσμού τον Μάρτιο του 2014. Στο εσωτερικό οικονομιών με τέτοιες προδιαγραφές, όλες οι βασικές αναπτυξιακές ροπές είναι υποτονικές. Και η ροπή της κατανάλωσης, και η της αποταμίευσης, και αυτή της επένδυσης και του νεωτερισμού, γι αυτό και η ύφεση ανακυκλώνεται. Η κατανάλωση υπολείπεται, μόνιμα,  από την αντίστοιχη της πλήρους απασχόλησης, επειδή εφαρμόζονται τα οικονομικά της προσφοράς, που υποβαθμίζουν  τη ζήτηση. Με ανεπαρκή ζήτηση και απίσχνανση της πραγματικής οικονομίας, προς όφελος της χρηματιστηριακής, η αποταμίευση κατευθύνεται, κυρίως, προς κερδοσκοπικές τοποθετήσεις ή αποθησαύριση. Είναι, κατά πρώτο και κύριο λόγο οι πλούσιοι που δεν επενδύουν στην πραγματική οικονομία, και που το ειδικό τους βάρος ανέρχεται εξαιτίας της κορύφωσης των ανισοτήτων, επειδή προτιμούν να διατηρούν υψηλή ρευστότητα, προστατεύοντας έτσι την περιουσία τους και αποφεύγοντας τη φορολογία, ή τοποθετώντας τα κέρδη τους  στο χρηματιστήριο, επειδή τα κέρδη προστίθενται μόνο στο κεφάλαιο και όχι και στην εργασία. Αλλά και οι νεωτερισμοί επιβραδύνονται σε οικονομίες με μόνιμη ισορροπία υποαπασχόλησης και μεγάλες ανισότητες, επειδή αργοπορεί η έλευση του σχετικού κορεσμού των παραδοσιακών βιομηχανικών προϊόντων, και δεν δημιουργείται επαρκής ζήτηση για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Με τις συνθήκες αυτές δεν δικαιολογούνται ελπίδες απορρόφησης της ανεργίας.

Β) Κορυφούμενη ανασφάλεια
Η παράβαση  βασικών οικονομικών  κανόνων, οι οποίοι είχαν καθιερωθεί και ίσχυαν απαρεγκλίτως  για μακρό χρονικό διάστημα  στο παρελθόν, γενικεύει την ανασφάλεια στις σύγχρονες οικονομίες, εγκαθιστά τη δυσαρέσκεια μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και επιφέρει σοβαρό πλήγμα στη δημοκρατία. Θα αρκεστώ σε δύο  ακραίων συνεπειών αναφορές:
α) Η πρώτη αναφέρεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη, με την οποία είναι απαραίτητο να περιβάλλεται η  ιδιωτική αποταμίευση, που όμως στο τελευταίο διάστημα υπέστη ανεπανόρθωτο πλήγμα. Πρόκειται καταρχήν για τη ληστεία που υπέστησαν οι καταθέσεις ιδιωτών σε ορισμένες τράπεζες της Κύπρου, τον Απρίλιο του 2013, με τη χρησιμοποίηση του δημόσιου χρέους ως αλόγου της Τροίας. Αυτό το κούρεμα ιδιωτικών καταθέσεων που υπερέβαιναν τις 100.000Ε δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και αλλού, σε περίπτωση έλλειψης άλλων μέσων εξόφλησης των χρεών, όπως ανακοινώθηκε από επίσημα ευρωπαϊκά χείλη, και μάλιστα πιθανόν χωρίς  να σώζονται και καταθέσεις κατώτερες των 100.000Ε.  Πρόκειται, στη συνέχεια, για το απροειδοποίητο άνοιγμα ιδιωτικών λογαριασμών, στην Ελλάδα, και δήμευση ποσών τα οποία  οι καταθέτες χρωστούν στην εφορία.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι αποταμιευτές δεν μπορούν, εφεξής,  να έχουν εμπιστοσύνη στις τράπεζες, και η διαπίστωση αυτή καταργεί ουσιαστικά τη φύση της  αποταμίευσης, που είναι η βασική κινητήρια δύναμη  της ανάπτυξης. Και στο σημείο αυτό τα οικονομικά που διδάσκονταν και διδάσκονται ακόμη στα Πανεπιστήμια, ουδόλως χρησιμεύουν για την ερμηνεία της πραγματικότητας. Γιατί, ήδη, βρισκόμαστε  στο καπιταλιστικό στάδιο της ληστείας και της  αρπαγής.
β) Και η δεύτερη, από τις δύο επιλεγμένες παραπάνω αναφορές, σχετίζεται με τη σταδιακή κατάργηση  όλων των εργατικών δικαιωμάτων, και μάλιστα χωρίς προειδοποίηση και σχετική δικαιολόγηση. Ουσιαστικά, δεν επρόκειτο γιαδικαιώματα, αλλά για προσπάθεια περιορισμού της, sine-qua-non μειονεκτικής θέσης του μεμονωμένου εργαζόμενου, απέναντι στον εργοδότη. Της προσπάθειας δηλαδή εξουδετέρωσης,  στο μέτρο του δυνατού,  των εργοδοτικών προνομίων, έτσι ώστε η συμφωνία εργασίας  μεταξύ τους  να μην είναι λεόντεια και ορθάνοικτη σε παντός είδους εκμετάλλευση και εκβιασμούς. Η έντονη ανασφάλεια που επικρατεί, κυρίως, βέβαια στην Ελλάδα όπου δεν έμεινε ανέπαφο  κανένα σχεδόν εργασιακό δικαίωμα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, στην οποία άρχισε η κατεδάφιση του «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», διαχέεται σε ολόκληρη την  υφήλιο με  δυσμενείς γενικότερες συνέπειες.

Γ)Ρήξεις
Η χαώδης λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών μπορεί, σε κάποιο βαθμό, να συγκεκριμενοποιηθεί με την προσπάθεια απαρίθμησης των ρήξεων, που έχει ανελέητα υποστεί ο βασικός τους κορμός. Πρόκειται για διαλυτικής υφής αποκολλήσεις, συνόλων, ομάδων και τομέων, των οποίων η συμπόρευση εξασφαλίζει την οικονομική και κοινωνική ισορροπία, ενώ ο βίαιος διαχωρισμός τους καταλήγει σε οδυνηρές και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
            Ως πρώτη ρήξη θα αναφέρω αυτήν, που ενσυνείδητα προκαλείται, ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η ομαλή λειτουργία της οικονομίας απαιτεί τη συνύπαρξή τους, την αλληλοσυμπλήρωσή τους, τη στενή τους συνεργασία. Ωστόσο, η πλήρης επικράτηση, μετά τη δεκαετία του’70, της ακραίας νεοφιλελεύθερης θεώρησης εκλαμβάνει το δημόσιο τομέα ως εξάμβλωμα και ως ανωμαλία του συστήματος, και επεξεργάζεται κάθε δυνατό μέσο για τον εξοστρακισμό του. Να υπενθυμίσω ότι μια παρόμοια κούρσα, αλλά προς την διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση, ακολουθήθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και μέχρι τη δεκαετία του ’70, με εχθρό τότε τον ιδιωτικό τομέα, και με την προσπάθεια ελαχιστοποίησης της σημασίας του, μέσω μαζικών κρατικοποιήσεων. Αυτές οι βίαιες εναλλαγές, βρίσκονται δυστυχώς στα πλαίσια παραλογισμών και θα πρέπει με κάθε θυσία να αποφευχθούν  στο μέλλον, εφόσον καταλήγουν στο να αποστερούν την οικονομία, από τις δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα της μισής ύπαρξής της.
            Μια άλλη τραυματική ρήξη, στις σύγχρονες οικονομίες, είναι το ολοένα διευρυνόμενο χάσμα, ανάμεσα στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, παγκόσμια και ιδιαίτερα ευρωπαϊκή, και στις επιθυμίες των πολιτών, που δεν λαμβάνονται υπόψη. Πράγματι, σε μια από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, στους  κόλπους της ΕΕ, το 60% των ερωτηθέντων, έναντι ενός 16%, πιστεύει ότι υπάρχουν καλύτερες λύσεις από τη λιτότητα. Τα πιο υψηλά ποσοστά κατεγράφησαν στην Ελλάδα (94%), στην Πορτογαλία (81%) και στην Ισπανία (80%). Μόνο το 22% των Ευρωπαίων εκτιμά ότι οι πολιτικές λιτότητας ωφελούν όλη την Ευρώπη, έναντι του 67% που πιστεύει ότι οι πολιτικές αυτές δεν ευνοούν παρά ορισμένα κράτη μέλη. Όταν τούς ζητήθηκε να κατονομάσουν χώρες, ανέφεραν πρώτη τη Γερμανία (77% των απαντήσεων), με δεύτερη τη Γαλλία (48%) και τρίτη τη Βρετανία (39%). Πάνω από το 50% των Ευρωπαίων εκτιμά ότι οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται από την αρχή της κρίσης απέτυχαν. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, το 51% των πολιτών της ΕΕ εκτιμά ότι οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν για την ανάταξη των δημοσιονομικών δεν έχουν αποτέλεσμα. Μόνο το 5% πιστεύει το αντίθετο. Εξάλλου, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αντανακλά μια σαφή απόρριψη των κομμάτων εξουσίας που συνδέθηκαν ή συνδέονται με τη λανθασμένη και άδικη αντιμετώπιση της κρίσης στην ευρωζώνη. Σε όλες τις εκλογές τα τελευταία χρόνια οι ψηφοφόροι ψήφισαν για αλλαγή και στο τέλος βρέθηκαν περίπου στα ίδια - ακριβώς εξαιτίας των κοινών πολιτικών που εφαρμόστηκαν παντού και των νέων δημοσιονομικών κανόνων που υπαγορεύει το Βερολίνο και υλοποιούν οι Βρυξέλλες. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι η απουσία ικανών εναλλακτικών λύσεων στρέφει αρκετούς ψηφοφόρους προς τα άκρα, που εκφράζουν αντιευρωπαϊσμό. Και, όμως, η πολιτική της λιτότητας συνεχίζεται, και μάλιστα σύμφωνα με  πρόσφατες δηλώσεις του νέου επιτρόπου της Commission, «αυτή θα συνεχιστεί επ’ αόριστον».
            Τέλος, μια τρίτη  δραματική ρήξη είναι ο διαχωρισμός  των σύγχρονων  οικονομικών επιδιώξεων, από την ευημερία των πολιτών, όπως κατεξοχήν υλοποιείται με την επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας. Ανταγωνιστικότητα για ποιους ακριβώς, δεδομένου ότι, όπως τονίστηκε παραπάνω, το μέσο επίτευξής της είναι η ελαχιστοποίηση του επιπέδου μισθού. Δηλαδή, η εξαθλίωση του 85% του συνολικού ενεργού πληθυσμού των προηγμένων οικονομιών.

              

Συμπέρασμα
Στο παρελθόν, συχνά, η οικονομία κατηγορήθηκε ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις, για να αναγνωριστεί ως επιστήμη. Γι αυτό, και έγινε μια γιγαντιαία προσπάθεια απόδειξης του αντιθέτου, με τη σχεδόν μαζική  προσφυγή στην οικονομετρία, που συνδυάζει στατιστική, μαθηματικά και βέβαια οικονομική θεωρία. Η αίγλη της οικονομετρίας, όμως, από την οποία αναμενόταν η δυνατότητα αποδείξεων, αλλά και προβλέψεων, αμαυρώθηκε σημαντικά, εξαιτίας της αδυναμίας της να προβλέψει τη δεύτερη μεγάλη οικονομική κρίση του 2007, αλλά και εξαιτίας  αποτελεσμάτων, που δεν είχαν σχέση με την οικονομική πραγματικότητα. Οπωσδήποτε, ωστόσο, υπήρχαν τα  γερά θεμέλια της οικονομικής θεωρίας, που σε πείσμα των δυσχερειών εφαρμογής αρκετών υποθέσεών της, καθώς και σε πείσμα της ανάγκης, μετά το 1936, επιλογής τής, εκάστοτε, ακολουθητέας  οικονομικής πολιτικής ή του συνδυασμού της,  ανάμεσα σε ελεύθερη αγορά και παρεμβατισμό,  ήταν πάντοτε εφικτός ο αντίλογος στις επικρίσεις περί έλλειψης επιστημοσύνης  της.
Μετά, όμως, από την εγκαθίδρυση της παγκοσμιοποίησης, με συνοδούς έναν φανατικό φιλελευθερισμό και την αποβιομηχάνιση, που έφερε στο προσκήνιο το μεταβιομηχανικό στάδιο, δεν είναι υπερβολική η διαπίστωση ότι η παγκόσμια οικονομία οδεύει  χωρίς πυξίδα στο χάος.
Θέλω να ελπίζω  ότι μπόρεσα να προσκομίσω αρκετές  αποδείξεις, για την αδήριτη ανάγκη  συνέχισης της σχετικής  έρευνας για την εξεύρεση νέων θεωρητικών εργαλείων ανάλυσης της νέας οικονομικής πραγματικότητας. Γιατί, παρότι, οι αρμόδιοι  συμπεριφέρονται ωσάν να   υπακούν δήθεν σε κάποιες θεωρητικές εντολές, που εξασφαλίζουν ισορροπίες, ουσιαστικά, ουδέν απέμεινε  από τους κλασικούς ρυθμιστικούς κανόνες λειτουργίας της μικρο και μακροοικονομίας.  Όσο κι αν ακούγεται τρομακτικό, η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε πια σε θέση να αποφανθούμε για το πώς διαμορφώνονται οι τιμές, για πως αποφασίζεται το επίπεδο των μισθών, για το πώς διενεργείται η διανομή του παραγόμενου προϊόντος, για το πώς λειτουργούν οι αποφασιστικές ροπές της οικονομίας, για το ποιες επιλογές οικονομικής πολιτικής απαιτούνται  ώστε να απορροφηθεί η ανεργία και να αρχίσει η ανάκαμψη. Ακόμη, η Ευρωζώνη λειτουργεί,  χωρίς κανονικό νόμισμα, καθώς το ευρώ είναι, ουσιαστικά, ουδέτερο ή σκιώδες νόμισμα. Εξάλλου, στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, έχει πλήρως αχρηστευθεί η φαρέτρα των μέτρων που βοηθά την οικονομία να μετριάσει  τις δυσμενείς συνέπειες της κατιούσας φάσης του κύκλου και πιο μακροχρόνια να της εξασφαλίσει ταχύρρυθμη ανάπτυξη, ενώ οι δυνατότητές της έχουν απελπιστικά συρρικνωθεί σε μια συνεχή μάχη εναντίον ενός ανύπαρκτου πληθωρισμού. Ο παραδοσιακός επιχειρηματίας, που επένδυε τα κέρδη του, αναλάμβανε κινδύνους που δικαιολογούσαν αυτά τα κέρδη του, και που είχε αποφασιστική συμβολή στην ανάπτυξη της χώρας του αποτελεί μακρινή ανάμνηση. Τώρα, αντιθέτως, δεσπόζουν στον πάλαι ποτέ επιχειρησιακό χώρο τα «χρυσά αγόρια», που αγοράζουν, παράγουν και πωλούν αέρα,  έναντι αστρονομικών αμοιβών, που δεν δικαιολογούνται με την πρώτη ματιά, και οπωσδήποτε δεν έχουν σχέση με την, όπως και να προσδιοριστεί, παραγωγικότητά τους. Ο κρατικός τομέας, στον οποίο, ακριβώς, με τις παρούσες συνθήκες θα έπρεπε να γίνεται ευρύτατης έκτασης προσφυγή, προκειμένου να μετριαστούν αδικίες και να περιοριστεί το χάος, έχει χαρακτηριστεί «εχθρός της προόδου». Στον κρατικό τομέα, εξάλλου, επιρρίπτονται συλλήβδην όλα τα δεινά των σύγχρονων οικονομιών και εκλαμβάνεται ως αποδιοπομπαίος τράγος. Στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης ατομικής ελευθερίας, με αποτέλεσμα να μην είναι πια δυνατή η συνέχιση του κράτους Πρόνοιας.
Όσο σκληρή και αν είναι η διαπίστωση,  όλα όσα οι παλαιότεροι οικονομολόγοι έχουν διδαχθεί, ακόμη και στα καλύτερα Πανεπιστήμια της υφηλίου, αποτελούν σύνολο άχρηστων γνώσεων, για τις σημερινές συνθήκες. Οι σύγχρονες οικονομίες, χορεύουν στο ρυθμό του κέρδους, που επιδιώκεται και αποκτάται με οποιονδήποτε- έστω και στα όρια του εγκλήματος-  τρόπο και υπακούν στις συγκυριακές επιθυμίες και στις εντολές των πολυεθνικών. Αναφορικά με τη διδασκαλία των οικονομικών, αυτή έχει συρρικνωθεί σε ορισμένες σχολές διοίκησης επιχειρήσεων, που έχουν ως σύμβολα αρπακτικά όρνια και σαρκοβόρα ψάρια, και που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή οικονομική θεωρία. Δυστυχώς, τώρα, όσοι στο παρελθόν υποστήριζαν ότι η οικονομία δεν είναι επιστήμη, δικαιώνονται απολύτως.
Το αγωνιώδες ερώτημα είναι: υπάρχει διέξοδος; Υπάρχει οδός επιστροφής στην οικονομική επιστήμη, που στο παρελθόν  ανήκε  στις κοινωνικές επιστήμες;
Ένα ερώτημα, που όπως και άλλα πολλά σχετικά, δεν διαθέτει εμφανή, ούτε εύκολη, ούτε γενικής παραδοχής απάντηση. Οι δυσκολίες αυτές οφείλονται στο ότι εισέδυσαν στο χώρο  φανατισμοί, ακραίες  ιδεολογίες,  ισχυρά επενδυμένα συμφέροντα, αλλά και σε κάποιο, ευτυχώς, μικρό ποσοστό, και αναπότρεπτες εξελικτικές διαδικασίες.
Με πολλούς δισταγμούς, καθώς και με την αίσθηση ότι η συμβολή και οι προτάσεις μου σε αυτό το κεφάλαιο είναι, εντελώς, εισαγωγικές, θα τελειώσω με κάποιες σκέψεις, αυτή την εισήγηση.
Όπως ανέφερα και στην αρχή, είναι κατεπείγουσα  η ανάγκη εξασφάλισης νέων θεωρητικών εργαλείων, που να είναι σε θέση να ερμηνεύσουν τα νέα στοιχεία της οικονομικής πραγματικότητας, και πάνω από όλα, να αποτρέψουν τη συνέχιση της άναρχης πορείας της παγκόσμιας οικονομίας.
Η εύκολη διαπίστωση, σχετικά, με την ανάγκη εξασφάλισης νέων θεωρητικών εργαλείων είναι ότι αυτά, προς το παρόν, δεν υπάρχουν. Ότι απαιτούν την εμφάνιση νέας θεωρίας που να υποκαταστήσει τις επικρατούσες. Και, ακόμη, ότι είναι άγνωστο το πότε ή και το αν αυτή θα εμφανιστεί.
Προς το παρόν, διαθέτουμε δύο και μόνο δύο επικρατούσες οικονομικές θεωρίες,  βασικά στοιχεία των οποίων δεν είναι πια εφαρμόσιμα στις σύγχρονες οικονομίες, εξαιτίας των ριζικών μεταβολών που έχουν υποστεί. Δεν υπάρχει, όμως, άλλη λύση εκτός από την προσπάθεια να πορευτούμε, όσο γίνεται, με αυτές, για να αποφύγουμε το πλήρες οικονομικό χάος, την απόλυτη αποσύνθεση, την απρόσκοπτη επικράτηση  των συμφερόντων των ολιγαρχών στις σύγχρονες κοινωνίες.
Δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, τα κλειδιά αυτής της προσπάθειας:
*πρώτον, ο συνδυασμός των δύο οικονομικών κοσμοθεωριών και όχι ο αποκλεισμός από τη μία  της άλλης, και
*δεύτερο, η έντονη παρουσία του κράτους και του κράτους Πρόνοιας- με παράλληλη, και όσο γίνεται πιο αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς, των προνομιακών/πελατειακών σχέσεων- στην οικονομία, απαραίτητης τώρα, όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.  




Επιλεκτική βιβλιογραφία

*Artus, P.,/M.P. Virard (2008), Globalisation, le pire est à venir, La Découverte,Paris
* Bianco, Α., and  L. Lavelle (2000),  « The CEO Trapp », Business Week, 11/12
*Business Week, 28.08.2000
*Commission Européenne
*Dewey, D., (1965), Modern Capital Theory, New York
Dolan, M (2014), “Why the rich are hoarding their cash” INYT, 12.06
*Duval, Gu., (2011), “Faut-il imiter l’Allemagne?”, Alternatives Εconomiques, No 300, Mars
*Fleck, S., JGlacer and S.Sprague (2011), US Bureau of Labor Statistics. Monthly Labor Statistics
* Laurent, E., (2014),”Les liens libèrent”,  Alternatives Economiques
*Manière de voir, no 102, “Le crack du libéralisme » de 2008-janvier 2009
*Negreponti-Delivanis,M., (1974), “Réflexions sur le rendement du progrès technique », Mélanges en l’Honneur du Professeur Emile James
*Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, M., (1977), Οικονομική Ανάλυση, Μακροοικονομική Ισορροπία στον Καπιταλισμό και στο Σοσιαλισμό, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα (ελληνικά)
*Νεγρεπόντη-Δελιβάνη,Μ., (1983), Μικροοικονομική Ανάλυση, Τόμος Ι,  Μέρος ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Β’Έκδοση (ελληνικά)
Negreponti-Delivanis,M., (1990), Europe’s life-buoy: its less developed regions,ed. Paratiritis (και ελληνικά από εκδόσεις Παρατηρητής)
* Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Μ., (1993), Iδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις, Eκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη (ελληνικά)
*Negreponti-Delivanis, Μ., (2002), La mondialisation conspiratrice, Paris, L’Harmattan, , chapitre 2, III (και ελληνικά)
*  Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Μ., (2004) Η τύχη του ευρώ, μετά την κηδεία του Συμφώνου Σταθερότητας, Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και  Κορνηλία  Σφακιανάκη: Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη)
*Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, M., (2007), Μεταρρυθμίσεις, Το ολοκαύτωμα των εργαζομένων στην Ευρώπη,  Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Λιβάνη, Αθήνα
* Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, M., (2014), Η εν ψυχρώ δολοφονία της Ελλάδας και η διέξοδος, η δραχμή, Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Ιανός ( μεταφρασμένο γαλλικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις  LHarmattan, Παρίσι)
*Picketty, Th., (2013), Le capital au XXIe siècle, Seuil, Paris
* Reich, R.,  (1997),  Interview au Journal  Le Monde, 7.9,
* Robinson, R., (1964), “Factor Prices not Equalized”, Quarterly Journal of Economics, May 1964
*Solow, R.M., (1960), “Investment and Technical Progress in Mathematical Methods in the Social Sciences, K.J.Arrow ed., Stanford
*The Economist, 08.05.1999
* Touraine, Α., (2013), La fin des sociétés, Seuil Paris
*G. Zucman, G., (2024)“Knocking on haven’s door, LSE Connect, Summer
-----------------------------------------









[1] Εισήγηση της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη στο Colloque à lUniversité Valahia (Targoviste), 17-18.10.2014-Espaces Européens-Δημοσιεύθηκε στον ειδικό Τόμο του Συνεδρίου, στη γαλλική γλώσσα

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

LE CYCLE DU DÉSASTRE DE LA GRÈCE S’ACHÈVE par Maria Negreponti-Delivanis 20.12.2015

LE CYCLE DU DÉSASTRE DE LA GRÈCE S’ACHÈVE
 par Maria Negreponti-Delivanis                      20.12.2015


Introduction
Pendant le laps de temps qui s’est écoulé entre le 12 décembre 2014 (date de la journée-conférence sur la dette et la survie de la Grèce organisée par la Fondation Delivanis) et aujourd’hui, le 20 décembre 2014 – une avalanche d’événements à couper le souffle s’est produite. Si aucune force ne vient s’y opposer, c’est bien le cycle du désastre de notre pays qui s’achève, et cela pour des dizaines d’années.
Comme le 11 septembre 2014 est sorti mon nouveau livre intitulé L’assassinat économique de la Grèce et le dernier recours: la drachme, publié par les éditions L’Harmattan, où l’on peut trouver nombre d’informations concernant la Grèce, et que le présent Cahier du CEDIMES contient de multiples contributions de Français et de Grecs aux échanges de paroles sur la Grèce, je ne vais m’intéresser, dans le présent article, qu’aux événements   plus récents qui, si aucune réaction ne vient s’interposer, posent la pierre tombale de nos espoirs.
Profitant de l’occasion, je voudrais remercier le directeur du CEDIMES, le professeur Claude Albagli, à qui nous devons l’idée de consacrer ce numéro des Cahiers du CEDIMES aux problèmes épineux de l’économie grecque, et le professeur Gérard Lafay, qui s’est proposé spontanément d’en prendre en charge l’édition, en assurant ainsi la qualité.
Les récents aspects du drame vécu par la Grèce dont il sera question dans cet ouvrage concernent exclusivement ce nouveau visage dévoilé par la troïka et que jusqu’ici, nous ne connaissions pas vraiment. Un visage dénué de toute pitié mais qui pratique un chantage ostentatoire, qui abaisse sans aucune compassion le gouvernement, et qui augmente les doses et la durée des mesures d’appauvrissement du peuple grec, parfaitement indifférent à leurs conséquences tragiques. La situation économique du pays est bien pire qu’elle ne l’était en 2009, alors on se demande à quoi ont bien pu servir les sacrifices cruels de ces cinq dernières années imposés à la population.
Il faut, bien sûr, reconnaître que l’occasion à cette nouvelle recrudescence des mesures qui dépassent en sauvagerie les précédentes, a été donnée au gouvernement grec. Aussi incroyable que cela paraisse, il semble que les dirigeants grecs aient été victimes d’histoires qu’eux-mêmes ont fabriquées et qui se répètent sans cesse ces derniers temps, concernant des success stories, la viabilité de la dette, la croissance rapide, la fin des mémorandums et la sortie de la Grèce sur les marchés.
Bien qu’il n’y ait rien de vrai dans cette campagne de triomphe inacceptable et superficielle, étant donné que l’économie grecque et la société ont été complètement détruites par les mémorandums, et qui plus est pour des dizaines et des dizaines d’années, le fait est que même les dignitaires étrangers rabâchaient ces histoires. Or, dans le cas de ces derniers, c’est évidemment dans le dualisme du contenu de la « stabilisation économique » que l’explication devra être cherchée. Autrement dit, les déclarations sans cesse répétées à propos du rétablissement de la « stabilité » n’ont pas trait aux grandeurs  de l’économie grecque réelle, comme le PIB, le volume de l’emploi, le rythme de développement et de croissance, le taux   des investissements – publics et privés –, la demande active, les importations et les exportations. Le naufrage général des grandeurs de base, sans exception, de l’économie grecque qui, naturellement, entraîne l’appauvrissement cumulatif et de longue durée de la population, n’inquiète pas plus qu’il n’intéresse les émissaires de la troïka et leurs chefs. Par contre, cette « stabilisation » leur permet à eux tous de pomper à tous les niveaux  et pour longtemps encore les richesses publiques et privées du pays : réductions répétées des salaires et des pensions, impôts qui dépassent déjà les revenus dont ils proviennent, démantèlement progressif de l’État-providence, de la santé publique et de l’enseignement public, dislocation de l’administration publique, retour violent du marché du travail à un environnement moyennageux, excédents primaires inhumainement élevés en vue d’assurer presque gratuitement et sans résistances une main-d’œuvre asservie. Exigence d’un excédent primaire annuel énorme avec des sacrifices innombrables pesant sur le niveau de vie des Grecs, de toute évidence pas pour aller dans le sens d’une croissance du pays, mais pour aller tel quel dans les poches des créanciers. Destruction sauvage de l’unique branche encore rentable, le tourisme, avec une TVA doublée dans les services touristiques. Impatience effrénée des émissaires de la troïka et de leurs chefs qui veulent que la Grèce soit bradée dans les plus brefs délais, à un prix dérisoire comparé à sa valeur objective. Pratiquement une île grecque pour le prix d’un appartement à Londres.
Bien que la destruction de la Grèce par les plans d’austérité est indéniable et se passe de preuves, il suffit de recourir aux chiffres froids pour voir que lorsque les responsables politiques Grecs alléguaient le contraire, ils satisfaisaient parfaitement la part obscure des instigateurs des mémorandums. Et ceci parce que l’utilisation de la Grèce comme animal de laboratoire était l’ultime espoir des fervents néolibéraux qui veulent prouver le bien-fondé de leurs idées en général vouées à l’échec. À cause de ce fanatisme, l’économie grecque de 2014 se retrouve au niveau qu’elle avait en 1980, et l’ensemble de l’Europe, après six ans de développement anémique, se voit déjà menacé par l’épouvantail de la déflation. Je voudrais ajouter aussi à ce point que tous les gouvernants Grecs, lorsqu’ils se montraient convaincus que la destruction totale du pays est une success story, reconnaissaient aussi indirectement que « les mémorandums étaient bénéfiques à la Grèce »… que ceux ont amené des « réformes » qui devaient absolument être faites (y compris manifestement celle qui consistait à abandonner à la loi de la jungle le marché du travail). Et aussi incroyable que cela puisse paraître, tant du côté de la Grèce que de celui du reste de l’Europe, l’excédent primaire, aussi indiscernable que contesté, a été accueilli triomphalement, et volontairement oubliée sa composition sanguinaire que sont les milliers de suicides, d’avortements, d’enfants évanouissant de faim à l’école, etc. Et pourtant, oui, le triomphe était bien là.
On peut donc affirmer que les relations entre le gouvernement grec et la troïka étaient chaleureuses, tandis que les deux parties exécutaient d’une manière absolument parfaite leur rôle : d’un côté, les nôtres assuraient celui de la sujétion et de l’obéissance à tout, libres de toute inquiétude et préoccupations, et de l’autre, les émissaires de la troïka celui des conquérants, qui concédaient pourtant une place particulière aux dignitaires Grecs. C’est ainsi que la réalisation des promesses qu’ils avaient fait aboutissait à une admiration réciproque et même à une autosatisfaction pour le travail accompli qui « plaît tant à Dieu ».   

II. Les erreurs des gouvernements grecs
Or, cette relation idyllique entre le gouvernement grec et la troïka a été gravement ébranlée à la fin du mois de novembre 2014, lorsque le côté grec osa annoncer de façon officielle des décisions visant à combattre la dette, sans avoir au préalable pris soin d’en demander l’autorisation aux émissaires de la troïka. Cette initiative avait naturellement été motivée par la conviction que « l’économie grecque se porte à merveille ». Et ce fut alors la preuve, effrayante, que la troïka avait une conception toute différente de la réalité grecque. En effet, lorsque la troïka comprit que le gouvernement non seulement s’en prenait sérieusement au contenu des histoires qu’elle laissait systématiquement s’ébruiter, mais qu’en plus il s’en servait pour prendre des décisions concernant des changements radicaux du statu quo de la Grèce, c’est-à-dire de sa condition générale d’asservissement à la dette, elle est devenue folle de rage. Le cadre sur lequel il semble que nos dirigeants se soient basés (naïvement, comme cela s’est avéré), autour d’une supposée reconnaissance de leurs sacrifices, autour d’une supposée admiration de leurs « prouesses », autour d’une supposée maturation de la troïka, du besoin d’un allègement sur le long terme de la dette, tout cela a été renversé en une nuit. La troïka était furieuse, et c’est ainsi que les sous-fifres avec le soutien absolu de leurs grands chefs ne daignèrent pas, pendant plusieurs jours, répondre aux vassaux qui avaient osé relever la tête face à leurs suzerains, se délectant ainsi de leur terreur. Et, lorsque les émissaires de la troïka décidèrent enfin de rompre cet outrageant silence, leur réponse fut un mitraillage assourdissant de nouveaux diktats, absurdes, exténuants et sanguinaires, à la place des déclarations du Premier ministre grec disant que… « le plus difficile est passé », que la Grèce jouit de l’admiration des étrangers car… « le rythme de croissance du pays est plus rapide que celui des autres » ! Les émissaires de la troïka ne sont manifestement pas satisfaits des indicibles sacrifices demandés à la population, de son appauvrissement abyssal, de la destruction totale de l’économie et de la société. Ils voulaient encore du sang, ils voulaient une soumission encore plus grande, ils voulaient que le pays soit vendu à un rythme encore plus rapide. Et, bien sûr, il était hors de question de sortir des mémorandums, hors de question que le pays mis à mal pense s’éloigner du FMI, qu’il s’imagine refuser de prendre de nouvelles mesures, plus douloureuses que les précédentes, plus efficaces pour la réalisation de la « solution finale ».
Il va de soi que je ne me situe pas du côté de la troïka qui hélas exécute les directives de « nos partenaires européens », lesquels je crains qu’ils ont décidé de laisser la Grèce en dehors de la liste des économies européennes indépendantes pour très longtemps. Tandis que je rédige ce texte, il serait insensé de ma part d’ignorer certains aspects importants qui expliquent comment nous sommes arrivés à ce point ultime du discrédit international complet et de ne pas interpréter les raisons de l’enhardissement de la troïka.     
Α) La première erreur
Il est maintenant « trop tard pour pleurer » et bien trop tard pour penser à notre « dignité nationale » blessée. Et ceci car on ne peut pas exiger de nos créanciers qu’ils nous prennent en compte lorsque notre propre gouvernement, depuis plus de cinq ans, n’a pas osé émettre un seul NON aux avilissements répétés, n’a pas eu le courage de réfuter ‒ malgré les nombreux arguments dont nous disposions ‒ les mesures criminelles qui nous étaient imposées. Par contre, c’est presque à genoux que les nôtres se sont accordés, pas simplement à exécuter tous les aspects paranoïaques et criminels et toute cette barbarie contenue dans les plans misérables du mémorandum, mais ils ont aussi affiché un zèle démesuré, faisant surgir un certain nombre de conséquences tragiques : notons, entre autres, l’enthousiasme face à l’excédent primaire sanguinaire, atteint par le biais d’un PIB effondré. Même si ce programme, dont la conception est malsaine et l’application inhumaine, n’avait dès le début aucune chance de réussir, les responsables politiques grecs n’ont pas hésité à (voir ci-dessous de 1 à 6) :
1.       Se tourner contre l’ensemble des travailleurs, qu’ils ont brutalement privé du droit à une vie digne. Aussi bien matériellement, en imposant un niveau des salaires avilissants, que qualitativement, en tolérant un environnement de travail détérioré, et des conditions de travail serviles dans le secteur privé tout autant que public.
2.       Nos « hommes » n’ont pas hésité non plus à accepter de procéder à des milliers de licenciements « gratuits » de fonctionnaires publics, non parce que le secteur public grec était trop grand, puisque l’ensemble des études sur ce sujet le classe dans la moyenne européenne, mais parce que les émissaires de la troïka se trouvent être fortement allergiques à tout ce qui sent le public. Et comme choisir quels employés devaient être licenciés était difficile et absurde, c’est une attaque généralisée contre l’ensemble des travailleurs du public qui a été fabriquée, lesquels ont été accusés d’être… tire-au-flanc, corrompus, incapables, etc. Un État donc, incapable de protéger ne serait-ce que de façon élémentaire ses citoyens. Un État qui s’est identifié, sans aucune résistance, à ses oppresseurs. Et finalement… la montagne a accouché d’une souris puisque les efforts désespérés faits pour prouver ces accusations ont permis de dénicher… à peine 15 (quinze) employés de la fonction publique. Or, les organes exécutifs grecs des diktats de la troïka ne se rendent pas compte que la mise au pilori du secteur public d’un pays revient à honnir leur propre patrie !
3.       Ils n’ont pas hésité à épuiser complètement et sans hésitation la classe la plus basse, les bas-salaires et les petites retraites qui n’ont littéralement pas de quoi vivre et se tournent par milliers vers les ordures pour trouver à manger. À faire disparaître ensuite la classe moyenne, en imposant des impôts d’une nature peu orthodoxe, plus élevés que le revenu. L’entreprise, bien sûr, n’aura été qu’un coup d’épée dans l’eau, puisque les recettes de l’État sont à peu près au même niveau que celui de 2009, pour un revenu, par contre, ayant baissé de plus de 30 %. Et nos dirigeants, au lieu de s’opposer aux inspirations absurdes de la troïka qui a désorganisé le pays, et au lieu d’essayer de démontrer la nature paranoïaque et criminelle des mesures qu’elle leur impose, le cœur léger, se sont efforcés de convaincre la population que « les mesures sont pour son bien », que « c’est la seule solution », que « la lumière commence à luire au fond du tunnel ».                
     Peut-être parce qu’ils avaient signé ces mesures honteuses ? Peut-être parce qu’ils croyaient vraiment à leur efficacité, malgré l’avalanche de réactions qu’ils avaient provoquées à l’étranger ? Ou simplement pour rester le plus longtemps possible au pouvoir quel qu’en soit
le prix ? Cependant, au lieu d’une « sortie des mémorandums », c’est déjà un mémorandum à durée indéterminée qui arrive. Il s’agit plus exactement d’un mémorandum qui – même désigné sous une autre appellation – continuera jusqu’à ce que 75 % de notre dette soit remboursés. Étant donné que la dette grecque est non viable (en dépit du fait que certains Grecs et étrangers se montrent furieux et… s’acharnent à la sauver), si la viabilité de la dette est la résultante d’un désir similaire, le contrôle oppressant des créditeurs et l’exigence de nouvelles mesures meurtrières ne vont certainement pas finir de sitôt. Selon une stratégie invariable, cette fois encore les responsables politiques affirment à la population qu’il n’y aura pas de « nouvelles mesures douloureuses ». Or, selon une stratégie invariable, il est évident qu’il y en aura d’autres, qui se succèderont les unes après les autres. Les créanciers, pour justifier ce nouveau déluge de mesures, soutiennent que « selon leurs estimations le trou financier pour 2015 est de 2 425 milliards d’euros, dont 1 773 milliards concernent le budget et 652 milliards le système de la sécurité sociale. Il est possible que la troïka ait fait des erreurs d’estimations, et ce ne serait pas la première fois. Habitués du reste à ne jamais être contredits mais plutôt à être acquiescés tacitement, ils se sont montrés fâchés contre le Ministre Grec de l’économie qui… s’est risqué à faire remarquer que « leurs estimations sont erronées ».  
Voici, donc, ce qui va nous tomber dessus comme… « non mesures » selon notre gouvernement, alors que le pays est littéralement ravagé par les effets des mesures précédentes, et avec 82 % de la population déclarant être confrontés à une difficulté financière » :
• retrait de la réduction de 30  % de la cotisation de solidarité annoncé par le Premier ministre lui-même, et qu’il est déjà forcé de « reprendre » ;
•  nouvelle taxe sur les produits de luxe, augmentation des taxes sur les cigarettes et l’alcool à partir du 1er janvier 2015 ;
• augmentation de la TVA pour les hôtels, de 6,5 % à 13 % (ce qui va faire disparaître le seul secteur encore debout, le tourisme) ;
• gel des retraites jusqu’en 2017, qui ont déjà subi une baisse de 40 % ;
• coupe dans les retraites complémentaires ;
• changements importants dans le système de la sécurité sociale avec l’augmentation du nombre minimum des points qui donnent droit à la retraite, retenue d’un pourcentage de plus de 25 % sur les salaires et retraites de plus de 1500 euros en cas de dettes envers l’État, mais aussi retraite à 360 euros pour ceux qui ont cotisé 20 ans.
• suppression de toutes les exonérations fiscales.
4.       Ils n’ont pas hésité renoncer à tout sérieux élémentaire, afin de soutenir l’« orthodoxie » des mesures et leurs… « résultats favorables ». Nombre de cas témoignent, en ces cinq dures années, de l’existence d’une sorte d’accord tacite entre le gouvernement et la troïka concernant l’annonce de réussites là où on ne constate que des échecs. Je vais relater l’exemple le plus représentatif et le plus récent d’altération volontaire de la réalité. Il s’agit précisément du problème de la « viabilité » ou « non viabilité » de la dette grecque. Je sais, bien évidemment, qu’annoncer la vérité, dans ce cas précis, revient presque à trahir ce qu’il y a de plus sacré. On nous assure (le plus sérieusement du monde et sans que soit émis la moindre réserve) que la dette de la Grèce est… viable. Les créanciers savent parfaitement qu’une dette égale à 177 % du PIB ne peut en aucun cas être considérée comme viable, mais ils gardent le silence, car s’ils reconnaissent la réalité, ils devront aussi automatiquement admettre le besoin de l’alléger et de la restructurer pour la rendre viable ! Il n’est pas besoin d’avoir de sérieuses connaissances en économie pour comprendre que la dette grecque, pour atteindre en 2020 (comme l’a fixé le FMI) 120 % du PIB (qui est l’indice de viabilité d’une dette), exige exhaustivement un rythme annuel de croissance pour la période 2015-2024 égal à 4,5 % au moins. Alors, peut-on sérieusement affirmer que la Grèce, dont la partie la plus importante de sa base productive a été détruite, viendra à bout de cette épreuve, qui plus est au sein d’une Europe déjà minée par la dévaluation ? D’où viendra ce miracle inouï ? Peut-être des investissements étrangers « massifs » qui, dans le cas de la Grèce, consistent en l’acquisition pour trois fois rien de l’ensemble des richesses et des sources de richesses impitoyablement bradées ? Et pourtant, les mythes perdurent.
5.       Ils n’ont pas hésité à chercher et promouvoir les soi-disant réussites d’un plan dont l’instigateur lui-même, Olivier Blanchard, a été contraint d’avouer que c’était une erreur. Une erreur manifeste, puisque le plan, avec une exactitude mathématique, n’a fait qu’alimenter et augmenter la dette plus rapidement que le PIB. Le seul espoir de viabilité de la dette de la Grèce serait une augmentation accélérée de l’économie emmurée par le plan d’austérité démesurément néolibéral et asphyxiant dicté par la troïka.
6.       Ils n’ont pas hésité à se niveler avec la troïka au point que la Grèce a voté l’abstention lors du vote d’un texte proposé par les 77 économies émergentes et la Chine, le 9 septembre 2014 en séance plénière des Nations unies. Il s’agissait de créer un mécanisme de restructuration des dettes publiques d’économies en faillite. Le projet a reçu 121 voix pour, 11 contre et 41 abstentions. La Grèce n’a pas eu le courage de voter en faveur d’un texte qui la concernait en tout premier lieu et qui aurait pu la sauver à temps !
B) La deuxième erreur      
Et je passe à la deuxième erreur meurtrière de nos dirigeants commise pendant ces cinq difficiles années. Ceci, naturellement, est en lien direct avec la précédente qui réside dans l’attitude globalement servile de nos responsables politiques. Il s’agit de l’absence totale de pourparlers et l’obsolescence de nos nombreux et très sérieux arguments. Très sommairement, je relate les réparations de guerre allemandes, qui auraient dû être réclamées dès le début de la crise de la dette, et qui devraient être au centre de nos pourparlers avec les créanciers, le caractère clairement onéreux et odieux de notre dette, les nombreux actes anticonstitutionnels qui l’entourent, le contenu gravement erroné du supposé plan de stabilisation de la troïka dont l’échec a été annoncé publiquement même par le chef macroéconomiste  du FMI Olivier Blanchard et qui en Grèce a causé une crise humanitaire, le caractère hautement malsain du fonctionnement de l’euro qui se retourne essentiellement contre le sud de l’Europe etc., etc.  

III. L’aggravation de la crise grecque a un fort caractère antidémocratique
La nouvelle crise en Grèce présente de nombreux aspects opaques autant que difficiles à comprendre. À la perspective des prochaines élections, une panique incontrôlable s’est emparée du gouvernement et des créanciers, et il est clair que dans le pays et à l’étranger, ils unissent leurs forces pour les écarter par tous les moyens. Le danger dont ils se sentent menacés semble si terrifiant qu’il justifie l’adoption d’une série de plans catégoriquement hostiles à la tenue d’élections libres et à la démocratie. Il s’agit d’une forme grossière d’intervention que l’on peut interpréter plus largement comme la suppression des élections libres, l’emploi de la terreur à l’encontre des électeurs, de la tentative brutale de changer leurs préférences telles qu’enregistrées dans les fréquents sondages, et plus que tout, la diabolisation du principal parti de l’opposition pour l’empêcher d’accéder au pouvoir. C’est une entreprise avant tout violente de trucage du résultat des élections, trucage qui aurait dû normalement soulever une vague de réactions, à commencer par celle du gouvernement, et occasionner l’intervention de la Justice. Or, le gouvernement non seulement ne semble pas gêné par ces interventions extérieures inadmissibles et extrêmement humiliantes qui suppriment toute trace d’indépendance nationale, mais en plus il approuve les voix extérieures qui veulent imposer (bien évidemment, pas pour la première fois) des « dirigeants implantés ». Avec une franche satisfaction qui annihile chaque Grec, nos dignitaires rabâchent et dépassent les crises honteuses des étrangers par rapport à qui nous donne ou ne nous donne pas le droit de voter, résumant bien sûr et forcément, que si nous n’obéissons pas, « les prouesses de ces dernières cinq années et plus allaient partir en fumée ». J’ai beau chercher ces « prouesses » dans l’infini cimetière qu’est devenue la Grèce, je ne les trouve pas et ceci, pour la simple raison que de prouesses, il n’y en a pas ! Cela va de soi et n’est un secret pour personne que nos créanciers en appellent constamment à la nécessité des « réformes » sans pour autant en déterminer le contenu, qu’ils nous félicitent pour celles qui ont été réalisées mais toujours insuffisantes et qu’ils nous encouragent à continuer. De leur côté, ils ont toutes les raisons d’être contents que lesdites « réformes » aient été faites et aussi de désirer qu’elles soient approfondies. Il s’agit de changements dramatiques, notamment dans le domaine du marché du travail, qui ont énormément appauvri une part écrasante de la population. Dans une économie qui a perdu 30 % de son PIB, dont la dette qui s’élevait à 120 % du PIB, donc viable, a atteint 177 % du PIB et est donc naturellement non viable, dont le revenu est retourné à son niveau de 1980, dont la quasi-totalité des travailleurs sont asservis et appauvris et dont la classe moyenne est en train d’être détruite, il faut un sacré courage pour parler de « prouesses ». En dépit de cette douloureuse réalité, le Premier ministre a récemment déclaré, entre autres choses, qu’il faudra que les élections soient évitées pour ne pas anéantir les « réformes courageuses » et faire marche arrière.
Mais essayons de décrypter cet état de septicémie avancée, qui apparaît comme une nouvelle crise et qui vient s’ajouter à la situation chronique sans issue du pays. Tout d’abord, il est clair que le gouvernement et les créanciers s’efforcent bec et ongles d’éviter les élections. Je trouve donc inquiétant que la plupart de ce que soutient le Premier ministre et son état-major, non seulement ne correspond tout simplement pas à la réalité, mais en plus est très souvent contradictoire et, pire encore, est dénuée de toute continuité et conséquence. Les réactions enflammées du gouvernement sont, comme il convient, focalisées sur les élections, avec l’argument béton que « l’écrasante majorité de la population ne veut pas des élections » comme le montrent les sondages de ces derniers mois. Cette observation est juste, mais une autre l’est également, qui provient de la même source, à savoir les sondages, d’où il ressort que la majorité toujours de la population ne veut pas de l’actuel gouvernement. L’idéal donc, pour les dignitaires grecs et étrangers semble être la suppression du droit de vote à tous les Grecs, du moins tant que le Syriza (parti de la gauche) se présente comme le successeur certain au pouvoir. Partenaires européens et gouvernement s’emploient systématiquement à terroriser la population, décrivant à longueur de journée en le noircissant ce que l’avenir nous réserve si le Syriza vient à prendre la tête du gouvernement : les banques vont se vider de leurs comptes, les investisseurs potentiels partir à toutes jambes, il n’y aura pas d’argent pour payer les salaires et les retraites, il n’y aura pas de liquidités dans l’économie, les déboires de Chypre vont se répéter, les banques vont fermer et les gens auront faim, nous serons virés de la zone euro, c’est le fameux Grexit. Dans cette course de relais, le témoin du terrorisme exercé sur la population passe d’un dignitaire à l’autre, en Grèce ou à l’étranger, et à ce qu’il semble, ils se sont distribués entre eux la matière des allocutions de sorte à éviter autant que possible les recouvrements. En vue de cette inacceptable entreprise de détournement des préférences politiques des citoyens, ce qui m’inquiète sérieusement, c’est si le niveau intellectuel de ces derniers est si bas que le lavage de cerveau ‒ pourtant tristement naïf et simpliste ‒ y trouve un terrain fertile. Et malheureusement, je crains que la réponse vers laquelle je tends est qu’au cas où les menaces, bien qu’infondées, se répètent sans aucune trêve, et si en même temps, les dignitaires étrangers se mobilisent pour les envoyer par volées, alors oui, il est possible que même les plus « futés » se laissent prendre au piège.     
Bien que l’intérêt du gouvernement et des centres étrangers européens convergent vers cette campagne méprisable de chantage à la terreur et à la désorientation de l’opinion publique en Grèce, leurs objectifs ne sont pas les mêmes. Le gouvernement adopte ces méthodes antidémocratiques tout simplement pour ne pas perdre le pouvoir, tandis que pour nos partenaires, le prix de la victoire est la prise de possession de la Grèce tout entière. 
Cette imbrication logique semble néanmoins être rompue par une question à laquelle il est difficile de répondre, et qui est la suivante : Puisque ce que veulent les dirigeants grecs et de l’étranger, c’est empêcher les élections, pourquoi alors les avoir provoquées ? Car, même si c’est un détail qui se perd dans l’imbroglio de la nouvelle crise, la réalité est que les élections n’ont pas été provoquées par le Syriza, mais par un conflit subit et injustifié, du moins en apparence, entre le gouvernement et la troïka. Injustifié en ce sens que les relations entre le gouvernement et troïka étaient tout à fait harmonieuses tout au long de ces cinq années tragiques, tandis que toutes les inspirations inhumaines et barbares des créanciers consistaient en des diktats non négociables imposés à nos dirigeants. C’est bien ce conflit, même s’il est de velours, qui a entraîné, comme cela s’est avéré, les élections. La raison de la rupture de cette relation idyllique entre le gouvernement et la troïka sont les nouvelles mesures, plus sauvages et plus douloureuses que toutes les précédentes que nos créanciers ont subitement décidé d’enclencher. Le gouvernement a pris conscience qu’il lui serait impossible de faire passer par l’Assemblée ces nouvelles mesures sanguinaires. Plus précisément, parce que le gouvernement avait annoncé à maintes reprises la supposée fin des mesures douloureuses et des mémorandums, et avait promis des allègements qu’il doit maintenant oublier. Ainsi a-t-il estimé que la seule façon de faire passer ces mesures était des élections anticipées, mais seulement comme une menace, puisque ces dernières devaient coûte que coûte être évitées, grâce à l’élection du Président de la République. C’est la raison pour laquelle il fallait adopter des moyens drastiques et délibérés, manifestement dans l’idée que « la fin justifie les moyens ». Dans cette logique, même le président de la Commission s’est mobilisé, n’hésitant pas à nous faire savoir ses préférences concernant les personnalités qu’il désire voir gouverner la colonie-Hellas. Et il a ajouté, comme ça tout simplement, que son désir est de continuer d’être en relation avec ses amis et non avec des « partis politiques extrémistes » ! Et même le gouverneur de la Banque de Grèce et ex-Ministre des finances s’est mobilisé, procédant à une allocution de la catastrophe au cas où le Président de la République n’était pas élu.
Le poids des calomnies et avilissements auxquels est soumise la population est devenu insupportable, puisque tous les moyens sont bons pour faire savoir à cette dernière que si elle vote en fonction de ses préférences politiques, les conséquences pour son pays seront catastrophiques. Et c’est pour cela qu’elle ne doit pas déclarer ses préférences, mais accepter sans se plaindre celles qui lui seront imposées par ceux, Grecs et étrangers, qui « savent mieux qu’elle » ce dont elle a besoin. Je pense avec frayeur que finalement ce syndrome de Napoléon, qui a récemment  été imputé à madame Merkel, n’affecte pas qu’elle.  
Pour être élu, le Président de la République doit obtenir des députés, comme on le sait, 180 voix favorables lesquelles n’existent pas, mais d’indescriptibles pressions sont actuellement exercées pour les trouver. « Ils devront rendre compte de leurs crimes s’ils ne votent pas… même devant Saint Pierre »… laissent entendre nos responsables politiques.
À l’heure où sont écrites ces lignes (18.12.2014), l’issue de ce nouveau drame est incertaine et il semble peu probable qu’en dépit des pressions et du chantage, l’Assemblée parvienne à élire le président. Néanmoins, je pense ces derniers jours que le Syriza, en tant que principal parti d’opposition, mais aussi d’autres partis de l’opposition tels que le KKE (parti communiste), l’ANEL (parti conservateur anti-mémorandums), la DIMAR (parti de gauche issu du Syriza) etc., devraient s’engager dans une condamnation internationale rigoureuse, en présentant toutes les preuves accablantes de ces faits intolérables et indiscutablement antidémocratiques. Une condamnation de ce type pourrait, compte tenu de la flagrance des pressions, jouer en faveur de la Grèce. Et puis, si l’opposition tout entière décidait de n’assister à aucun des trois votes pour l’élection du président de la République, parce qu’elle jugerait non seulement que le processus relève de la farce mais peut également  donner lieu à de possibles poursuites pénales, cela constituerait un événement impressionnant, avec de nombreuses retombées positives. Une telle démarche permettrait probablement de réveiller nos partenaires européens, et les pousserait peut-être enfin à se demander où va le rêve européen, vu tous ces faits intolérables, et ce qu’ils devraient faire sans perdre de temps pour éviter qu’il ne meure. Autrement, je suis convaincue que si elle ne retrouve pas immédiatement son droit à un régime digne de la part aussi bien de ceux qui la gouvernent que de ses partenaires et créanciers, la Grèce ne peut survivre. L’heure est donc venue de nous unir, indépendamment des partis politiques, et de crier haut et fort que nous ne sommes la colonie de personne, et que nous rembourserons notre dette lorsque celle-ci cessera d’être insupportable et odieuse. D’exiger des termes humainement supportables et non plus sanguinaires comme c’est actuellement le cas.

Conclusion         
Depuis le début de l’époque des mémorandums, il était on ne peut plus clair que la Grèce devait chercher secours en dehors de la zone euro. J’ai soutenu cette position dès 2010 dans de nombreux articles, introductions à des congrès internationaux et des livres relatifs à la dette. La résolution du conflit avec la troïka (et les créanciers) était et continue d’être le dernier espoir de sauver le pays, bien que son efficacité se soit entre-temps fortement atténuée, compte tenu du fait que son asservissement constant autorise ses créanciers à prendre toutes les mesures nécessaires (parmi lesquelles la subordination de n’importe quel différend au droit anglais) de sorte à limiter au maximum le danger d’un tel conflit pour eux. Et déjà, s’agissant de l’opinion publique grecque sur la question de la sortie de la zone euro, tout montre que l’efficacité de la campagne d’intimidation menée par les dirigeants Grecs et étrangers brandissant la menace des monstres apocalyptiques qui sont supposés suivre le retour à la monnaie nationale s’est considérablement réduite. En effet, en vue de l’impasse dans laquelle se trouve le pays et sa disparition consécutive à l’intransigeance de la troïka et aux nouvelles mesures sanguinaires, de plus en plus de Grecs parlent du conflit comme étant la seule solution pour le pays. Bien sûr, il faut déterminer le contenu de ce conflit. Tout comme au début de la crise, il se passe maintenant exactement la même chose, à savoir que le conflit devra résider dans une condamnation de tous les contrats, de toutes les promesses faites par les précédents gouvernements, de tous les mémorandums et leur contenu. Les ruines de l’économie grecque témoigneront hélas en faveur de la Grèce. La question ne sera pas le non-paiement de la dette. La dette doit assurément être payée, mais elle le sera dans des termes qui soient humains, qui ne détruisent pas l’économie et la société pour des décennies. La dette doit être payée par le biais de la croissance et non par la contraction. Les créanciers, qui pour la plupart sont des États et non des privés, prendront ce que nous leur devons, disons au bout de 30-40 ans, chose qui devra être mise au cœur des négociations en tenant compte de la crise humanitaire provoquée par le refus des créanciers de prolonger le délai de paiement. Ce que signifie une dette honteuse, qui remonte à la façon dont la dette a été créée (si celle-ci a profité à certaines classes privilégiées et pas à l’ensemble de la population, si elle est due pour une grande part à des activités illégales, dessous-de-table etc., si elle a été gonflée par des taux d’intérêt exagérés qui dépassaient la dette principale, si d’autres économies en ont profité à long terme en la provoquant et en l’entretenant, et ainsi de suite), avec quoi elle peut être calculée, si cela est possible, quelle a été la contribution probable de l’application d’un système supranational à sa création et tant d’autres aspects. La Grèce dispose d’arguments solides et nombreux pour se libérer du carcan de la troïka et s’acquitter de sa dette sur la durée. La récente réaction, dans le sud de l’Europe, contre l’austérité mais aussi contre les effets négatifs du maintien de la monnaie unique, rend service à la Grèce. Ce conflit, néanmoins, avec tout ce qu’il induit et ses dangers, devra être géré par un nouveau gouvernement qui n’aura pas accepté les mémorandums destructeurs et que l’on attend pour sortir de l’impasse.   
Pour finir, je voudrais souligner le fait que je ne représente ni n’appartiens à aucun parti politique. Je crois cependant qu’un changement de gouvernement immédiat est nécessaire, qui garantisse une négociation et non l’acceptation sans discussions de plans et mesures exterminatrices du pays. J’ajoute également que le problème de la Grèce est un véritable nœud gordien, et c’est la raison pour laquelle il ne m’est pas possible de verser dans la certitude que la négociation s’accomplira avec le nouveau gouvernement. Si ce n’est pas le cas, alors, le seul espoir de la Grèce réside dans un changement radical de politique de l’UE et de la zone euro, la question restant à savoir quand et s’il se produira jamais.



    


Introduction
Pendant le laps de temps qui s’est écoulé entre le 12 décembre 2014 (date de la journée-conférence sur la dette et la survie de la Grèce organisée par la Fondation Delivanis) et aujourd’hui, le 20 décembre 2014 – une avalanche d’événements à couper le souffle s’est produite. Si aucune force ne vient s’y opposer, c’est bien le cycle du désastre de notre pays qui s’achève, et cela pour des dizaines d’années.
Comme le 11 septembre 2014 est sorti mon nouveau livre intitulé L’assassinat économique de la Grèce et le dernier recours: la drachme, publié par les éditions L’Harmattan, où l’on peut trouver nombre d’informations concernant la Grèce, et que le présent Cahier du CEDIMES contient de multiples contributions de Français et de Grecs aux échanges de paroles sur la Grèce, je ne vais m’intéresser, dans le présent article, qu’aux événements   plus récents qui, si aucune réaction ne vient s’interposer, posent la pierre tombale de nos espoirs.
Profitant de l’occasion, je voudrais remercier le directeur du CEDIMES, le professeur Claude Albagli, à qui nous devons l’idée de consacrer ce numéro des Cahiers du CEDIMES aux problèmes épineux de l’économie grecque, et le professeur Gérard Lafay, qui s’est proposé spontanément d’en prendre en charge l’édition, en assurant ainsi la qualité.
Les récents aspects du drame vécu par la Grèce dont il sera question dans cet ouvrage concernent exclusivement ce nouveau visage dévoilé par la troïka et que jusqu’ici, nous ne connaissions pas vraiment. Un visage dénué de toute pitié mais qui pratique un chantage ostentatoire, qui abaisse sans aucune compassion le gouvernement, et qui augmente les doses et la durée des mesures d’appauvrissement du peuple grec, parfaitement indifférent à leurs conséquences tragiques. La situation économique du pays est bien pire qu’elle ne l’était en 2009, alors on se demande à quoi ont bien pu servir les sacrifices cruels de ces cinq dernières années imposés à la population.
Il faut, bien sûr, reconnaître que l’occasion à cette nouvelle recrudescence des mesures qui dépassent en sauvagerie les précédentes, a été donnée au gouvernement grec. Aussi incroyable que cela paraisse, il semble que les dirigeants grecs aient été victimes d’histoires qu’eux-mêmes ont fabriquées et qui se répètent sans cesse ces derniers temps, concernant des success stories, la viabilité de la dette, la croissance rapide, la fin des mémorandums et la sortie de la Grèce sur les marchés.
Bien qu’il n’y ait rien de vrai dans cette campagne de triomphe inacceptable et superficielle, étant donné que l’économie grecque et la société ont été complètement détruites par les mémorandums, et qui plus est pour des dizaines et des dizaines d’années, le fait est que même les dignitaires étrangers rabâchaient ces histoires. Or, dans le cas de ces derniers, c’est évidemment dans le dualisme du contenu de la « stabilisation économique » que l’explication devra être cherchée. Autrement dit, les déclarations sans cesse répétées à propos du rétablissement de la « stabilité » n’ont pas trait aux grandeurs  de l’économie grecque réelle, comme le PIB, le volume de l’emploi, le rythme de développement et de croissance, le taux   des investissements – publics et privés –, la demande active, les importations et les exportations. Le naufrage général des grandeurs de base, sans exception, de l’économie grecque qui, naturellement, entraîne l’appauvrissement cumulatif et de longue durée de la population, n’inquiète pas plus qu’il n’intéresse les émissaires de la troïka et leurs chefs. Par contre, cette « stabilisation » leur permet à eux tous de pomper à tous les niveaux  et pour longtemps encore les richesses publiques et privées du pays : réductions répétées des salaires et des pensions, impôts qui dépassent déjà les revenus dont ils proviennent, démantèlement progressif de l’État-providence, de la santé publique et de l’enseignement public, dislocation de l’administration publique, retour violent du marché du travail à un environnement moyennageux, excédents primaires inhumainement élevés en vue d’assurer presque gratuitement et sans résistances une main-d’œuvre asservie. Exigence d’un excédent primaire annuel énorme avec des sacrifices innombrables pesant sur le niveau de vie des Grecs, de toute évidence pas pour aller dans le sens d’une croissance du pays, mais pour aller tel quel dans les poches des créanciers. Destruction sauvage de l’unique branche encore rentable, le tourisme, avec une TVA doublée dans les services touristiques. Impatience effrénée des émissaires de la troïka et de leurs chefs qui veulent que la Grèce soit bradée dans les plus brefs délais, à un prix dérisoire comparé à sa valeur objective. Pratiquement une île grecque pour le prix d’un appartement à Londres.
Bien que la destruction de la Grèce par les plans d’austérité est indéniable et se passe de preuves, il suffit de recourir aux chiffres froids pour voir que lorsque les responsables politiques Grecs alléguaient le contraire, ils satisfaisaient parfaitement la part obscure des instigateurs des mémorandums. Et ceci parce que l’utilisation de la Grèce comme animal de laboratoire était l’ultime espoir des fervents néolibéraux qui veulent prouver le bien-fondé de leurs idées en général vouées à l’échec. À cause de ce fanatisme, l’économie grecque de 2014 se retrouve au niveau qu’elle avait en 1980, et l’ensemble de l’Europe, après six ans de développement anémique, se voit déjà menacé par l’épouvantail de la déflation. Je voudrais ajouter aussi à ce point que tous les gouvernants Grecs, lorsqu’ils se montraient convaincus que la destruction totale du pays est une success story, reconnaissaient aussi indirectement que « les mémorandums étaient bénéfiques à la Grèce »… que ceux ont amené des « réformes » qui devaient absolument être faites (y compris manifestement celle qui consistait à abandonner à la loi de la jungle le marché du travail). Et aussi incroyable que cela puisse paraître, tant du côté de la Grèce que de celui du reste de l’Europe, l’excédent primaire, aussi indiscernable que contesté, a été accueilli triomphalement, et volontairement oubliée sa composition sanguinaire que sont les milliers de suicides, d’avortements, d’enfants évanouissant de faim à l’école, etc. Et pourtant, oui, le triomphe était bien là.
On peut donc affirmer que les relations entre le gouvernement grec et la troïka étaient chaleureuses, tandis que les deux parties exécutaient d’une manière absolument parfaite leur rôle : d’un côté, les nôtres assuraient celui de la sujétion et de l’obéissance à tout, libres de toute inquiétude et préoccupations, et de l’autre, les émissaires de la troïka celui des conquérants, qui concédaient pourtant une place particulière aux dignitaires Grecs. C’est ainsi que la réalisation des promesses qu’ils avaient fait aboutissait à une admiration réciproque et même à une autosatisfaction pour le travail accompli qui « plaît tant à Dieu ».   

II. Les erreurs des gouvernements grecs
Or, cette relation idyllique entre le gouvernement grec et la troïka a été gravement ébranlée à la fin du mois de novembre 2014, lorsque le côté grec osa annoncer de façon officielle des décisions visant à combattre la dette, sans avoir au préalable pris soin d’en demander l’autorisation aux émissaires de la troïka. Cette initiative avait naturellement été motivée par la conviction que « l’économie grecque se porte à merveille ». Et ce fut alors la preuve, effrayante, que la troïka avait une conception toute différente de la réalité grecque. En effet, lorsque la troïka comprit que le gouvernement non seulement s’en prenait sérieusement au contenu des histoires qu’elle laissait systématiquement s’ébruiter, mais qu’en plus il s’en servait pour prendre des décisions concernant des changements radicaux du statu quo de la Grèce, c’est-à-dire de sa condition générale d’asservissement à la dette, elle est devenue folle de rage. Le cadre sur lequel il semble que nos dirigeants se soient basés (naïvement, comme cela s’est avéré), autour d’une supposée reconnaissance de leurs sacrifices, autour d’une supposée admiration de leurs « prouesses », autour d’une supposée maturation de la troïka, du besoin d’un allègement sur le long terme de la dette, tout cela a été renversé en une nuit. La troïka était furieuse, et c’est ainsi que les sous-fifres avec le soutien absolu de leurs grands chefs ne daignèrent pas, pendant plusieurs jours, répondre aux vassaux qui avaient osé relever la tête face à leurs suzerains, se délectant ainsi de leur terreur. Et, lorsque les émissaires de la troïka décidèrent enfin de rompre cet outrageant silence, leur réponse fut un mitraillage assourdissant de nouveaux diktats, absurdes, exténuants et sanguinaires, à la place des déclarations du Premier ministre grec disant que… « le plus difficile est passé », que la Grèce jouit de l’admiration des étrangers car… « le rythme de croissance du pays est plus rapide que celui des autres » ! Les émissaires de la troïka ne sont manifestement pas satisfaits des indicibles sacrifices demandés à la population, de son appauvrissement abyssal, de la destruction totale de l’économie et de la société. Ils voulaient encore du sang, ils voulaient une soumission encore plus grande, ils voulaient que le pays soit vendu à un rythme encore plus rapide. Et, bien sûr, il était hors de question de sortir des mémorandums, hors de question que le pays mis à mal pense s’éloigner du FMI, qu’il s’imagine refuser de prendre de nouvelles mesures, plus douloureuses que les précédentes, plus efficaces pour la réalisation de la « solution finale ».
Il va de soi que je ne me situe pas du côté de la troïka qui hélas exécute les directives de « nos partenaires européens », lesquels je crains qu’ils ont décidé de laisser la Grèce en dehors de la liste des économies européennes indépendantes pour très longtemps. Tandis que je rédige ce texte, il serait insensé de ma part d’ignorer certains aspects importants qui expliquent comment nous sommes arrivés à ce point ultime du discrédit international complet et de ne pas interpréter les raisons de l’enhardissement de la troïka.     
Α) La première erreur
Il est maintenant « trop tard pour pleurer » et bien trop tard pour penser à notre « dignité nationale » blessée. Et ceci car on ne peut pas exiger de nos créanciers qu’ils nous prennent en compte lorsque notre propre gouvernement, depuis plus de cinq ans, n’a pas osé émettre un seul NON aux avilissements répétés, n’a pas eu le courage de réfuter ‒ malgré les nombreux arguments dont nous disposions ‒ les mesures criminelles qui nous étaient imposées. Par contre, c’est presque à genoux que les nôtres se sont accordés, pas simplement à exécuter tous les aspects paranoïaques et criminels et toute cette barbarie contenue dans les plans misérables du mémorandum, mais ils ont aussi affiché un zèle démesuré, faisant surgir un certain nombre de conséquences tragiques : notons, entre autres, l’enthousiasme face à l’excédent primaire sanguinaire, atteint par le biais d’un PIB effondré. Même si ce programme, dont la conception est malsaine et l’application inhumaine, n’avait dès le début aucune chance de réussir, les responsables politiques grecs n’ont pas hésité à (voir ci-dessous de 1 à 6) :
1.       Se tourner contre l’ensemble des travailleurs, qu’ils ont brutalement privé du droit à une vie digne. Aussi bien matériellement, en imposant un niveau des salaires avilissants, que qualitativement, en tolérant un environnement de travail détérioré, et des conditions de travail serviles dans le secteur privé tout autant que public.
2.       Nos « hommes » n’ont pas hésité non plus à accepter de procéder à des milliers de licenciements « gratuits » de fonctionnaires publics, non parce que le secteur public grec était trop grand, puisque l’ensemble des études sur ce sujet le classe dans la moyenne européenne, mais parce que les émissaires de la troïka se trouvent être fortement allergiques à tout ce qui sent le public. Et comme choisir quels employés devaient être licenciés était difficile et absurde, c’est une attaque généralisée contre l’ensemble des travailleurs du public qui a été fabriquée, lesquels ont été accusés d’être… tire-au-flanc, corrompus, incapables, etc. Un État donc, incapable de protéger ne serait-ce que de façon élémentaire ses citoyens. Un État qui s’est identifié, sans aucune résistance, à ses oppresseurs. Et finalement… la montagne a accouché d’une souris puisque les efforts désespérés faits pour prouver ces accusations ont permis de dénicher… à peine 15 (quinze) employés de la fonction publique. Or, les organes exécutifs grecs des diktats de la troïka ne se rendent pas compte que la mise au pilori du secteur public d’un pays revient à honnir leur propre patrie !
3.       Ils n’ont pas hésité à épuiser complètement et sans hésitation la classe la plus basse, les bas-salaires et les petites retraites qui n’ont littéralement pas de quoi vivre et se tournent par milliers vers les ordures pour trouver à manger. À faire disparaître ensuite la classe moyenne, en imposant des impôts d’une nature peu orthodoxe, plus élevés que le revenu. L’entreprise, bien sûr, n’aura été qu’un coup d’épée dans l’eau, puisque les recettes de l’État sont à peu près au même niveau que celui de 2009, pour un revenu, par contre, ayant baissé de plus de 30 %. Et nos dirigeants, au lieu de s’opposer aux inspirations absurdes de la troïka qui a désorganisé le pays, et au lieu d’essayer de démontrer la nature paranoïaque et criminelle des mesures qu’elle leur impose, le cœur léger, se sont efforcés de convaincre la population que « les mesures sont pour son bien », que « c’est la seule solution », que « la lumière commence à luire au fond du tunnel ».                
     Peut-être parce qu’ils avaient signé ces mesures honteuses ? Peut-être parce qu’ils croyaient vraiment à leur efficacité, malgré l’avalanche de réactions qu’ils avaient provoquées à l’étranger ? Ou simplement pour rester le plus longtemps possible au pouvoir quel qu’en soit
le prix ? Cependant, au lieu d’une « sortie des mémorandums », c’est déjà un mémorandum à durée indéterminée qui arrive. Il s’agit plus exactement d’un mémorandum qui – même désigné sous une autre appellation – continuera jusqu’à ce que 75 % de notre dette soit remboursés. Étant donné que la dette grecque est non viable (en dépit du fait que certains Grecs et étrangers se montrent furieux et… s’acharnent à la sauver), si la viabilité de la dette est la résultante d’un désir similaire, le contrôle oppressant des créditeurs et l’exigence de nouvelles mesures meurtrières ne vont certainement pas finir de sitôt. Selon une stratégie invariable, cette fois encore les responsables politiques affirment à la population qu’il n’y aura pas de « nouvelles mesures douloureuses ». Or, selon une stratégie invariable, il est évident qu’il y en aura d’autres, qui se succèderont les unes après les autres. Les créanciers, pour justifier ce nouveau déluge de mesures, soutiennent que « selon leurs estimations le trou financier pour 2015 est de 2 425 milliards d’euros, dont 1 773 milliards concernent le budget et 652 milliards le système de la sécurité sociale. Il est possible que la troïka ait fait des erreurs d’estimations, et ce ne serait pas la première fois. Habitués du reste à ne jamais être contredits mais plutôt à être acquiescés tacitement, ils se sont montrés fâchés contre le Ministre Grec de l’économie qui… s’est risqué à faire remarquer que « leurs estimations sont erronées ».  
Voici, donc, ce qui va nous tomber dessus comme… « non mesures » selon notre gouvernement, alors que le pays est littéralement ravagé par les effets des mesures précédentes, et avec 82 % de la population déclarant être confrontés à une difficulté financière » :
• retrait de la réduction de 30  % de la cotisation de solidarité annoncé par le Premier ministre lui-même, et qu’il est déjà forcé de « reprendre » ;
•  nouvelle taxe sur les produits de luxe, augmentation des taxes sur les cigarettes et l’alcool à partir du 1er janvier 2015 ;
• augmentation de la TVA pour les hôtels, de 6,5 % à 13 % (ce qui va faire disparaître le seul secteur encore debout, le tourisme) ;
• gel des retraites jusqu’en 2017, qui ont déjà subi une baisse de 40 % ;
• coupe dans les retraites complémentaires ;
• changements importants dans le système de la sécurité sociale avec l’augmentation du nombre minimum des points qui donnent droit à la retraite, retenue d’un pourcentage de plus de 25 % sur les salaires et retraites de plus de 1500 euros en cas de dettes envers l’État, mais aussi retraite à 360 euros pour ceux qui ont cotisé 20 ans.
• suppression de toutes les exonérations fiscales.
4.       Ils n’ont pas hésité renoncer à tout sérieux élémentaire, afin de soutenir l’« orthodoxie » des mesures et leurs… « résultats favorables ». Nombre de cas témoignent, en ces cinq dures années, de l’existence d’une sorte d’accord tacite entre le gouvernement et la troïka concernant l’annonce de réussites là où on ne constate que des échecs. Je vais relater l’exemple le plus représentatif et le plus récent d’altération volontaire de la réalité. Il s’agit précisément du problème de la « viabilité » ou « non viabilité » de la dette grecque. Je sais, bien évidemment, qu’annoncer la vérité, dans ce cas précis, revient presque à trahir ce qu’il y a de plus sacré. On nous assure (le plus sérieusement du monde et sans que soit émis la moindre réserve) que la dette de la Grèce est… viable. Les créanciers savent parfaitement qu’une dette égale à 177 % du PIB ne peut en aucun cas être considérée comme viable, mais ils gardent le silence, car s’ils reconnaissent la réalité, ils devront aussi automatiquement admettre le besoin de l’alléger et de la restructurer pour la rendre viable ! Il n’est pas besoin d’avoir de sérieuses connaissances en économie pour comprendre que la dette grecque, pour atteindre en 2020 (comme l’a fixé le FMI) 120 % du PIB (qui est l’indice de viabilité d’une dette), exige exhaustivement un rythme annuel de croissance pour la période 2015-2024 égal à 4,5 % au moins. Alors, peut-on sérieusement affirmer que la Grèce, dont la partie la plus importante de sa base productive a été détruite, viendra à bout de cette épreuve, qui plus est au sein d’une Europe déjà minée par la dévaluation ? D’où viendra ce miracle inouï ? Peut-être des investissements étrangers « massifs » qui, dans le cas de la Grèce, consistent en l’acquisition pour trois fois rien de l’ensemble des richesses et des sources de richesses impitoyablement bradées ? Et pourtant, les mythes perdurent.
5.       Ils n’ont pas hésité à chercher et promouvoir les soi-disant réussites d’un plan dont l’instigateur lui-même, Olivier Blanchard, a été contraint d’avouer que c’était une erreur. Une erreur manifeste, puisque le plan, avec une exactitude mathématique, n’a fait qu’alimenter et augmenter la dette plus rapidement que le PIB. Le seul espoir de viabilité de la dette de la Grèce serait une augmentation accélérée de l’économie emmurée par le plan d’austérité démesurément néolibéral et asphyxiant dicté par la troïka.
6.       Ils n’ont pas hésité à se niveler avec la troïka au point que la Grèce a voté l’abstention lors du vote d’un texte proposé par les 77 économies émergentes et la Chine, le 9 septembre 2014 en séance plénière des Nations unies. Il s’agissait de créer un mécanisme de restructuration des dettes publiques d’économies en faillite. Le projet a reçu 121 voix pour, 11 contre et 41 abstentions. La Grèce n’a pas eu le courage de voter en faveur d’un texte qui la concernait en tout premier lieu et qui aurait pu la sauver à temps !
B) La deuxième erreur      
Et je passe à la deuxième erreur meurtrière de nos dirigeants commise pendant ces cinq difficiles années. Ceci, naturellement, est en lien direct avec la précédente qui réside dans l’attitude globalement servile de nos responsables politiques. Il s’agit de l’absence totale de pourparlers et l’obsolescence de nos nombreux et très sérieux arguments. Très sommairement, je relate les réparations de guerre allemandes, qui auraient dû être réclamées dès le début de la crise de la dette, et qui devraient être au centre de nos pourparlers avec les créanciers, le caractère clairement onéreux et odieux de notre dette, les nombreux actes anticonstitutionnels qui l’entourent, le contenu gravement erroné du supposé plan de stabilisation de la troïka dont l’échec a été annoncé publiquement même par le chef macroéconomiste  du FMI Olivier Blanchard et qui en Grèce a causé une crise humanitaire, le caractère hautement malsain du fonctionnement de l’euro qui se retourne essentiellement contre le sud de l’Europe etc., etc.  

III. L’aggravation de la crise grecque a un fort caractère antidémocratique
La nouvelle crise en Grèce présente de nombreux aspects opaques autant que difficiles à comprendre. À la perspective des prochaines élections, une panique incontrôlable s’est emparée du gouvernement et des créanciers, et il est clair que dans le pays et à l’étranger, ils unissent leurs forces pour les écarter par tous les moyens. Le danger dont ils se sentent menacés semble si terrifiant qu’il justifie l’adoption d’une série de plans catégoriquement hostiles à la tenue d’élections libres et à la démocratie. Il s’agit d’une forme grossière d’intervention que l’on peut interpréter plus largement comme la suppression des élections libres, l’emploi de la terreur à l’encontre des électeurs, de la tentative brutale de changer leurs préférences telles qu’enregistrées dans les fréquents sondages, et plus que tout, la diabolisation du principal parti de l’opposition pour l’empêcher d’accéder au pouvoir. C’est une entreprise avant tout violente de trucage du résultat des élections, trucage qui aurait dû normalement soulever une vague de réactions, à commencer par celle du gouvernement, et occasionner l’intervention de la Justice. Or, le gouvernement non seulement ne semble pas gêné par ces interventions extérieures inadmissibles et extrêmement humiliantes qui suppriment toute trace d’indépendance nationale, mais en plus il approuve les voix extérieures qui veulent imposer (bien évidemment, pas pour la première fois) des « dirigeants implantés ». Avec une franche satisfaction qui annihile chaque Grec, nos dignitaires rabâchent et dépassent les crises honteuses des étrangers par rapport à qui nous donne ou ne nous donne pas le droit de voter, résumant bien sûr et forcément, que si nous n’obéissons pas, « les prouesses de ces dernières cinq années et plus allaient partir en fumée ». J’ai beau chercher ces « prouesses » dans l’infini cimetière qu’est devenue la Grèce, je ne les trouve pas et ceci, pour la simple raison que de prouesses, il n’y en a pas ! Cela va de soi et n’est un secret pour personne que nos créanciers en appellent constamment à la nécessité des « réformes » sans pour autant en déterminer le contenu, qu’ils nous félicitent pour celles qui ont été réalisées mais toujours insuffisantes et qu’ils nous encouragent à continuer. De leur côté, ils ont toutes les raisons d’être contents que lesdites « réformes » aient été faites et aussi de désirer qu’elles soient approfondies. Il s’agit de changements dramatiques, notamment dans le domaine du marché du travail, qui ont énormément appauvri une part écrasante de la population. Dans une économie qui a perdu 30 % de son PIB, dont la dette qui s’élevait à 120 % du PIB, donc viable, a atteint 177 % du PIB et est donc naturellement non viable, dont le revenu est retourné à son niveau de 1980, dont la quasi-totalité des travailleurs sont asservis et appauvris et dont la classe moyenne est en train d’être détruite, il faut un sacré courage pour parler de « prouesses ». En dépit de cette douloureuse réalité, le Premier ministre a récemment déclaré, entre autres choses, qu’il faudra que les élections soient évitées pour ne pas anéantir les « réformes courageuses » et faire marche arrière.
Mais essayons de décrypter cet état de septicémie avancée, qui apparaît comme une nouvelle crise et qui vient s’ajouter à la situation chronique sans issue du pays. Tout d’abord, il est clair que le gouvernement et les créanciers s’efforcent bec et ongles d’éviter les élections. Je trouve donc inquiétant que la plupart de ce que soutient le Premier ministre et son état-major, non seulement ne correspond tout simplement pas à la réalité, mais en plus est très souvent contradictoire et, pire encore, est dénuée de toute continuité et conséquence. Les réactions enflammées du gouvernement sont, comme il convient, focalisées sur les élections, avec l’argument béton que « l’écrasante majorité de la population ne veut pas des élections » comme le montrent les sondages de ces derniers mois. Cette observation est juste, mais une autre l’est également, qui provient de la même source, à savoir les sondages, d’où il ressort que la majorité toujours de la population ne veut pas de l’actuel gouvernement. L’idéal donc, pour les dignitaires grecs et étrangers semble être la suppression du droit de vote à tous les Grecs, du moins tant que le Syriza (parti de la gauche) se présente comme le successeur certain au pouvoir. Partenaires européens et gouvernement s’emploient systématiquement à terroriser la population, décrivant à longueur de journée en le noircissant ce que l’avenir nous réserve si le Syriza vient à prendre la tête du gouvernement : les banques vont se vider de leurs comptes, les investisseurs potentiels partir à toutes jambes, il n’y aura pas d’argent pour payer les salaires et les retraites, il n’y aura pas de liquidités dans l’économie, les déboires de Chypre vont se répéter, les banques vont fermer et les gens auront faim, nous serons virés de la zone euro, c’est le fameux Grexit. Dans cette course de relais, le témoin du terrorisme exercé sur la population passe d’un dignitaire à l’autre, en Grèce ou à l’étranger, et à ce qu’il semble, ils se sont distribués entre eux la matière des allocutions de sorte à éviter autant que possible les recouvrements. En vue de cette inacceptable entreprise de détournement des préférences politiques des citoyens, ce qui m’inquiète sérieusement, c’est si le niveau intellectuel de ces derniers est si bas que le lavage de cerveau ‒ pourtant tristement naïf et simpliste ‒ y trouve un terrain fertile. Et malheureusement, je crains que la réponse vers laquelle je tends est qu’au cas où les menaces, bien qu’infondées, se répètent sans aucune trêve, et si en même temps, les dignitaires étrangers se mobilisent pour les envoyer par volées, alors oui, il est possible que même les plus « futés » se laissent prendre au piège.     
Bien que l’intérêt du gouvernement et des centres étrangers européens convergent vers cette campagne méprisable de chantage à la terreur et à la désorientation de l’opinion publique en Grèce, leurs objectifs ne sont pas les mêmes. Le gouvernement adopte ces méthodes antidémocratiques tout simplement pour ne pas perdre le pouvoir, tandis que pour nos partenaires, le prix de la victoire est la prise de possession de la Grèce tout entière. 
Cette imbrication logique semble néanmoins être rompue par une question à laquelle il est difficile de répondre, et qui est la suivante : Puisque ce que veulent les dirigeants grecs et de l’étranger, c’est empêcher les élections, pourquoi alors les avoir provoquées ? Car, même si c’est un détail qui se perd dans l’imbroglio de la nouvelle crise, la réalité est que les élections n’ont pas été provoquées par le Syriza, mais par un conflit subit et injustifié, du moins en apparence, entre le gouvernement et la troïka. Injustifié en ce sens que les relations entre le gouvernement et troïka étaient tout à fait harmonieuses tout au long de ces cinq années tragiques, tandis que toutes les inspirations inhumaines et barbares des créanciers consistaient en des diktats non négociables imposés à nos dirigeants. C’est bien ce conflit, même s’il est de velours, qui a entraîné, comme cela s’est avéré, les élections. La raison de la rupture de cette relation idyllique entre le gouvernement et la troïka sont les nouvelles mesures, plus sauvages et plus douloureuses que toutes les précédentes que nos créanciers ont subitement décidé d’enclencher. Le gouvernement a pris conscience qu’il lui serait impossible de faire passer par l’Assemblée ces nouvelles mesures sanguinaires. Plus précisément, parce que le gouvernement avait annoncé à maintes reprises la supposée fin des mesures douloureuses et des mémorandums, et avait promis des allègements qu’il doit maintenant oublier. Ainsi a-t-il estimé que la seule façon de faire passer ces mesures était des élections anticipées, mais seulement comme une menace, puisque ces dernières devaient coûte que coûte être évitées, grâce à l’élection du Président de la République. C’est la raison pour laquelle il fallait adopter des moyens drastiques et délibérés, manifestement dans l’idée que « la fin justifie les moyens ». Dans cette logique, même le président de la Commission s’est mobilisé, n’hésitant pas à nous faire savoir ses préférences concernant les personnalités qu’il désire voir gouverner la colonie-Hellas. Et il a ajouté, comme ça tout simplement, que son désir est de continuer d’être en relation avec ses amis et non avec des « partis politiques extrémistes » ! Et même le gouverneur de la Banque de Grèce et ex-Ministre des finances s’est mobilisé, procédant à une allocution de la catastrophe au cas où le Président de la République n’était pas élu.
Le poids des calomnies et avilissements auxquels est soumise la population est devenu insupportable, puisque tous les moyens sont bons pour faire savoir à cette dernière que si elle vote en fonction de ses préférences politiques, les conséquences pour son pays seront catastrophiques. Et c’est pour cela qu’elle ne doit pas déclarer ses préférences, mais accepter sans se plaindre celles qui lui seront imposées par ceux, Grecs et étrangers, qui « savent mieux qu’elle » ce dont elle a besoin. Je pense avec frayeur que finalement ce syndrome de Napoléon, qui a récemment  été imputé à madame Merkel, n’affecte pas qu’elle.  
Pour être élu, le Président de la République doit obtenir des députés, comme on le sait, 180 voix favorables lesquelles n’existent pas, mais d’indescriptibles pressions sont actuellement exercées pour les trouver. « Ils devront rendre compte de leurs crimes s’ils ne votent pas… même devant Saint Pierre »… laissent entendre nos responsables politiques.
À l’heure où sont écrites ces lignes (18.12.2014), l’issue de ce nouveau drame est incertaine et il semble peu probable qu’en dépit des pressions et du chantage, l’Assemblée parvienne à élire le président. Néanmoins, je pense ces derniers jours que le Syriza, en tant que principal parti d’opposition, mais aussi d’autres partis de l’opposition tels que le KKE (parti communiste), l’ANEL (parti conservateur anti-mémorandums), la DIMAR (parti de gauche issu du Syriza) etc., devraient s’engager dans une condamnation internationale rigoureuse, en présentant toutes les preuves accablantes de ces faits intolérables et indiscutablement antidémocratiques. Une condamnation de ce type pourrait, compte tenu de la flagrance des pressions, jouer en faveur de la Grèce. Et puis, si l’opposition tout entière décidait de n’assister à aucun des trois votes pour l’élection du président de la République, parce qu’elle jugerait non seulement que le processus relève de la farce mais peut également  donner lieu à de possibles poursuites pénales, cela constituerait un événement impressionnant, avec de nombreuses retombées positives. Une telle démarche permettrait probablement de réveiller nos partenaires européens, et les pousserait peut-être enfin à se demander où va le rêve européen, vu tous ces faits intolérables, et ce qu’ils devraient faire sans perdre de temps pour éviter qu’il ne meure. Autrement, je suis convaincue que si elle ne retrouve pas immédiatement son droit à un régime digne de la part aussi bien de ceux qui la gouvernent que de ses partenaires et créanciers, la Grèce ne peut survivre. L’heure est donc venue de nous unir, indépendamment des partis politiques, et de crier haut et fort que nous ne sommes la colonie de personne, et que nous rembourserons notre dette lorsque celle-ci cessera d’être insupportable et odieuse. D’exiger des termes humainement supportables et non plus sanguinaires comme c’est actuellement le cas.

Conclusion         
Depuis le début de l’époque des mémorandums, il était on ne peut plus clair que la Grèce devait chercher secours en dehors de la zone euro. J’ai soutenu cette position dès 2010 dans de nombreux articles, introductions à des congrès internationaux et des livres relatifs à la dette. La résolution du conflit avec la troïka (et les créanciers) était et continue d’être le dernier espoir de sauver le pays, bien que son efficacité se soit entre-temps fortement atténuée, compte tenu du fait que son asservissement constant autorise ses créanciers à prendre toutes les mesures nécessaires (parmi lesquelles la subordination de n’importe quel différend au droit anglais) de sorte à limiter au maximum le danger d’un tel conflit pour eux. Et déjà, s’agissant de l’opinion publique grecque sur la question de la sortie de la zone euro, tout montre que l’efficacité de la campagne d’intimidation menée par les dirigeants Grecs et étrangers brandissant la menace des monstres apocalyptiques qui sont supposés suivre le retour à la monnaie nationale s’est considérablement réduite. En effet, en vue de l’impasse dans laquelle se trouve le pays et sa disparition consécutive à l’intransigeance de la troïka et aux nouvelles mesures sanguinaires, de plus en plus de Grecs parlent du conflit comme étant la seule solution pour le pays. Bien sûr, il faut déterminer le contenu de ce conflit. Tout comme au début de la crise, il se passe maintenant exactement la même chose, à savoir que le conflit devra résider dans une condamnation de tous les contrats, de toutes les promesses faites par les précédents gouvernements, de tous les mémorandums et leur contenu. Les ruines de l’économie grecque témoigneront hélas en faveur de la Grèce. La question ne sera pas le non-paiement de la dette. La dette doit assurément être payée, mais elle le sera dans des termes qui soient humains, qui ne détruisent pas l’économie et la société pour des décennies. La dette doit être payée par le biais de la croissance et non par la contraction. Les créanciers, qui pour la plupart sont des États et non des privés, prendront ce que nous leur devons, disons au bout de 30-40 ans, chose qui devra être mise au cœur des négociations en tenant compte de la crise humanitaire provoquée par le refus des créanciers de prolonger le délai de paiement. Ce que signifie une dette honteuse, qui remonte à la façon dont la dette a été créée (si celle-ci a profité à certaines classes privilégiées et pas à l’ensemble de la population, si elle est due pour une grande part à des activités illégales, dessous-de-table etc., si elle a été gonflée par des taux d’intérêt exagérés qui dépassaient la dette principale, si d’autres économies en ont profité à long terme en la provoquant et en l’entretenant, et ainsi de suite), avec quoi elle peut être calculée, si cela est possible, quelle a été la contribution probable de l’application d’un système supranational à sa création et tant d’autres aspects. La Grèce dispose d’arguments solides et nombreux pour se libérer du carcan de la troïka et s’acquitter de sa dette sur la durée. La récente réaction, dans le sud de l’Europe, contre l’austérité mais aussi contre les effets négatifs du maintien de la monnaie unique, rend service à la Grèce. Ce conflit, néanmoins, avec tout ce qu’il induit et ses dangers, devra être géré par un nouveau gouvernement qui n’aura pas accepté les mémorandums destructeurs et que l’on attend pour sortir de l’impasse.   
Pour finir, je voudrais souligner le fait que je ne représente ni n’appartiens à aucun parti politique. Je crois cependant qu’un changement de gouvernement immédiat est nécessaire, qui garantisse une négociation et non l’acceptation sans discussions de plans et mesures exterminatrices du pays. J’ajoute également que le problème de la Grèce est un véritable nœud gordien, et c’est la raison pour laquelle il ne m’est pas possible de verser dans la certitude que la négociation s’accomplira avec le nouveau gouvernement. Si ce n’est pas le cas, alors, le seul espoir de la Grèce réside dans un changement radical de politique de l’UE et de la zone euro, la question restant à savoir quand et s’il se produira jamais.