Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Οι ακόλουθες σκέψεις-παρατηρήσεις αναφέρονται στην τελευταία «διάσωσή μας», καθώς και στην τελευταία δημοσκόπηση: Εθνος 14.12.2012-Βαρόμετρο Δεκεμβρίου (14.12.2012):


Οι ακόλουθες σκέψεις-παρατηρήσεις αναφέρονται στην τελευταία «διάσωσή μας», καθώς και  στην τελευταία δημοσκόπηση: Εθνος 14.12.2012-Βαρόμετρο Δεκεμβρίου (14.12.2012):

Το θολό και αμφιλεγόμενο τοπίο, που σκιαγραφούν οι απαντήσεις των πολιτών, με την ευκαιρία της παραπάνω αυτής δημοσκόπησης,  οφείλεται στη μερική αδυναμία τους να έχουν αντικειμενική πληροφόρηση για το που οδεύει η χώρα και όλοι εμείς. Η αδυναμία αυτή αποδίδεται, ασφαλώς, και στο πολύπλοκο σχήμα που επέβαλε η Τρόικα στην Ελλάδα, αλλά ακόμη και κυρίως στο ξέφρενο πανηγύρι της παραπληροφόρησης και των θριαμβολογιών, εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει θρήνος. Για να μείνω στις, εντελώς, τελευταίες εξελίξεις, αυτές  της έγκρισης δηλαδή της δόσης του τελευταίου –προς το παρόν- δανείου και να παρατηρήσω συνοπτικά τα εξής:
  1. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για «σωτηρία», αλλά για την ενδέκατη –αν δεν κάνω λάθος- φορά που μια μεθοδευμένη ατμόσφαιρα αγωνίας, αφόρητων πιέσεων και καταστροφής καταλήγει, τελικά, σε προσωρινή λύση, σε απλή δηλαδή αναβολή της επίσημης χρεοκοπίας μας. Να επαναλάβω, ωστόσο, ότι η Ελλάδα είναι, ουσιαστικά, χρεοκοπημένη από την στιγμή που διαπιστώθηκε ότι το χρέος της δεν είναι «βιώσιμο», δηλαδή δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Και να προσθέσω, ακόμη, ότι η επαναληπτική αποτροπή, από την ΕΕ, της επίσημης ελληνικής χρεοκοπίας, δεν αποφασίζεται προς όφελος της Ελλάδας, αλλά προς όφελος του ευρώ, για το οποίο όλες οι σχετικές μελέτες καταλήγουν στο ότι απειλείται θανάσιμα από πιθανή έξοδο της χώρας μας από την ευρωζώνη. Με τα εντεινόμενα, εξάλλου προβλήματα, της Ισπανίας, Ιταλίας, αλλά και Κύπρου αποτελεί, πλήρη έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα η όποιας μορφής φοβία ότι  «αν δεν εκτελέσουμε κατά γράμμα αυτά που  μας τελειώνουν, θα….μας κάνουν GREXIT”.

  1. Και η ενδεκάτη αυτή δήθεν σωτηρία της Ελλάδας αποτελεί, δυστυχώς,  και ας μου επιτραπεί η έκφραση, ένα επιπλέον φιάσκο, έναν ακόμη  εμπαιγμό του λαού μας. Και τούτο, επειδή το χρέος εξακολουθεί να μην είναι «βιώσιμο», παρότι με υποθέσεις  αστήρικτες και νοητικούς ακροβατισμούς  γίνονται προσπάθειες να  εμφανιστεί ως τέτοιο. Το ελληνικό χρέος, αυτή τη στιγμή, είναι σκαρφαλωμένο κοντά στο 190% του ΑΕΠ, έχοντας αρχίσει με 115% στο ξέσπασμα της κρίσης. Η κυρία Lagarde, δήλωσε αρχικά, ότι  θα μας έκανε τη χάρη να  «δεχθεί ως βιώσιμο» το χρέος μας, για το 2020, αν κατέβαινε στο 120%. «Θα το βάφτιζε» δηλαδή η ίδια «βιώσιμο». Είναι προφανές ότι  μια συναινετική λύση φαίνεται απαραίτητη για να  αποσοβηθούν  περιπέτειες ανεξέλεγκτης έκτασης στα πλαίσια  της ΕΕ, αλλά και του ΔΝΤ. Πράγματι, αν το χρέος χαρακτηριζόταν ως «μη βιώσιμο» για το 2020-όπως όμως είναι  και παραμένει-  το ΔΝΤ  θα ήταν υποχρεωμένο  να αποχωρήσει από το ελληνικό σκηνικό- καθότι, με βάση το καταστατικό του δεν έχει δικαίωμα να χρηματοδοτεί οικονομίες με μη βιώσιμο χρέος- αλλά και ταυτόχρονα θα έθετε έτσι  σε άμεσο κίνδυνο την ευρωζώνη.  Το χειρότερο, όμως, θα ήταν σ’αυτή την περίπτωση, η επίσημη αναγνώριση της παταγώδους αποτυχίας του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας από το ΔΝΤ, κάτι που η κυρία Lagarde δεν θα ήθελε επ’ ουδενί να επωμιστεί.  Να υπογραμμίσω, ωστόσο, με την ευκαιρία ότι είναι   αυταπόδεικτο αν και  φαίνεται να λησμονείται στις σχετικές συζητήσεις και εκτιμήσεις περί χρέους και εξέλιξής του. Ότι, δηλαδή, η βιωσιμότητα ή η μη βιωσιμότητα ενός χρέους είναι κατάσταση, που δεν εξαρτάται από την καλή ή την  κακή διάθεση των εκάστοτε αρμοδίων. Κατάσταση για την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα εκπτώσεων και ένδειξης καλής θέλησης. Υπενθυμίζω ότι οι σχετικές έρευνες σε διεθνές επίπεδο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι χρέος ανώτερο του 90% στο ΑΕΠ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, δεν θεωρείται βιώσιμο.   
  2. Το πρόβλημα, συνεπώς, είναι ότι  έχουμε ένα χρέος, που δεν είναι βιώσιμο, και που  δεν είναι δυνατόν να  μετατραπεί σε βιώσιμο κατά το δοκούν, προκειμένου  να ικανοποιήσει τις όποιες σκοπιμότητες ή επιθυμίες.   Και το χρέος μας, όχι απλώς, παραμένει «μη βιώσιμο», αλλά η αρνητική του υφή έχει επιπλέον ενταθεί, αφού με τις καλύτερες των προβλέψεων, αυτό θα είναι γύρω στο 124% του ΑΕΠ το 2022, και πάντοτε βέβαια μη αντιμετωπίσιμο. Οι σχετικές εξάλλου  προβλέψεις,  γύρω από το ελληνικό χρέος  αφορούν εξελίξεις του, που θα ξετυλίγονται στη χώρα μας τα 7 επόμενα χρόνια. Σε περίοδο, δηλαδή, αρκετά μακρόχρονη, μέσα στην οποία και οι προβλέψεις, αλλά κυρίως η υλοποίησή τους, εμφανίζεται άκρως ανασφαλής και μη δυνάμενη να εκτιμηθεί. Ο βαθμός, εξάλλου, αυτής της αβεβαιότητας ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι υποθέσεις βάσης είναι, εντελώς, εξωπραγματικές.  Ενδεικτικά αναφέρομαι  στη διαβεβαίωση αρμοδίων ότι «βλέπουν», ότι από το δεύτερο εξάμηνο του 2013 και το 2014 θα αρχίσει, δήθεν, η ανάπτυξη. Όνειρα, δηλαδή, θερινής νυκτός!  Είναι ξεκάθαρο, δυστυχώς, ότι τέτοιες προβλέψεις, προφανώς,  αγνοούν την καταλυτική ισχύ των αρνητικών πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων,  σε οικονομία που ψυχορραγεί για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, και που έχει ήδη απολέσει το ¼ του ΑΕΠ της μέσω μιας πρωτοφανούς, για καιρό ειρήνης, ύφεσης.  
  3. Δεν θα έπρεπε, ασφαλώς,  να παραβλεφθούν ορισμένα θετικά στοιχεία, που εμφανίζει αυτή η τελευταία δήθεν «διάσωσή μας» σε αντίθεση με τις προηγούμενες. Αναφέρομαι στην επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης  των υποχρεώσεών μας,  για την εξυπηρέτηση του χρέους, στη μείωση του επιτοκίου, αλλά και στην εξαγορά τμήματός του. Αυτά θα ήταν αποτελεσματικά μέτρα, αν είχαν επιτευχθεί από την αρχή, όταν δηλαδή το χρέος ήταν 115% ως ποσοστό στο ΑΕΠ μας, γιατί τότε θα το είχαν καταστήσει βιώσιμο. Αντιθέτως, τώρα, σε πείσμα αυτών των «ελαφρύνσεων» το χρέος εξακολουθεί να αναρριχάται. Και τούτο, επειδή με κάθε «νέα διάσωση», που  πάγια συνδυάζει ανάγκη νέου  δανείου και υποχρέωση λήψης πρόσθετων μέτρων λιτότητας, το  χρέος αυξάνει και σε απόλυτους αριθμούς, αλλά και σε ποσοστό μέσα στο καταποντισμένο ΑΕΠ.
  4. Σε μια χώρα που 2 στους 3 κατοίκους της έχουν φτωχύνει, που έχει άστεγους που ανέρχονται ήδη σε 20.000, που η επίσημη ανεργία της κοντεύει το 25% και μεταξύ των νέων το 56% και που τα λουκέτα στις επιχειρήσεις ακολουθούν γεωμετρική πρόοδο, που η αγοραστική δύναμη της μέσης ελληνικής οικογένειας έχει μειωθεί περίπου κατά 50%, που οι μισθωτοί και συνταξιούχοι έχουν χάσει πάνω από το 35% των εισοδημάτων τους, που οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους έχουν ξεπεράσει τις 3400 από την αρχή της κρίσης και  που δεν είναι πια δυνατόν να περπατήσει κανείς στο δρόμο, από την εξαθλιωμένη στρατιά , διαπιστώσεις, που μεταφέρουν το θαυμασμό των εταίρων μας για τα «επιτεύγματά μας» , αποτελούν  ανεπίτρεπτη πρόκληση . Δηλαδή, με άλλα λόγια, τολμούν να μας θαυμάζουν επειδή αποδεχθήκαμε, χωρίς αντίδραση,  να εξαθλιωθούμε σε βαθμό απίστευτο, για ευρωπαϊκή οικονομία!  Και από μεν την πλευρά των εταίρων μας, η ικανοποίησή τους για τη μετατροπή μας σε τριτοκοσμική χώρα είναι, πιθανότατα, αποκαλυπτική των προθέσεών τους και, άλλωστε δικαιολογεί απόλυτα το πολύ χαμηλό ποσοστό εμπιστοσύνης των πολιτών στην ΕΕ. Αλλά….από πλευράς των δικών μας αρμοδίων, πως θα μπορούσε άραγε να εξηγηθεί αυτής της μορφής η ικανοποίηση της καταστροφής μας;
  5. Συνοπτικά, η ενδέκατη αυτή «διάσωσή μας» ελάχιστα διαφέρει από τις δέκα προηγούμενες. Ναι μεν περιλαμβάνει κάποιες ελαφρύνσεις, που οι προηγούμενες δεν είχαν αλλά, δυστυχώς,  οι όποιες συνέπειές τους θα είναι τόσο μακροχρόνιες, ώστε στο μεταξύ ο ασθενής, δηλαδή η ελληνική οικονομία, θα τα έχει-κοινώς-«τινάξει». Συγκεκριμένα, αυτά τα δισεκατομμύρια που τόσο χαροποιούν την τρικομματική μας κυβέρνηση, δεν πρόκειται να αναζωογονήσουν την οικονομία, τουλάχιστον σε βαθμό που να αναχαιτίσει την πορεία μας προς το γκρεμό. Και τούτο, γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των χρημάτων, δηλαδή η ανακεφαλαίωση των τραπεζών, το πιθανότερο είναι ότι θα παραμείνει εγκλωβισμένο μέσα σ’ αυτές, εξαιτίας  του γενικότερου κλίματος αβεβαιότητας, που δεν έχει διόλου μεταβληθεί χάρις στην 11η αυτή δήθεν «διάσωσή μας». Επιπλέον, οι εντελώς πρόσφατες  αποφάσεις, σχετικά με την επίβλεψη των ευρωπαϊκών τραπεζών θα επιτείνει, πιθανότατα, αυτές  τις δυσκολίες, εφόσον αυτές ευνοούν τις μεγάλες τράπεζες και αυξάνουν τους κινδύνους για τις μικρότερες.  Το γεγονός, ακόμη, του κατακερματισμού της δόσης,  σε  δόσεις, θα εξαφανίσει την όποια βελτίωση θα μπορούσε να ελπίζεται, αν ολόκληρο το ποσό κατέκλυζε μεμιάς  την αγορά. Και, βέβαια, μια οικονομία σχεδόν νεκρή δεν ανασταίνεται με  ενέσεις ασήμαντων ποσών.
  6. Το χρέος μας, λοιπόν, παραμένει μη βιώσιμο, η επίσημη χρεοκοπία μας είναι πάντοτε ενεργή και  απειλητική και, με τις συνθήκες αυτές, το Grexit ουδόλως  έχει αποφευχθεί, αλλά  έχει εντέχνως περάσει στο περιθώριο, απλώς και μόνο, επειδή οι δανειστές μας συνειδητοποίησαν-πολύ καθυστερημένα είναι αλήθεια- ότι οι πρώτοι που θα καούν θα είναι αυτοί. Είναι σαφές ότι αυτές οι διαπιστώσεις θα έπρεπε να μας οδηγήσουν όχι σε θριαμβολογίες, αλλά αντιθέτως στην κατάστρωση σχεδίου με βάση το οποίο να προχωρήσουμε εφεξής. Και το σχέδιο αυτό δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να εξακολουθήσει να κινείται μέσα στα μνημόνια- τουλάχιστον σ’αυτά που ισχύουν τώρα. Αλλά ούτε να παραμείνουμε τα «υπάκουα παιδιά» που συμφωνούν με τους δυνάστες τους να εκτελούν με άκριτο τρόπο ό,τι τους διατάζουν. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, αυτά που μας επιβάλλουν, είναι αυτά που  μας σκοτώνουν, που μας τελειώνουν  και που μας εξαφανίζουν. Έχουμε, φθάσει, στην ύστατη στιγμή, που ίσως μπορεί ακόμη να υπάρξει κάποια αμυδρή  ελπίδα αναστροφής. Απαιτείται, άμεσα, γι αυτόι:
    • Ένα πρόγραμμα επιθετικής ανάπτυξης, με αιχμή την πρωτογενή παραγωγή.
    • Εγκατάλειψη της λιτότητας χάρις σε επεκτατική νομισματική πολιτική.
    • Διακοπή της εγκληματικής εκποίησης της δημόσιας περιουσίας και  αντικατάστασή της με διαμετρικά αντίθετη, που να την αποδίδει ανέπαφη, στον ελληνικό λαό, μετά από 30-40 χρόνια. Ενοικίαση/εκχώρηση, λοιπόν, για κάποια χρόνια, και όχι πώληση.
    • Εντατικοποίηση –και προς Θεού όχι συρρίκνωση-δημοσίων επενδύσεων.
    • Πάταξη, επιτέλους, της φοροδιαφυγής, όχι πια με λόγια αλλά με έργα.
    • Άμεση –από σήμερα και όχι από αύριο- αναδιανομή τουλάχιστον του 12% του ΑΕΠ υπέρ των πτωχότερων, για να αναζωογονηθεί η ζήτηση, από την οποία και μόνο εξαρτάται η ανάπτυξη.
    • Περιορισμό των εισαγωγών πολυτελών/ημιπολυτελών αγαθών.
    • Άρνηση υλοποίησης δήθεν μεταρρυθμίσεων,  που όμως  είναι χωρίς περιεχόμενο για την ελληνική οικονομία και που απλώς ικανοποιούν την επιθυμία των Γερμανών, να μας τιμωρήσουν. Π.χ. πριν απ’ όλα οι απολύσεις, που δρομολογούνται με εγκληματική συναίνεση από την ελληνική πλευρά, και που αναφέρονται σε  δήθεν υπερμεγέθη δημόσιο τομέα, που όμως  αποδεδειγμένα δεν είναι.


                    Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
                     delimar@uom.gr
                     blogger: www.delivani-economics.blogspot.com
















Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Σχολιασμός του περιεχομένου της συνέντευξης του κ. Πρωθυπουργού στην εφημερίδα "Καθημερινή" της 2.12.2012 Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη


Σχολιασμός του περιεχομένου  της συνέντευξης του κ. Πρωθυπουργού στην εφημερίδα "Καθημερινή" της 2.12.2012
Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
=============================================================
Μελέτησα τη συνέντευξη του κ. Πρωθυπουργού με κάποιες ελπίδες ότι θα εύρισκα ικανοποιητικές απαντήσεις για το πώς θα εξέλθουμε από τον ορυμαγδό, που μας βύθισαν τα μνημόνια. Δυστυχώς, δεν τις βρήκα.


Διερωτώμαι, λοιπόν, καταρχήν,  που μπορεί να βασίζεται ο κ. Σαμαράς για να πιστεύει ότι "πηγαίνουμε καλά", ότι "δεν θα υπάρξουν άλλα μέτρα", ότι "είναι ευκαιρία να σηκώσουμε τη χώρα στα πόδια της", «ότι πήραμε εγγυήσεις για την παραμονή μας στο ευρώ» και άλλα τέτοια. Επειδή πιστεύω ότι  ο κ. Πρωθυπουργός πιστεύει τα όσα  υποστηρίζει,  γι αυτό και  δυσκολεύομαι πολύ   να κατανοήσω  ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ, όταν όλα, μα όλα στην Ελλάδα κραυγάζουν για το εντελώς αντίθετο. Σπεύδω, βέβαια, να προσθέσω ότι ελπίζω, εύχομαι αλλά και προσεύχομαι να βλέπει ο κ. Σαμαράς την κατάστασή μας, πιο "καθαρά" από όσο εγώ.

Να αρχίσω, λοιπόν,  με την τελευταία αυτή συμφωνία, που αν δεν κάνω λάθος στην αρίθμηση, αποτελεί την 11η "διάσωσή μας". Και δεν θα με απασχολήσουν εδώ οι  πολλές και σοβαρές δυσκολίες ολοκλήρωσής της, γιατί  η θετική ή η αρνητική της έκβαση  θεωρώ  ότι δεν είναι σε θέση να επιφέρει ουσιαστική αλλαγή  στην  καταστροφή μας. Είναι, δηλαδή,  τελικά,  χωρίς  την οποιαδήποτε σημασία.

Να προσθέσω, όμως, σχετικά μ’αυτήν την προς το παρόν    τελευταία, «διάσωσή μας»  ότι, επιπλέον,  στερείται και στοιχειώδους σοβαρότητας, γιατί από μόνη της  είναι  δηλωτική ότι μέσω αυτής   "απλώς  επιδιώκεται να κερδηθεί χρόνος", ότι "δεν έχουν αποφασίσει οι δυνάστες μας  για το τι θα πράξουν στη συνέχεια μαζί μας", ότι  σε καμιά περίπτωση "δεν αποτελεί διαβεβαίωση ή υπόσχεση ότι θα παραμείνουμε στο ευρώ", εφόσον  και μετά τη «διάσωση» η City group -και όχι μόνο- "προβλέπει έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ μέσα στο 2013" κλπ., κλπ.

Ας μου επιτραπεί η διαπίστωση, που θα δικαιολογήσω στη συνέχεια, ότι   το περιεχόμενο αυτής της τελευταίας «διάσωσης» αποτελεί   κοροϊδία μεγάλης ολκής,  και ιδού γιατί:
1. Το χρέος, ως ποσοστό μέσα στο ΑΕΠ δεν καθίσταται βιώσιμο ή μη βιώσιμο, κατά περίπτωση, και  μόνο  επειδή η κυρία Lagarde έτσι βολεύεται, ή  επειδή η Γερμανία συμφωνεί με τη σκέψη "φύγε κακό από τα μάτια μου μέχρι τις γερμανικές εκλογές, και μετά βλέπουμε", ή ακόμη και   επειδή οι λοιποί δυνάστες μας ουδόλως ασχολούνται σοβαρά με την Ελλάδα, έχουν  προφανώς κουραστεί μαζί μας, έχουν άλλες προτεραιότητες και γι αυτό προσυπογράφουν ότι τους φέρνει προς υπογραφή  το ΔΝΤ και  η Μέρκελ, υπό τον όρο ότι δεν απειλούνται-ή πιστεύουν ότι δεν απειλούνται- τα συμφέροντά τους. Παρότι, η οικονομική επιστήμη δεν παίζει πια κανέναν απολύτως ρόλο στις σχετικές αποφάσεις  που συνιστούν το ελληνικό δράμα, θα πρέπει να υπενθυμίσω  ότι ένα χρέος εκλαμβάνεται, γενικώς και χωρίς εξαιρέσεις, ως  μη βιώσιμο όταν ξεπερνά το 90% του ΑΕΠ τής περί ης πρόκειται χώρας. Με την όποιας λοιπόν μορφής  συναίνεση,   και τις κατά καιρούς επιθυμίες  της κυρίας Lagarde, που έτσι προσπάθησε να καλύψει το απόλυτο φιάσκο της πολιτικής της στην Ελλάδα,  δεν είναι δυνατόν να μεταβληθούν τα όσα σχετικά ισχύουν στον τομέα αυτό, και τα οποία  είναι αποτέλεσμα  μακρόχρονης θεωρητικής  και εμπειρικής έρευνας.

2. Το βάπτισμα του  126,6% για το 2020 -και όχι  το 124%  που ευρέως κυκλοφόρησε- ως δήθεν " βιώσιμο χρέος " για την Ελλάδα, εκτός του ότι πρόκειται για μη ανεπίτρεπτη  προσπάθεια "λαστιχοποίησής"  του κατά το δοκούν (βλ. 1.), στερείται επιπλέον  και της όποιας σχέσης με την πραγματικότητα. Γιατί, πως αλήθεια,  θα μπορούσε σοβαρά   να υποστηριχθεί, ότι η ψυχορραγούσα ελληνική οικονομία, προς την οποίαν- σε πείσμα  της κρισιμότατης κατάστασής της- εξακολουθούν να της χορηγούν ολοένα και πιο θανατηφόρες δόσεις κάθε μορφής δηλητηρίων,  όχι μόνο θα εξακολουθήσει να υπάρχει  το 2020, αλλά και θα  έχει ενστερνιστεί στη συμπεριφορά της τις τωρινές επιταγές της κυρίας  Lagarde; Πως, αλήθεια, να ληφθούν σοβαρά  υπόψη τέτοιοι νοητικοί ακροβατισμοί, όταν όλες, μα όλες οι  προβλέψεις της τρόικας διαψεύστηκαν παταγωδώς; Ερωτάται, δηλαδή, αυτό το 126,6% χρέος, που η κυρία Lagarde το  υπολόγισε και το επέβαλε ως  "βιώσιμο" για το 2020 -ή  και για το 2022- με βάση ποιούς υπολογισμούς μπορεί να  έχει προκύψει; Μήπως, μ' αυτούς που ευαγγελίζονται το ελληνικό ΑΕΠ να εξελίσσεται με θετικό πρόσημο μετά το δεύτερο εξάμηνο του 2013, πρόβλεψη που φυσικά έχει ήδη διαψευστεί από τον ΟΟΣΑ; Ή με τους υπολογισμούς που δήθεν προβλέπουν  ότι θα  μας κατακλύζουν οι ξένες επενδύσεις, μέσα στο 2013; Η κραυγαλέα, εξάλλου έλλειψη σοβαρότητας αυτών των εκτιμήσεων προκύπτει και από το γεγονός ότι, σε οικονομία όπως η ελληνική, όπου η λειτουργία των αρνητικών πολλαπλασιαστών έχει στήσει τρελό χορό, είναι ουσιαστικά αδύνατες οι εκτιμήσεις της πορείας βασικών μεγεθών, ιδίως για μετά από 11 χρόνια από σήμερα.

3. Η τραγικότερη, ωστόσο, πλευρά αυτής της φονικής ελληνικής περιπέτειας, βρίσκεται ακόμη μακρύτερα από τις πρόσφατες αερολογίες των αρμοδίων για το χρέος μας, εντός και εκτός της Ελλάδας. Ανάγεται στο 2009, όταν το χρέος ως ποσοστό στο ΑΕΠ μας ήταν μόνο 120%-μπορεί και 115! Και τώρα,  χωρίς απορία, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς προσπάθεια απόδοσης κάποιων ευθυνών για την καταστροφή της πατρίδας μας, εμφανιζόμαστε  "ικανοποιημένοι", δεχόμαστε ότι θα γίνουμε  "βιώσιμοι",  ότι θα τα "έχουμε πάει καλά", αν ύστερα από 15 ολόκληρα χρόνια, ύστερα από θυσίες ασύλληπτης έκτασης και ολοκληρωτικής εξαθλίωσής μας,  θα «επιτύχουμε» χρέος ως ποσοστό στο ΑΕΠ, που θα είναι  ανώτερο του αρχικού κατά 4 ή 6.5 ή και 11.6 ποσοστιαίες μονάδες. Να υπενθυμίσω ότι τώρα  το χρέος  μας βρίσκεται  σκαρφαλωμένο στο 190%. Είναι δυνατόν να μην είναι απολύτως ξεκάθαρο, στους πάντες,  ότι  ακριβώς τα μέτρα  της τρόικας ήταν αυτά που  κατέστρεψαν την Ελλάδα; Και αν, όντως, είναι αυταπόδεικτο αυτό το συμπέρασμα, γιατί προς Θεού, οι εντός αρμόδιοι δεν ενώνουν τις φωνές τους με αυτές των  εκτός Ελλάδας ειδικών για να βροντοφωνήσουν, από κοινού,  ότι είμαστε θύματα μιας ιδιότυπης γενοκτονίας; Είναι δυνατόν να ζούμε σε  χώρα, που επέλεξε να  λειτουργεί ως ένα απέραντο φρενοκομείο;

4. Η εντατικοποίηση, σε καθημερινή βάση των ενδείξεων ταχύτατης μετάλλαξης της ελληνικής οικονομίας, από ευρωπαϊκή και ανεπτυγμένη, σε τριτοκοσμική δεν αποκλείει, δυστυχώς, προβλέψεις σχετικές με  το ότι "η οικονομία σηκώνεται στα πόδια της", «πάμε για ανάπτυξη» και άλλες  προς την ίδια κατεύθυνση, που ωστόσο ενστερνίζεται ο κ. Πρωθυπουργός. Αντιθέτως, όπως οδεύουμε, όλα μα όλα συνηγορούν ότι η ανεργία μας το 2013 θα ξεπεράσει το 30%, στην περίπτωση των νέων  θα φθάσει στο   55%, ότι η στην πτώση της ζήτησης των περίπου 25% θα προστεθεί και άλλο  τουλάχιστον 10%, ότι οι 2000 μαθητές, μόνο στην περιοχή Αττικής, που  διαπιστώθηκε ότι παίρνουν ένα γεύμα  την ημέρα τουλάχιστον θα διπλασιαστούν, ότι ένας στους δύο καταστηματάρχες θα έχει βάλει λουκέτο, ότι δεν θα υπάρχει πια μεσαία τάξη στην Ελλάδα, ότι θα είναι δύσκολο να περπατήσει κανείς στο δρόμο με σχετική ασφάλεια.....ότι... Είναι επείγουσα ανάγκη να  αφυπνιστούμε. Οικονομία, που βρίσκεται σε τόσο βαθιά ύφεση και που περιμένει με βεβαιότητα ακόμη μεγαλύτερη, σε καμιά περίπτωση, με καμιά δύναμη δεν μπορεί να ελπίζει σε ανάπτυξη. Και, όμως, οι αρμόδιοι ομιλούν περί επερχόμενης ανάπτυξης στον ελληνικό  κρανίου τόπο!

5. Ο κ. Πρωθυπουργός μας διαβεβαιώνει, συνεχώς,  ότι θα είναι τρισχειρότερα αν βγούμε από το ευρώ. Θέλω πολύ να ενστερνιστώ την πεποίθησή του, παρότι δεν κατανοώ από που ακριβώς την αντλεί, δεδομένου ότι  στον τόπο μας, και σε αντίθεση με άλλες οικονομίες πολύ λιγότερο εκτεθειμένες από όσο η δική μας,  δεν υπάρχει από όσο γνωρίζω σοβαρή συγκριτική μελέτη για το πως θα ήμασταν με τη δραχμή, σε σχέση με το τωρινό αδιέξοδο. Αντιθέτως, υπάρχουν αρκετές μελέτες ξένων που υποστηρίζουν με σοβαρά επιχειρήματα, ότι παρά τις δυσκολίες μας θα μπορούσαμε ευκολότερα, με τη δραχμή,  να βγούμε από την τωρινή κόλαση. Και, να προσθέσω ότι, οπωσδήποτε, οι συντάκτες αυτών των μελετών δεν ανήκουν στο "λόμπυ της δραχμής".

6. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω το καταστατικό αυτού του "λόμπυ της δραχμής", ούτε τα μέλη που την απαρτίζουν, αλλά ούτε και τους τρόπους που θα πλουτίσουν χάρη στη δραχμή κλπ.  Ωστόσο, βρίσκω φτωχά και μη πειστικά τα  επιχειρήματα, που  επιστρατεύονται εναντίον της δραχμής.  Δηλαδή, πιστεύω ότι επιβάλλεται η ύπαρξη μιας σοβαρής  επιστημονικής μελέτης, που να συγκρίνει προς  που ακριβώς οδεύουμε, παραμένοντας αδρανείς και αποδεκατιζόμενοι καθημερινά, εντός του ευρώ, και τι κινδύνους θα πρέπει να ξεπεράσουμε για να έχουμε κάποια ελπίδα επιβίωσης, με τη δραχμή. Γιατί, είναι ξεκάθαρο ότι  το συχνά επαναλαμβανόμενο  επιχείρημα ότι κάποιοι θα πλουτίσουν, αν επιλέξουμε τη δραχμή είναι ανεπαρκέστατο και εντελώς αβάσιμο. Καταρρίπτεται, δηλαδή, από μόνο του, αν ληφθεί υπόψη ότι η εθνική κυβέρνηση, που θα διαθέτει τότε η Ελλάδα, από κοινού με το κυρίαρχο εθνικό της νόμισμα, θα είναι εύκολο να επιβάλλει κυρώσεις, και να αποτρέψει τον πλουτισμό των «λομπιστών της δραχμής». Δεν είμαι υπέρ της επιστροφής στη δραχμή, την οποία θεωρώ και εξαιρετικά επικίνδυνη, από πάρα πολλές απόψεις, και όχι μόνο την οικονομική. Ωστόσο, δεν βλέπω χαραμάδα φωτός με την πολιτική που ακολουθούμε επί 3 συναπτά έτη, και η οποία μας βυθίζει συνεχώς και πιο βαθιά σε μια καταστροφή που θέλω να ελπίζω ότι  είναι ακόμη  αντιστρέψιμη. Πιστεύω, και θα ήθελα πολύ να αποδειχθεί ότι  σφάλλω, ότι δεν υπάρχει  περίπτωση  να βγούμε από το τούνελ της απώλειας με αυτή την πολιτική. Προσπαθώ να αποφύγω τις συνωμοσιολογίες, γι αυτό και δεν  θεωρώ αυταπόδεικτη την επιθυμία της Γερμανίας να μας αποικιοποιήσει,  παρότι  όλες οι ενδείξεις, αλλά και  σωρεία αποδείξεων συνηγορούν προς τα εκεί. Ωστόσο, αυτό που είναι βέβαιο και που δεν χρειάζεται αποδεικτικό υλικό, είναι ότι οι Γερμανοί, που φευ διαφεντεύουν πλήρως την ΕΕ-ευρωζώνη, ουδέποτε ήταν, και ούτε τώρα είναι φίλοι μας. Άρα, είναι πολύ επικίνδυνο να επαφιόμαστε 1000% στις εκάστοτε εμπνεύσεις τους για την Ελλάδα. Γιατί, περί "εμπνεύσεων" και όχι περί σχεδίου για τη σωτηρία μας, πρόκειται.  Περί "εμπνεύσεων", οι οποίες θέτουν  πάνω από  την ελληνική επιβίωση, την έκβαση των βουλευτικών εκλογών στη χώρα τους. Εμπνεύσεις  που περιέχουν συντριπτικά υψηλό ποσοστό τιμωρίας και παραδειγματισμού,  και που χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως πειραματόζωο για πλήθος αδιαφανών στόχων, όπως  είναι η  κατάργηση του κράτους Πρόνοιας,  η εξαφάνιση του δημόσιου τομέα,  η απόκτηση έναντι πινακίου φακής του  δημόσιου πλούτου μας κ.ο.κ.

Ευρώ, λοιπόν, για πάντα. Όμως, επιβάλλεται να αποφασίσουμε ως ποιο σημείο θα είναι πρέπον να εξακολουθήσει αυτή η προσκόλληση στο ευρώ.  Δηλαδή, τι  ποσοστό εξόντωσης της οικονομίας, της κοινωνίας, της υγείας, της παιδείας, της δημόσιας διοίκησης θα είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε χάριν της παραμονής μας στην ευρωζώνη. Γιατί,  αν έτσι εξακολουθήσουμε, κάποια αποφράδα στιγμή κινδυνεύουμε να βρεθούμε χωρίς Ελλάδα, οπότε και θα διερωτηθούμε  τι νόημα είχε αυτή  η λατρεία του ευρώ;   

7. Υπάρχει, όμως και κάτι ακόμη, και μάλιστα πολύ σοβαρό. Αναφέρομαι στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι  όχι μόνο σύσσωμοι οι σοβαροί οικονομολόγοι της υφηλίου και  τα  σχετικά έντυπα κατέληξαν  στο συμπέρασμα   ότι το πρόγραμμα της τρόικας στην Ελλάδα απέτυχε οικτρά και «δεν βγαίνει», αλλά και το ίδιο το ΔΝΤ. Δεν μου επιτρέπεται,ασφαλώς, να υποθέσω ότι  η τρικομματική μας κυβέρνηση δεν πληροφορήθηκε αυτές τις δηλώσεις, που φυσικά ουδεμία σχέση έχουν με το, εκ των υστέρων, βάπτισμα του  μη βιώσιμου χρέους μας σε βιώσιμο.  Πως, λοιπόν, και γιατί εξακολουθούμε αυτή την απάνθρωπη και αδιέξοδη πολιτική λιτότητας, αν και έχει παταγωδώς αποτύχει, και επισήμως αναγνωριστεί; Και πως είναι δυνατόν να έχουν κάποιο νόημα δηλώσεις ότι «δεν θα χρειαστούν άλλα μέτρα αν…» ή «θα πάμε καλά, αν….» ενόσω η μακροοικονομική πολιτική της λιτότητας, όχι απλώς δεν μεταβάλλεται, αλλά γίνεται ακόμη αγριότερη; Πως μπορεί να δικαιολογηθεί η όποιας μορφής  αισιοδοξία για το μέλλον, παρότι συνεχίζεται η ίδια αυτή επικίνδυνη και  καταστρεπτική μακροοικονομική πολιτική της τρόικας;

Τελειώνοντας να πω ότι δέχομαι συνεχή ερωτήματα, που σχετίζονται με τους μνημονιακούς οικονομολόγους της τρικομματικής κυβέρνησης: «μα, καλά,  δεν έχουν επαρκείς γνώσεις οι οικονομολόγοι αυτοί»; Ή  «Δεν καταλαβαίνουν  τι γίνεται»;
Και απαντώ: ουδείς θέτει σε αμφισβήτηση τις όποιες γνώσεις αυτών των μνημονιακών οικονομολόγων. Όμως, το πρόβλημα  δεν είναι οι γνώσεις τους, αλλά το γεγονός  ότι ουδείς τις χρειάζεται, και ουδείς ασχολείται μ’ αυτές. Πράγματι - και δεν νομίζω να υπάρχει αντίρρηση-  ο ρόλος που η τρόικα απαιτεί απ’ αυτούς, είναι η  απλή και πιστή εκτέλεση των εντολών της.



.