Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ (Pomone –Paris 6.3.2015)

`ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
(Pomone Paris 6.3.2015)
---------------------------------------------------------------------------------
Θα ήθελα καταρχήν να ευχαριστήσω τον πρόεδρο του Ινστιτούτου POMONE κ. Jean-Pierre Gérard, για την πρόσκληση να συμμετάσχω στο σημερινό συνέδριο, και να εκθέσω τις εξελίξεις στην Ελλάδα στο πλαίσιο της νέας της κυβέρνησης.
 Πιστεύω ότι η συμβολή των δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου POMONE αυτές τις κρίσιμες ώρες, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη, είναι  σημαντική.

Είχα την ευκαιρία, πριν από μερικές εβδομάδες, και πάλι χάρις σε πρόσκληση  του προέδρου κ. Jean-Pierre Gérard, να εκθέσω βασικούς δείκτες της καταστροφής που υπέστη η ελληνική οικονομία από τα μνημόνια και την τρόικα, και που την μετέτρεψαν, στο διάστημα των πέντε τελευταίων ετών σε τριτοκοσμική οικονομία. Η πρόσκληση από το Ινστιτούτο POMONE έγινε  στα πλαίσια μιας conférence de presse, για την παρουσίαση    του βιβλίου μου, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα γαλλικά από τον οίκο LHarmattan με τίτλο Lassassinat économique de la Grèce et le dernier recours: la drachme  Δράττομαι επίσης της ευκαιρίας να πω ότι είναι έτοιμο και ένα Cahier spécial  του Institut  CEDIMES για την Ελλάδα, που είχε την τύχη να έχει éditeur  τον καθηγητή Gérard Lafay.
Στο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, προτίθεμαι  να εκθέσω  σε μια  πρώτη παράγραφο  της ανακοίνωσής μου  τις προσδοκίες, που έφερε   η νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα, και ποια  ήταν τα αρχικά της αιτήματά  από τους δανειστές, και στη δεύτερη παράγραφο τι  φαίνεται να προέκυψε ως τώρα από τις θυελλώδεις διαπραγματεύσεις της με τους εταίρους.

1. Οι προσδοκίες

Ο ελληνικός λαός, αφού υπέστη για πάνω από πέντε χρόνια τα πάνδεινα από την καταστρεπτική πολιτική της τρόικας  και τον χωρίς αντίδραση ενδοτισμό των ελληνικών κυβερνήσεων, υποδέχθηκε τη νέα κυβέρνηση ως σωτήρα του στις  25.01.2015. Ό ελληνικός λαός στο συντριπτικό ποσοστό του- 8 στους 10, που δηλαδή περιλαμβάνει και σημαντικό τμήμα αυτών  που δεν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ- δηλώνουν ότι συμφωνούν με τους κυβερνητικούς χειρισμούς, ενώ λαοθάλασσες, εντελώς αυθόρμητα γεμίζουν τις πλατείες των μεγάλων πόλεων, κάθε φορά που πρόκειται να γίνουν συζητήσεις με τους δανειστές, για να συμπαρασταθούν στην κυβέρνηση.  
 Θέλω ιδιαίτερα να υπογραμμίσω ότι, ουδέποτε, ο ελληνικός λαός αρνήθηκε την υποχρέωσή του να πληρώσει το χρέος, στους δανειστές. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίον τρόικα και μνημόνια αντιμετώπισαν αυτό το χρέος, στο διάστημα των πέντε και πλέον τελευταίων ετών, ήταν απαράδεκτος και κυρίως αδιέξοδος.  Αρκεί να υπογραμμίσω ότι  τα μνημόνια δεν εξαθλίωσαν μόνο τον ελληνικό λαό, αλλά ταυτόχρονα κατέστρεψαν μεθοδικά όλες τις  δυνατότητες αποπληρωμής του χρέους, εφόσον  απέκλειαν κάθε αναπτυξιακή διάσταση. Εξαιτίας μιας  στραγγαλιστικής λιτότητας, το ΑΕΠ της χώρας καταποντίστηκε, χάνοντας πάνω από το 25% του από την αρχή της κρίσης, τα δημόσια έσοδα βούλιαξαν και το χρέος από βιώσιμο το 2009, δηλαδή γύρω στο  120% στο ΑΕΠ, κατέστη μη βιώσιμο στη συνέχεια με ήδη 177% στο ΑΕΠ. Η τρόικα, προκειμένου να εξαγγείλει ότι το χρέος είναι βιώσιμο, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να συνεχιστεί ο δανεισμός, απαίτησε ετήσιο πρωτογενές  πλεόνασμα μεταξύ 3% και 4.5% του ΑΕΠ. Απαίτηση, που εκτός της αντικειμενικής αδυναμίας της να υλοποιηθεί, καταδίκαζε την Ελλάδα σε πλήρη εξόντωση για πολλές δεκαετίες. Παράλληλα, προχωρούσε και το εγκληματικό πρόγραμμα  των δήθεν μεταρρυθμίσεων, που εκθεμελίωνε, εκτός της οικονομίας, και την αγορά εργασίας, και τη δημόσια διοίκηση, και  τη δημόσια υγεία, και τη δημόσια παιδεία. Αυτές οι δήθεν μεταρρυθμίσεις μετέβαλαν την αγορά εργασίας σε πραγματική ζούγκλα, και επιπλέον, με θανάσιμο μίσος εναντίον του δημόσιου τομέα, απαιτούσαν, εντελώς αδικαιολόγητα, την απόλυση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων με συνοπτικές διαδικασίες. Να προσθέσω εδώ ότι ο ελληνικός δημόσιος τομέας δεν είναι υπερμεγέθης, αφού όλες οι σχετικές μελέτες τον τοποθετούν στο μέσον των αντίστοιχων, των κρατών-μελών της ΕΕ. Αλλά, η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο, για μια γενική πρόβα επέκτασης των πιο φανατικών νεοφιλελεύθερων θέσεων και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Και, φυσικά, να παρατηρήσω το αυτονόητο, ότι δηλαδή ένα πρόβλημα αναποτελεσματικού ή και διεφθαρμένου δημόσιου τομέα, όπως είναι ο ελληνικός, δεν αντιμετωπίζεται με βάρβαρα ποσοτικά μέτρα, αλλά αντιθέτως χρειάζονται ποιοτικές βελτιώσεις.

Η νέα ελληνική κυβέρνηση, αμέσως μετά την εκλογή της, ανήγγειλε ότι ζητά από τους δανειστές τα  ακόλουθα πολύ συνοπτικά:
Α. Όχι άλλα μνημόνια, που εξόντωσαν τον ελληνικό λαό, και ξεκινούσαν από τραγικά  εσφαλμένη βάση. Αλλά, και όχι άλλα δάνεια, που δεν οδηγούν πουθενά, καταγράφονται απλώς ως αυξήσεις του χρέους και αυτούσια πηγαίνουν στους δανειστές. Είναι, τελικά, μια κοροϊδία. Αντιθέτως, αναδιάρθρωση του χρέους για να καταστεί βιώσιμο.
Β. Η Ελλάδα πρέπει να εξασφαλίσει τα μέσα για να  γιατρέψει   τις πληγές που της δημιούργησαν τρόικα και μνημόνια, αντιμετωπίζοντας άμεσα την ανθρωπιστική κρίση, που δεν απέχει από μια γενοκτονία.  .
Γ. Η Ελλάδα θα προσπαθήσει να απαλλαγεί από  «μεταρρυθμίσεις» που είναι, από πολλές πλευρές απαράδεκτες και να τις υποκαταστήσει με άλλες αποτελεσματικές.
Δ. 1-1.5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα  είναι το ανώτατο που μπορεί να γίνει δεκτό, ώστε να εξασφαλιστεί κάποιο ποσό  που θα διατίθεται για ανάπτυξη και περιορισμό της ανθρωπιστικής κρίσης.
 Ε. Άμεση διακοπή του  αλύπητου ξεπουλήματος  της δημόσιας περιουσίας της, που  καταδικάζει  την Ελλάδα να είναι παρία της Ευρώπης για πολλές δεκαετίες από σήμερα.
ΣΤ. Να γίνει ενδελεχής  έλεγχος  του χρέους, δεδομένου ότι υπάρχει το γερμανικό χρέος του κατοχικού δανείου και των επανορθώσεων με τα οποία θα πρέπει αυτό να συμψηφιστεί, καθώς και να εξαιρεθεί εκείνο το τμήμα του που φέρει χαρακτήρα επαχθούς δανείου.
Ζ. Να παταχθεί η φοροδιαφυγή με την  επιβολή ενός νέου και δίκαιου φορολογικού συστήματος καθώς και  να γίνουν βελτιώσει στη δημόσια διοίκηση.

ΙΙ. Τα αποτελέσματα των πρόσφατων διαπραγματεύσεων στις Βρυξέλλες
Παρότι τα ελληνικά αιτήματα  ήταν, απολύτως, εύλογα ωστόσο προκάλεσαν την μήνιν των δανειστών.  Και πρέπει να ομολογήσω  ότι στο διάστημα αυτών των τόσο οδυνηρών  διαπραγματεύσεων σκέφθηκα συχνά   το ρηθέν από τον συνάδελφό μου  Gérard Lafay σε μία από τις τοποθετήσεις του για το ελληνικό μέλλον. Είπε: η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, αν η χώρα εξακολουθήσει να παραμένει εγκλωβισμένη στην ευρωζώνη και είναι υποχρεωμένη  να αποπληρώσει το τεράστιο χρέος της, σε συνθήκες μόνιμης  ύφεσης της οικονομίας της και προσθέτω και ήδη σε συνθήκες αντιπληθωρισμού.  Οι κίνδυνοι εξόδου ασφαλώς υπάρχουν και ουδόλως είναι ευκαταφρόνητοι, ιδίως αν η Ελλάδα αναγκαστεί να αποχωρήσει μόνη από την ευρωζώνη, και όχι στα πλαίσια  μιας γενικότερης   διάλυσής της. Οι κίνδυνοι για την Ελλάδα θα είναι ακόμη μεγαλύτεροι αν αποφασίσει αυτή την έξοδο, εναντίον της θέλησης  των  υπολοίπων μελών της ευρωζώνης.  Ωστόσο, η Ελλάδα δεν μπορεί και, θα τολμούσα να πω ότι ούτε πρέπει να περιμένει τη γενικότερη διάλυση της ευρωζώνης, γιατί κινδυνεύει  στο μεταξύ να εξαφανιστεί..
Και τώρα, θα προσπαθήσω να εμφανίσω μια πρώτη αξιολόγηση, που πιθανότατα  δεν είναι η τελειωτική, των τελευταίων  αυτών διαπραγματεύσεων της Ελλάδας με τους δανειστές της, σε τρείς ενότητες: πρώτον ποιο ήταν το γενικότερο κλίμα μέσα στο οποίο διεξήχθησαν οι διαπραγματεύσεις, δεύτερον τι κερδίσαμε από αυτές, και τρίτον που οδεύουμε μετά το πέρας τους.

Α. Η πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ηρωική. Διότι ο νέος Έλληνας ΥΠΟΙΚ, με ύφος αγέρωχο και λόγο αποφασιστικό, δήλωνε με σαφήνεια το τι θα δεχθούμε και το τι θα απορρίψουμε. Οπωσδήποτε, φαινόταν βέβαιο ότι η Ελλάδα  δεν ήταν πια νοητό να παραμένει δέσμια της  λιτότητας, της ύφεσης και της υποτέλειας, ούτε να εκτελεί χωρίς αντίδραση τις εμπνεύσεις της  Τρόικας. Με περισσή υπερηφάνεια και  αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας, οι Έλληνες, οκτώ στους δέκα, ακολούθησαν νοερά τον κ. Γιάνη Βαρουφάκη στους δρόμους της δόξας, στέλνοντάς του, σε καθημερινή βάση, χιλιάδες ευχές για ευόδωση των εθνικών μας στόχων.

Νομίζω, πως  η  διακοπή αυτής της  ειδυλλιακής εξέλιξης  οφείλεται στη χρόνια   άρνηση των Γερμανών να δεχθούν αυτό που η ελληνική πλευρά  προσπάθησε να υπογραμμίσει με όλα τα μέσα, τουλάχιστον στην αρχή των διαπραγματεύσεων:  ότι δηλαδή το πρόγραμμα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς λανθασμένο, αλλά ήταν και εγκληματικό. Και, συνεπώς, οι εταίροι μας όφειλαν πάραυτα, όχι μόνο να το διακόψουν αλλά και να αποκαταστήσουν την ανθρωπιστική καταστροφή που έτσι προκάλεσαν. Όμως, οι Γερμανοί, που δυστυχώς ακολουθήθηκαν και από άλλους ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι δεν  αποτόλμησαν να διαφοροποιηθούν, τουλάχιστον με αποφασιστικό τρόπο, αναμάσησαν για ακόμη μια  φορά τις προσφιλείς τους   κατηγορίες εναντίον των δήθεν  «ανίκανων» Ελλήνων, προκειμένου να  αποδώσουν την καταστροφή της χώρας, σε ελληνικά σφάλματα. Απολύτως, βέβαια, κατανοητή αυτή η προσπάθεια των πρωτεργατών των αδιέξοδων μνημονίων, αφού διαφορετικά δεν θα υπήρχε έδαφος  για συνέχιση αυτής της αδιέξοδης πολιτικής.  Αφού διαφορετικά θα έπρεπε να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Αφού διαφορετικά θα ήταν αδύνατον να εξακολουθήσουν την απόλυτη γερμανική επικυριαρχία  στην Ευρώπη και κυρίως στο Νότο της.

Δεν μπορώ να γνωρίζω τι, ακριβώς, ανέμενε η ελληνική κυβέρνηση από τις διαπραγματεύσεις αυτές. Υποθέτω, ότι εύλογα θα ανησυχούσε, και θα όφειλε γι αυτό να έχει ένα σχέδιο Β, σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις  κακοφόρμιζαν. Αποδείχθηκε, δυστυχώς, ότι δεν υπήρχε σχέδιο Β, έτσι που η υποχώρηση από τους αρχικούς στόχους να είναι, αν όχι  συντριπτική, πάντως αρκετά απογοητευτική.

Η απάντηση, ωστόσο, στο γιατί έλειπε αυτό το σχέδιο Β, υποχρεωτικό για κάθε σημαντική διαπραγμάτευση, είναι αυταπόδεικτη. Δεν μπορούσε να υπάρχει σχέδιο Β, από τη στιγμή που με όλες τις δυνατές αποχρώσεις, ο νέος έλληνας πρωθυπουργός είχε γνωστοποιήσει προς κάθε κατεύθυνση ότι «η χώρα θα παραμείνει στην ευρωζώνη».  Είχε, έτσι, καταθέσει ο κ. Τσίπρας προκαταβολικά το μοναδικό όπλο που θα είχε, πιθανότατα, ως αποτέλεσμα, μια λιγότερο στραγγαλιστική ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Οι εξηγήσεις, βέβαια, του γιατί και πως ο κ. Τσίπρας  αποφάσισε να πάει άοπλος στη μάχη είναι περισσότερο από διαφανείς. Πως αλήθεια, να τολμούσε να απειλήσει ο ίδιος με GREXIT τους δανειστές, ενόσω αυτοί από το 2010 είχαν μονοπωλήσει  την περί ης  απειλή εναντίον της Ελλάδας, και ενόσω ακόμη όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις την είχαν περιβάλει με ένδυμα Αρμαγεδδών, χωρίς βεβαίως ουδέποτε να εξηγήσουν τους λόγους. Αν δεχθούμε, που νομίζω ότι δεν γίνεται διαφορετικά, ότι η Ελλάδα, με χρέος μη βιώσιμο, με ανθρωπιστική κρίση που έχει πολλά απεχθή πρόσωπα, και που είναι ήδη βουτηγμένη σε αντιπληθωριστικό στρόβιλο είναι ξεγραμμένη για δεκαετίες, από την παγκόσμια σκηνή, τότε η έξοδος από την ευρωζώνη εμφανίζεται ως μονόδρομος  σωτηρίας. Ναι, αλλά….θα πουν αρκετοί και τι «θα γίνει με τον πληθωρισμό»; Ναι, όμως, θα συμπληρώσουν άλλοι «και τι θα γίνει με την υποτίμηση»; Ναι, όμως θα ολοκληρώσουν κάποιοι «γιατί να πλουτίσουν όσοι έβγαλαν χρήματα στο εξωτερικό»; κλπ., κλπ. Κίνδυνοι ελλοχεύουν, πολλοί κίνδυνοι, στην περίπτωση επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, αλλά υπάρχουν και άπειροι συνδυασμοί μετριασμού τους. Αυτοί οι κίνδυνοι, οι μεγάλοι και οι σημαντικοί έχουν ως μοναδικό αντίκρισμα   την εξαφάνιση της Ελλάδας, για πολλά-πολλά χρόνια. Από τη στιγμή, λοιπόν, που η ελληνική πλευρά δεν μπορούσε να απαντήσει στο ΟΧΙ του κ. Σόιμπλε, ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ…..τα όσα ακολούθησαν ήταν, δυστυχώς, αναπόφευκτα.

Β. Είχαμε, τελικά, κάποιο κέρδος από τις οδυνηρές αυτές διαπραγματεύσεις; Βεβαιότατα, ναι. Φαίνεται ότι οι δανειστές εδέησαν να μας δώσουν ένα μικρό κλάσμα των όσων αρχικά ζητήσαμε. Αυτό το απόκτημα το τοποθετώ, κυρίως,  στον ελαστικό χειρισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος, που κατά τις περιστάσεις της οικονομίας, θα αφήνει κάποια υπολείμματα για τη χρήση τους στο εσωτερικό: για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και, ίσως, και για ασθενική ανάπτυξη. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμηθεί αυτό το επίτευγμα, που αποδεικνύει άλλωστε ότι  η εξαθλίωση θα είχε περιοριστεί, στην Ελλάδα, αν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, αντί να αναπτύσσουν ανύπαρκτες success stories, είχαν προσπαθήσει να διαπραγματευθούν τους μνημονιακούς όρους καταστροφής.

 Τι απέγιναν, όμως, όλα τα υπόλοιπα και μεγαλεπήβολα ελληνικά αιτήματα; Και τι θα γίνει με το τεράστιο χρέος; Γιατί….εκ των προτέρων οι δανειστές απέκλεισαν την όποια συζήτηση για κούρεμά του, και η ελληνική πλευρά δεν τόλμησε να επιμείνει Αλλά και τι θα γίνει με το μέγα θέμα της λιτότητας, που η συνέχισή της σκοτώνει την οικονομία, αποκλείει την ανάκαμψη, καταδικάζει γενιές ολόκληρες σε μαρασμό; Η οικονομία αυτή χρειάζεται, για να σταθεί και πάλι στα πόδια της, ένα  σταθερό ετήσιο ποσοστό μεγέθυνσης  τουλάχιστον 4%. Πως θα εξασφαλιστεί αυτή η ανάπτυξη, με τις σταγόνες ρευστότητας που παραχωρούνται από την ΕΚΤ;
Γ.  Με το κλείσιμο της αυλαίας αυτών των διαπραγματεύσεων, οφείλουμε όλοι να διερωτηθούμε «που οδεύουμε»; Διότι, μετά το πέρας τους θα έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί ότι, από τη στιγμή που δεν έχει ξεπληρωθεί  κατά το 75% του το χρέος μας, ο έλεγχος  και το πρόγραμμα της λιτότητας θα εξακολουθήσουν. Και, συνεπώς, ελάχιστα ενδιαφέρει το πώς, εκάστοτε, θα βαπτίζονται αυτά, μια και η μεταβολή  της ονομασίας τους ουδόλως μετριάζει τη σκληρότητά τους.

Η κατάσταση θα είναι, ασφαλώς, ελαφρώς καλύτερη, σε σύγκριση με την  μέχρι τώρα, για τους λόγους που ήδη ανέφερα παραπάνω, και ίσως και για κάποιες πρόσθετες  λεπτομέρειες. Δεν θα είναι, ωστόσο, ικανοποιητική. Δεν θα οδηγεί σε ανάπτυξη, δεν θα εξασφαλίζει εθνική κυριαρχία, δεν θα απορροφά την τεράστια ανεργία, δεν θα μετριάζει τα δυσμενή αποτελέσματα της λιτότητας, δεν θα εμποδίζει τους νέους να εγκαταλείπουν την Ελλάδα, δεν θα περιορίζει τη φτώχεια.

Μια κυβέρνηση τόσο λαοφιλής όσο του ΣΥΡΙΖΑ, έχει πρώτιστο χρέος να εκμεταλλευθεί αυτή την  αγάπη και εμπιστοσύνη, προς όφελος του λαού. Δεν έχει ανάγκη να αρκείται σε ημίμετρα, ούτε  να βαδίζει με φοβικά σύνδρομα.  Ένα δημοψήφισμα, μετά από διεξοδική και ειλικρινή πληροφόρηση  του λαού ότι βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο επί πέντε και πλέον χρόνια και ότι  αυτό θα συνεχιστεί επ’ αόριστον, είναι σίγουρο ότι θα  εξασφαλίσει  την επιστροφή στο εθνικό  μας νόμισμα.















Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ-ΔΕΛΙΒΑΝΗ πρ. πρύτανης και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. 21.02.2015

ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ
Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ-ΔΕΛΙΒΑΝΗ πρ. πρύτανης και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. 21.02.2015
==========================================================

Παρότι τίποτε δεν οριστικοποιήθηκε, ακόμη, ως αποτέλεσμα των εν πολλοίς οδυνηρών διαπραγματεύσεων της Ελλάδας με τους δανειστές, μπορεί ωστόσο να επιχειρηθεί μια πρώτη αξιολόγηση της κατάστασης. Αυτή θα γίνει σε τρείς ενότητες: πρώτον ποιο ήταν το γενικότερο κλίμα μέσα στο οποίο διεξήχθησαν οι διαπραγματεύσεις, δεύτερον τι κερδίσαμε από αυτές, και τρίτον που οδεύουμε μετά το πέρας τους.

Α. Η πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ηρωική. Διότι ο νέος Έλληνας ΥΠΟΙΚ, με ύφος αγέρωχο και λόγο αποφασιστικό, δήλωνε με σαφήνεια το τι θα δεχθούμε και το τι θα απορρίψουμε. Οπωσδήποτε, έδειχνε βέβαιο ότι η Ελλάδα  δεν ήταν πια νοητό να παραμένει δέσμια της  λιτότητας, της ύφεσης και της υποτέλειας, ούτε να εκτελεί χωρίς αντίδραση τις εμπνεύσεις της  Τρόικας. Με περισσή υπερηφάνεια και  αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας, οι Έλληνες, οκτώ στους δέκα, ακολούθησαν νοερά τον κ. Γιάνη Βαρουφάκη στους δρόμους της δόξας, στέλνοντάς του, σε καθημερινή βάση, χιλιάδες ευχές για ευόδωση των εθνικών μας στόχων.

Νομίζω, πως  η  διακοπή αυτής της  ειδυλλιακής εξέλιξης  οφείλεται στη χρόνια   άρνηση των Γερμανών να δεχθούν αυτό που η ελληνική πλευρά  προσπάθησε να υπογραμμίσει με όλα τα μέσα, τουλάχιστον στην αρχή των διαπραγματεύσεων:  ότι δηλαδή το πρόγραμμα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς λανθασμένο, αλλά ήταν και εγκληματικό. Και, συνεπώς, οι εταίροι μας όφειλαν πάραυτα, όχι μόνο να το διακόψουν αλλά και να αποκαταστήσουν την ανθρωπιστική καταστροφή που έτσι προκάλεσαν. Όμως, οι Γερμανοί, που δυστυχώς ακολουθήθηκαν και από άλλους ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι δεν  αποτόλμησαν να διαφοροποιηθούν, τουλάχιστον με αποφασιστικό τρόπο, αναμάσησαν για ακόμη μια  φορά τις προσφιλείς τους   κατηγορίες εναντίον των δήθεν  «ανίκανων» Ελλήνων, προκειμένου να  αποδώσουν την καταστροφή της χώρας, σε ελληνικά σφάλματα. Απολύτως, βέβαια, κατανοητή αυτή η προσπάθεια των πρωτεργατών των αδιέξοδων μνημονίων, αφού διαφορετικά δεν θα υπήρχε έδαφος  για συνέχιση αυτής της αδιέξοδης πολιτικής.  Αφού διαφορετικά θα έπρεπε να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Αφού διαφορετικά θα ήταν αδύνατον να εξακολουθήσουν την απόλυτη γερμανική επικυριαρχία  στην Ευρώπη και κυρίως στο Νότο της.

Δεν μπορώ να γνωρίζω τι, ακριβώς, ανέμενε η ελληνική κυβέρνηση από τις διαπραγματεύσεις αυτές. Υποθέτω, ότι εύλογα θα ανησυχούσε, και θα όφειλε γι αυτό να έχει ένα σχέδιο Β, σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις  κακοφόρμιζαν. Αποδείχθηκε, δυστυχώς, ότι δεν υπήρχε σχέδιο Β, έτσι που η υποχώρηση από τους αρχικούς στόχους να είναι, αν όχι  συντριπτική, πάντως αρκετά απογοητευτική.

Η απάντηση, ωστόσο, στο γιατί έλειπε αυτό το σχέδιο Β, υποχρεωτικό για κάθε σημαντική διαπραγμάτευση, είναι αυταπόδεικτη. Δεν μπορούσε να υπάρχει σχέδιο Β, από τη στιγμή που με όλες τις δυνατές αποχρώσεις, ο νέος έλληνας πρωθυπουργός είχε γνωστοποιήσει προς κάθε κατεύθυνση ότι «η χώρα θα παραμείνει στην ευρωζώνη».  Είχε, έτσι, καταθέσει ο κ. Τσίπρας προκαταβολικά το μοναδικό όπλο που θα είχε, πιθανότατα, ως αποτέλεσμα, μια λιγότερο στραγγαλιστική ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Οι εξηγήσεις, βέβαια, του γιατί και πως ο κ. Τσίπρας απεμπόλησε το μοναδικό δραστικό όπλο που διέθετε και αποφάσισε να πάει άοπλος στη μάχη είναι περισσότερο από διαφανείς. Πως αλήθεια, να τολμούσε να απειλήσει ο ίδιος με GREXIT τους δανειστές, ενόσω αυτοί από το 2010 είχαν μονοπωλήσει  την περί ης  απειλή εναντίον της Ελλάδας, και ενόσω ακόμη όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις την είχαν περιβάλει με ένδυμα Αρμαγεδδών, χωρίς βεβαίως ουδέποτε να εξηγήσουν τους λόγους. Αν δεχθούμε, που νομίζω ότι δεν γίνεται διαφορετικά, ότι η Ελλάδα, με χρέος μη βιώσιμο, με ανθρωπιστική κρίση που έχει πολλά απεχθή πρόσωπα, και που είναι ήδη βουτηγμένη σε αντιπληθωριστικό στρόβιλο είναι ξεγραμμένη για δεκαετίες, από την παγκόσμια σκηνή, τότε η έξοδος από την ευρωζώνη εμφανίζεται ως μονόδρομος  σωτηρίας. Ναι, αλλά….θα πουν αρκετοί και τι «θα γίνει με τον πληθωρισμό»; Ναι, όμως, θα συμπληρώσουν άλλοι «και τι θα γίνει με την υποτίμηση»; Ναι, όμως θα ολοκληρώσουν κάποιοι «γιατί να πλουτίσουν όσοι έβγαλαν χρήματα στο εξωτερικό»; κλπ., κλπ. Κίνδυνοι ελλοχεύουν, πολλοί κίνδυνοι, στην περίπτωση επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, αλλά υπάρχουν και άπειροι συνδυασμοί μετριασμού τους. Αυτοί οι κίνδυνοι, οι μεγάλοι και οι σημαντικοί έχουν ως μοναδικό αντίκρισμα   την εξαφάνιση της Ελλάδας, για πολλά-πολλά χρόνια. Από τη στιγμή, λοιπόν, που η ελληνική πλευρά δεν μπορούσε να απαντήσει στο ΟΧΙ του κ. Σόιμπλε, ΑΝΤΙΟ…..τα όσα ακολούθησαν ήταν, δυστυχώς, αναπόφευκτα.

Β. Είχαμε, τελικά, κάποιο κέρδος από τις οδυνηρές αυτές διαπραγματεύσεις; Βεβαιότατα, ναι. Φαίνεται ότι οι δανειστές εδέησαν να μας δώσουν ένα μικρό κλάσμα των όσων αρχικά ζητήσαμε. Αυτό το απόκτημα το τοποθετώ, κυρίως,  στον ελαστικό χειρισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος, που κατά τις περιστάσεις της οικονομίας, θα αφήνει κάποια υπολείμματα για τη χρήση τους στο εσωτερικό: για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και, ίσως, και για ασθενική ανάπτυξη. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμηθεί αυτό το επίτευγμα, που αποδεικνύει άλλωστε ότι  η εξαθλίωση θα είχε περιοριστεί, στην Ελλάδα, αν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, αντί να αναπτύσσουν ανύπαρκτες success stories, είχαν προσπαθήσει να διαπραγματευθούν τους μνημονιακούς όρους καταστροφής.

 Τι απέγιναν, όμως, όλα τα υπόλοιπα και μεγαλεπήβολα ελληνικά αιτήματα; Και τι θα γίνει με το τεράστιο χρέος; Γιατί….εκ των προτέρων οι δανειστές απέκλεισαν την όποια συζήτηση για κούρεμά του, και η ελληνική πλευρά δεν τόλμησε να επιμείνει Αλλά και τι θα γίνει με το μέγα θέμα της λιτότητας, που η συνέχισή της σκοτώνει την οικονομία, αποκλείει την ανάκαμψη, καταδικάζει γενιές ολόκληρες σε μαρασμό; Δυστυχώς, με τα «ισοδύναμα» δεν βγαίνει ο λογαριασμός μιας καταστραμμένης οικονομίας, της οποίας η παραγωγική βάση υποχωρεί συνεχώς κάτω και από το βάρος της μη διενέργειας της απαραίτητης  απόσβεσης. Η οικονομία αυτή χρειάζεται, για να σταθεί και πάλι στα πόδια της, ένα  σταθερό ετήσιο ποσοστό μεγέθυνσης  τουλάχιστον 4%. Πως θα εξασφαλιστεί αυτή η ανάπτυξη, με τις σταγόνες ρευστότητας που παραχωρούνται από την ΕΚΤ; Μικρές βελτιώσεις σημαντικής ανακούφισης, που εξαρτώνται από την καλή θέληση και την ευαισθησία της νέας κυβέρνησης μπορούν να υλοποιηθούν και αναμένονται. Όπως, ένα φορολογικό σύστημα λιγότερο παρανοϊκό από το ισχύον, πιο δίκαιο και πάνω από όλα πιο αποδοτικό. Σύλληψη και πάταξη της φοροδιαφυγής; Μόνο μερικώς και μόνο αν ως βάση της επιβολής φόρου αναγνωριστεί η κατανάλωση (κατά τη γνωστή πρόταση του N. Kaldor) και όχι πια το εισόδημα. Αύξηση των κατώτερων μισθών και συντάξεων; Απαραίτητο μέτρο, αλλά από πού;;; Με τα «ισοδύναμα» δεν προχωρεί αποφασιστικά η κατάσταση. Ναι, φαίνεται ότι θα επαναπροσληφθούν οι αναίτια απολυθέντες 2.500 δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς ωστόσο να μειωθεί έτσι η ανεργία, δεδομένου ότι δεν θα γίνουν οι προγραμματισμένες  νέες προσλήψεις. Άγνωστο αν θα συνεχιστεί το αλύπητο  ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Ας ελπίσουμε ότι θα γίνει με μέτρο. Και οι μεταρρυθμίσεις; Εδώ, κάτι μπορεί να επιτευχθεί, που δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Δηλαδή, να σταματήσουν οι παρανοϊκές και εγκληματικές εντολές για μεγαλύτερη ευελιξία σε μια αγορά εργασίας που έχει ήδη  αγγίξει  μεσαιωνικές συνθήκες, να προχωρήσουν (αν μας το επιτρέψουν οι εταίροι μας) σε μέτρα αποκατάστασης, δηλαδή «ξηλώματος» προηγουμένων, και να ομαλοποιήσουν σταδιακά τις άγρια διαταραγμένες  εργασιακές σχέσεις. Στις μεταρρυθμίσεις θα περιληφθούν και βελτιώσεις της δημόσιας διοίκησης, που είναι απολύτως απαραίτητες. Όχι βέβαια, με τη μέχρι σήμερα  βάρβαρη ποσοτική τους αντιμετώπιση, δηλαδή με τις χωρίς λόγο απολύσεις, από ένα δημόσιο τομέα που είναι αναποτελεσματικός, χωρίς ωστόσο να είναι υπερμεγέθης, αλλά με προσφυγή σε ποιοτικές βελτιώσεις. Υπάρχει και η διαφθορά, που ουδείς μπορεί να την αρνηθεί. Δεν είμαι, ωστόσο, σε θέση να βεβαιώσω ότι  η ελληνική διαφθορά σε ποσοστό και ένταση είναι ανώτερη του μέσου διεθνούς όρου. Οπωσδήποτε, όμως, είναι διαφθορά που θρέφεται έξωθεν…από Siemens κλπ. Βεβαίως να παταχθεί, αλλά επειδή η πάταξή της είναι τουλάχιστον τόσο δύσκολη όσο και το κυνήγι των φοροφυγάδων, εύχομαι να μην εγκλωβιστεί η κυβέρνηση σε δραστηριότητες χωρίς αποτέλεσμα και παραμελήσει άλλες, εξαιρετικά, πιεστικές, όπως η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης.
Η κριτική, στην παράγραφο Β, δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι σκληρές διαπραγματεύσεις των τελευταίων εβδομάδων δεν ήταν σημαντικές. Αντιθέτως, ήταν πολύτιμες για την Ελλάδα,  που όρθωσε ανάστημα, που απαίτησε, που εμφανίστηκε ως ίσος προς ίσον με τους λοιπούς εταίρους της. Τα αποτελέσματα δεν ήταν, και δεν μπορούσαν να είναι φαντασμαγορικά. Ήταν μια εισαγωγή, που εύχομαι να ακολουθηθεί και από το κύριο μέρος.

Γ.  Με το κλείσιμο της αυλαίας αυτών των διαπραγματεύσεων, οφείλουμε όλοι να διερωτηθούμε «που οδεύουμε». Διότι, μετά το πέρας τους θα έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί ότι, από τη στιγμή που δεν έχει ξεπληρωθεί  κατά το 75% του το χρέος μας, ο έλεγχος  και το πρόγραμμα της λιτότητας θα εξακολουθήσουν. Και, συνεπώς, ελάχιστα ενδιαφέρει το πώς, εκάστοτε, θα βαπτίζονται αυτά, μια και η μεταβολή  της ονομασίας τους ουδόλως μετριάζει τη σκληρότητά τους.

Η κατάσταση θα είναι, ασφαλώς, ελαφρώς καλύτερη, σε σύγκριση με την  μέχρι τώρα, για τους λόγους που ήδη ανέφερα παραπάνω. Δεν θα είναι, ωστόσο, ικανοποιητική. Δεν θα οδηγεί σε ανάπτυξη, δεν θα εξασφαλίζει εθνική κυριαρχία, δεν θα απορροφά την τεράστια ανεργία, δεν θα μετριάζει τα δυσμενή αποτελέσματα της λιτότητας, δεν θα εμποδίζει τους νέους να εγκαταλείπουν την Ελλάδα, δεν θα περιορίζει τη φτώχεια. Για να μπορέσει η Ελλάδα να βγει από το σκοτεινό τούνελ και να αντικρύσει τον ήλιο απαιτούνται δραστικά μέτρα, όπως:
*πρώτον, καταγγελία του τμήματος του χρέους που φέρει, εμφανώς, επαχθή χαρακτηριστικά
*δεύτερον, την απαίτηση επιστροφής, από τη Γερμανία, του κατοχικού δανείου και των επανορθώσεων
*τρίτον, την ανάλυση τού γιατί η πλήρης αποτυχία των μνημονίων οφείλεται στο περιεχόμενό τους και  όχι στη δήθεν ανικανότητα των Ελλήνων και, τέλος
*την  απόφασή μας να επιστρέψουμε στη δραχμή, αν δεν μας εγκριθεί  από τους εταίρους μας ένα πρόγραμμα αποπληρωμής του χρέους, που να εγγυάται την επιβίωσή μας.

Μια κυβέρνηση τόσο λαοφιλής όσο του ΣΥΡΙΖΑ, έχει πρώτιστο χρέος να εκμεταλλευθεί αυτή την  αγάπη και εμπιστοσύνη, προς όφελος του λαού. Δεν έχει ανάγκη να αρκείται σε ημίμετρα, ούτε  να βαδίζει με φοβικά σύνδρομα. Τολμήστε κ. Πρωθυπουργέ. Προχωρήστε σε δημοψήφισμα, αφού κατατοπίσετε  με ειλικρίνεια το λαό ότι συμβιώνει  με τον Αρμαγεδδών επί πέντε και πλέον χρόνια, και ότι τώρα χρειάζεται μια ριζικά διαφορετική πολιτική για να παύσει αυτή η συμβίωση.






Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Επίλογος: η κυβέρνηση Τσίπρα θα επιτύχει; [1] του Gérard LAFAY

Επίλογος: η κυβέρνηση Τσίπρα θα επιτύχει; [1]
του Gérard LAFAY
Ομότ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου  Panthéon-Assas Paris II
Courriel : glafay@noos.fr
Οι εκλογές της 25ης  Ιανουαρίου 2015 έφεραν βαθιά μεταβολή στην κατάσταση, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στις σχέσεις της  με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η άνοδος στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ, που  συμμάχησε  με το εθνικιστικό κόμμα το παράλογο καθεστώς  της λιτότητας που επιβλήθηκε από την Τρόικα με τη συνενοχή της προηγούμενης κυβέρνησης, και που ακολουθούσε υπάκουα τη λογική της συνεργασίας. Αυτό το δημοκρατικό ξέσπασμα προκάλεσε επίσης στους εταίρους, μεγάλη ελπίδα σε όλους εκείνους που δεν αποδέχονται  ότι το ευρωπαϊκό όνειρο  έχει μεταβληθεί σε εφιάλτη. Το μεγάλο ερώτημα είναι τώρα το εάν η νέα ελληνική κυβέρνηση θα κερδίσει το στοίχημά της Γιατί εύχεται και δικαίως, η Ελλάδα να παραμείνει στην Ευρώπη και όχι να εξέλθει από την ευρωζώνη, γνωρίζοντας ότι η κοινή γνώμη δεν είναι, προς το παρόν, έτοιμη να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Αντικειμενικά πρέπει να αναγνωριστεί ότι πολλά νέα στοιχεία, που εμφανίστηκαν πρόσφατα, ενισχύουν την πιθανότητα επιτυχίας της κυβέρνησης  Τσίπρα. Το πρώτο αναφέρεται στη σημαντική πτώση της τιμής του πετρελαίου, που μειώνει το κόστος των χωρών που το εισάγουν. Το δεύτερο είναι η σημαντική μείωση της εξωτερικής αξίας του ευρώ από το καλοκαίρι του 2014: αφού προκάλεσε ασφυξία στην οικονομική μεγέθυνση της ευρωζώνης για περισσότερο από δέκα χρόνια, αυτή έγινε πιο λογική, πέφτοντας στα όρια του 1,15 έναντι του δολαρίου στις αρχές του Φεβρουαρίου του 2015. Το τρίτο είναι η ελάφρυνση των ευρωπαϊκών θεσμών που χαρακτηρίζονταν από την γερμανική ανελαστικότητα προκειμένου να σπάσουν το φαύλο κύκλο της στασιμότητας: καταρχήν η ΕΚΤ ανήγγειλε τη δημιουργία ρευστότητας ύψους 1100 δισεκατομμυρίων ευρώ, και στη συνέχεια η Επιτροπή των Βρυξελλών ελάφρυνε το στόχο περιορισμού των ελλειμμάτων, εξαιρώντας από τις δημόσιες δαπάνες ορισμένες επενδύσεις 
Αν μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση δεν ξεσπάσει σύντομα, όλα αυτοί οι παραπάνω  παράγοντες θα επιτρέψουν πιθανόν μια αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας, που θα ευνοήσει και την Ελλάδα. Αυτή, σίγουρα, θα προσπαθήσει να διαπραγματευθεί μια ελάφρυνση του χρέους της, λύση συνήθης σε τέτοιες περιπτώσεις. Ωστόσο, οι υπερεθνικοί ευρωπαϊκοί θεσμοί άρχισαν ήδη να ασκούν πίεση στην κυβέρνηση Τσίπρα προκειμένου να συνεχίσει την πορεία των μεταρρυθμίσεων, και η ΕΚΤ έχει ήδη αφαιρέσει από την Ελλάδα την κυρία πηγή χρηματοδότησής της.
Αλλά για τι μεταρρυθμίσεις γίνεται λόγος;  Αν πρόκειται για τη μάχη εναντίον της φοροδιαφυγής ή της διαφθοράς, ή της φυγής κεφαλαίων  η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει  Ακόμη, για να είναι αποτελεσματική,  θα πρέπει να το πράξει  με πνεύμα εθνικής ομοψυχίας και εναντίον εξωτερικών παρεμβολών, υιοθετώντας αμνηστία, και όχι με πνεύμα ταξικής διαμάχης μαρξιστικής έμπνευσης. Αν, αντιθέτως, πρόκειται να ακολουθηθεί το  ολέθριο έργο της κυβέρνησης  Σαμαρά, με τη φτωχοποίηση του πληθυσμού, τη διάλυση του Κράτους και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας στους ξένους,  δεν θα πρέπει βέβαια να το αποδεχθεί, γιατί αυτό θα σημαίνει  άρνηση των ανειλημμένων υποχρεώσεών της απέναντι στο εκλεκτορικό σώμα.   
Πως θα εξελιχθεί  το δύσκολο έργο; Η ελληνική οικονομία κέρδισε μια  τεχνητή ανταγωνιστικότητα, μέσω της κατάρρευσής της, αλλά δεν μπορεί να ξαναγίνει ανταγωνιστική παρά με τη βοήθεια επενδύσεων.  Η Ελλάδα,  αρνούμενη  δικαιολογημένα να  αποικιοκρατηθεί  μέσω ξένων κεφαλαίων,   η μόνη θεωρητική λύση για να   παραμείνει στην ευρωζώνη, θα είναι η  λήψη σημαντικής βοήθειας  με τη μορφή  μεταφοράς κεφαλαίων από τις πιο πλούσιες οικονομίες της Ευρώπης. Αλλά, η υπόθεση αυτή είναι εντελώς εξωπραγματική, δεδομένου ότι η πιθανότερη  χώρα που θα μπορούσε να την προσφέρει, η Γερμανία,  ουδέποτε  θα το δεχόταν.
Συνεπώς, δύο είναι οι πιθανές λύσεις. Είτε η κυβέρνηση Τσίπρα μένει προσκολλημένη στο ευρώ και δεν μπορεί παρά να αποτύχει, βυθίζοντας τη χώρα του στο χάος, και παρασύροντας ταυτόχρονα και το σύνολο της Ευρώπης. Είτε συνειδητοποιώντας ότι η μοναδική δυνατή λύση είναι η δημιουργία μιας νέας δραχμής, και   πείθοντας την κοινή γνώμη για την αναγκαιότητά της.  Θα οργανώσει λοιπόν μια καλά  μελετημένη  GREXIT που και άλλες οικονομίες πιθανότατα θα είναι διατεθειμένες να ακολουθήσουν




[1] Μετάφραση από τα γαλλικά, από τη Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, με την άδεια του σ. Πρόκειται για το «Τετράδιο-Ελλάδα», που αποφάσισε να εκδώσει ο CEDIMES, και στο οποίο περιλαμβάνονται εισηγήσεις και πρακτικά της ημερίδας του Ιδρύματος ΔΕΛΙΒΑΝΗ, στις 12.11.2014.

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΩΡΕΣ

ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΩΡΕΣ

Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
Πρώην πρύτανης και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας


Α) Σχετικά με   τη συνέντευξη Τύπου στο Παρίσι (ΣΥΝ 1)
----------------------------------------------------------
Οι εντυπώσεις μου από την συνέντευξη Τύπου της 29.01.2015 στο Παρίσι, που οργανώθηκε  με αφορμή την κυκλοφορία, στα γαλλικά, του νέου μου βιβλίου, με τίτλο «Η εν ψυχρώ δολοφονία της Ελλάδας   και η διέξοδος: η δραχμή» από τις εκδόσεις LHarmattan,    συνοψίζονται ως εξής:
  1. Είναι, καταρχήν, πρόθυμοι (οι δημοσιογράφοι που έδωσαν συνέχεια στην πρόσκληση του Ινστιτούτου POMONE και που απηχούν την κοινή γαλλική γνώμη) να συμφωνήσουν ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχιστεί  στην Ευρώπη η  δογματική πολιτική οικονομικής συρρίκνωσης/λιτότητας, που έφερε στην Ελλάδα  ανθρωπιστική κρίση, και  στο σύνολο της Ευρώπης στασιμότητα, ανισότητες και περιορισμό της δημοκρατίας. Ωστόσο, δεν διαθέτουν   σχέδιο εξόδου από τη λιτότητα, παρότι  φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει ότι και η Γαλλία βρίσκεται ήδη στην ίδια τροχιά θανάτου, που έφερε την Ελλάδα στην καταστροφή.
  2. Φοβούνται τη λύση της διαγραφής του ελληνικού χρέους, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι η αντίθεση της γαλλικής κοινής γνώμης, αφότου κυκλοφόρησε το αποτέλεσμα σχετικής εκτίμησης, που ανεβάζει το κόστος αυτής της διαγραφής σε 750Ε  για κάθε Γάλλο. Και ο δεύτερος λόγος αναφέρεται στην οιονεί βεβαιότητα της γενικευμένης απαίτησης  μιας τέτοιας λύσης για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο, οπότε το τεράστιο χρέος  κυρίως της Ιταλίας, και όχι μόνο, προκαλεί τρόμο και απορρίπτει τη λύση της διαγραφής, παρότι το ελληνικό χρέος είναι κατώτερο του 4% του συνολικού ευρωπαϊκού.
  3. Έχουν πλήρως συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο που περικλείει, για ολόκληρη την Ευρώπη, η συνεχής και χωρίς ελπίδα ανόρθωσης ελληνική περίπτωση, αν παραμείνει με τα μνημόνια και την τρόικα, και θα ήθελαν να υιοθετήσουν μια λύση σωτηρίας της, που όμως να μην είναι η διαγραφή του χρέους.
  4. Ο ημερήσιος και περιοδικός Τύπος της Γαλλίας  αντιμετώπισε την νέα ελληνική κυβέρνηση με ένα κράμα (ανάλογα με  την τοποθέτηση του κάθε εντύπου) σοβαρότητας,  αμηχανίας,  ελπίδας ότι θα μπορούσε να βοηθήσει την Γαλλία να απαλλαχθεί από την πολιτική λιτότητας και συχνά  χιούμορ. Δεν διέκρινα, ωστόσο, ανησυχία ή φόβο,  στα πολυάριθμα άρθρα  που αφορούσαν  τη νέα ελληνική κυβέρνηση, αλλά ούτε  περιφρόνηση ή διάθεση εκ των προτέρων απόρριψης της οποιασδήποτε ελληνικής πρότασης για έξοδο από την κρίση.
  5. Η γνώμη μου είναι ότι θα έπρεπε οι διαπραγματεύσεις να επικεντρωθούν στη λανθασμένη συνταγή διάσωσής μας, που αποδεικνύεται  περίτρανα από την σχετική ομολογία του Olivier Blanchard, στις αρχές του 2013, από την ολοκληρωτική αποτυχία του  προγράμματος passe-partout του ΔΝΤ οπουδήποτε έχει εφαρμοστεί, αλλά και από τα τραγικά αποτελέσματα μιας αναμφισβήτητης ανθρωπιστικής καταστροφής, που είναι εμφανή στη χώρα μας, με την πρώτη ματιά. Και, βεβαίως, στις τραγικές αυτές ώρες η υπενθύμιση των χρεών της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα, που υπερκαλύπτουν το χρέος μας, καθώς και της διαγραφής του μεγαλύτερου τμήματος του γερμανικού χρέους το 1953, αν και είχε προκαλέσει το αιματοκύλισμα της Ευρώπης, καλόν θα ήταν  να επαναλαμβάνονται  συνεχώς και με κάθε ευκαιρία.


Β) Για τη διαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους
--------------------------------------------------------------------------------------

    1) Η  φθονερή μεμψιμοιρία  του ελληνικού είναι


Παρότι είναι πολύ νωρίς για την εξαγωγή συμπερασμάτων, σχετικά με το βαθμό επιτυχίας (ή αποτυχίας) της  νέας ελληνικής κυβέρνησης, από τη δύσκολη εκστρατεία της για τη σωτηρία της χώρας, επείγομαι να αναφερθώ στα επόμενα ολίγα:
*Ουδείς σοβαρός Έλληνας πολίτης  θα ήταν λογικό να ελπίζει ότι η νέα κυβέρνηση θα έβρισκε «ανοικτές θύρες» για το σχέδιό της να θέσει τέρμα στην αδιέξοδη κατάσταση των πέντε τελευταίων ετών, που εξαθλίωσε την οικονομία και την κοινωνία μας. Και το σπουδαιότερο, να υπενθυμίσω ότι  σε πείσμα των  φαιδρών success stories δεν υπήρχε η ελάχιστη πιθανότητα εξόδου από την κρίση, αν εξακολουθούσαμε να παραμένουμε  στο θανατηφόρο περιβάλλον των  μνημονίων και να υπομένουμε με  δουλικότητα τις καταστρεπτικές    εμπνεύσεις της  Τρόικας. Το γνωρίζαμε, συνεπώς, ή έπρεπε πάντως να το γνωρίζουμε ότι το έργο της νέας κυβέρνησης θα είναι  εξαιρετικά δύσκολο και με αβέβαια έκβαση, σε μια Ευρώπη που καταδυναστεύεται από τη Γερμανία, και που στο πλαίσιο της οποίας τα επί μέρους κράτη, αν και δεινοπαθούν από    δογματική πολιτική λιτότητας, φοβούνται ωστόσο να ορθώσουν ανάστημα. Και ενώ για την Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η τελευταία ελπίδα βελτίωσης μιας αφόρητης κατάστασης που μας οδηγεί με βεβαιότητα στην εξαφάνιση, και ενώ θα ήταν αυτονόητη η εθνική ομοψυχία, ανεξαρτήτως κομματικών προτιμήσεων του καθενός μας, η εικόνα μας τις δύσκολες αυτές ώρες είναι, πέρα από κάθε δυνατή περιγραφή  απλώς  απαράδεκτη.
*Πως, ακριβώς, αντιδρούμε στις, όντως, υπεράνθρωπες προσπάθειες της νέας (και ναι, άπειρης) κυβέρνησής  μας και πως αποκαλύπτουμε την αδυναμία μας να συνειδητοποιήσουμε  ότι  βρισκόμαστε στο μέσον ενός αδυσώπητου οικονομικού πολέμου, από τον οποίον είτε θα βγούμε μερικώς νικητές, είτε για δεκαετίες παρίες της Ευρώπης;; Παρότι ο Αρμαγεδδών μας προσπέρασε, και δεν έπεσε ο ουρανός να μας πλακώσει, μετά τις εκλογές, όπως είχαν προβλέψει οι Κασσάνδρες της ήδη αντιπολίτευσης, και μάλιστα δεν μας έλειψε ούτε το…..χαρτί τουαλέτας (!!!), αυτά που συμβαίνουν είναι θλιβερά, και θέλω να πιστεύω ότι δεν εκφράζουν τον ελληνικό λαό. Διότι, με βαθύτατη συντριβή  ακούω και βλέπω πολλούς συμπατριώτες μας να καιροφυλακτούν για την ανακοίνωση κακών ειδήσεων, από το μέτωπο των διαπραγματεύσεων, να μην αναγνωρίζουν τίποτε το θετικό στις τιτάνιες προσπάθειες των κυβερνητικών αρμοδίων να επιτύχουν   μια λιγότερο γενοκτονική συμφωνία με τους δανειστές, και με χαιρεκακία  να  συμπεραίνουν ότι «είχαν δίκαιο που δεν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ». Επιτέλους, πρέπει να βάλουμε εμείς οι ίδιοι τέλος σ’ αυτή την εθνική κατάπτωση. Οι δανειστές δεν θα έπρεπε να  ανακαλύψουν ούτε   έναν Έλληνα, ούτε   μια Ελληνίδα, που να τους αναγνωρίζει άμεσα ή έμμεσα δίκαιο στις εθνοκτονικές εμμονές τους. Και τέτοιοι είναι όσοι «Έλληνες»   αρνούνται να συγχωνευθούν με τη  γροθιά   εναντίον των παράλογων  απαιτήσεων των δανειστών και που αρνούνται να   στηρίξουν με όποιο τρόπο μπορούν τις διαπραγματευτικές προσπάθειες  των  αρμοδίων. Ας το συνειδητοποιήσουμε, επιτέλους: αυτές τις  στιγμές, που κρίνεται το μέλλον της πατρίδας μας για πολλά-πολλά χρόνια, δεν υπάρχουν πολιτικά κόμματα, αλλά μόνο Ελλάδα.

2) Η διαπραγμάτευση

Ο νέος έλληνας ΥΠΟΙΚ δεν είναι…παραδοσιακός. Είναι ολίγον περίεργος και ενδυματολογικά εντελώς ανορθόδοξος. Αλλά, πρέπει να ομολογηθεί ότι είναι  άκρως αποτελεσματικός. Και τούτο, ανεξαρτήτως   αποτελέσματος  που είναι εν πολλοίς συνάρτηση της επίδειξης ισχύος της Γερμανίας. Αποτελεσματικός, με το αφ’ υψηλού ύφος του, περιζήτητο και πολύτιμο για  την καταρρέουσα Ελλάδα που ωστόσο με απελπισία αναζητεί τη χαμένη της αξιοπρέπεια. Αποτελεσματικός, ως οικονομολόγος που ομιλεί για θέματα τα οποία κατέχει απείρως καλύτερα από τους συνομιλητές του. Αποτελεσματικός, όπως ένας από μηχανής Θεός, που εμφανίζεται για να σώσει καταστάσεις, χωρίς ουδόλως να αναμένεται. Εν ολίγοις, ο κ. Τσίπρας έκανε άριστη επιλογή, και πάντοτε ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος, που θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι δεν εξαρτάται ούτε από την αξία των επιχειρημάτων, ούτε από το δίκαιο των αιτημάτων μας, αλλά μόνο και αποκλειστικά από την  σκληρή γερμανική οικονομική κατοχή της Ευρώπης.

Το σχέδιο αντιμετώπισης του ελληνικού χρέους, παρότι δεν περιλαμβάνει τη λέξη «διαγραφή» θα είχε, ωστόσο, τα ίδια σχεδόν αποτελέσματα με τη διαγραφή, αν γινόταν τελικά  αποδεκτό.  Είναι απλό στη σύλληψη, αλλά ταυτόχρονα συγκεντρώνει τις απαραίτητες ιδιότητες για την επιβίωση της Ελλάδας, αυτές μιας σημαντικής  ελάφρυνσης του ασήκωτου βάρους του χρέους, της δυνατότητας  παράλληλης ανάπτυξης,  αλλά και του σεβασμού των υποχρεώσεών μας, απέναντι στους δανειστές, έστω σε βάθος χρόνου.

Η παρουσία του νέου έλληνα πρωθυπουργού απορρέει σεμνότητα, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και  σοβαρότητα. Ουδόλως δικαιολογεί το ρηθέν από τον πρώην πρωθυπουργό : «δεν σε κοιτάζω για να μη γελώ». 

Θλιβερή  και αποκρουστική η συμπεριφορά της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα. Απέναντι στο μικρότερο από 4% του συνολικού ευρωπαϊκού, ελληνικό χρέος, που επιπλέον ουδείς απαιτεί να μην πληρωθεί. Ή αδιάλλακτη αυτή γερμανική στάση θυμίζει, φευ, άλλες εποχές….και πάντως δεν συνάδει με συμπεριφορά μέλους της Ευρώπης προς άλλο ισότιμο μέλος. Αντιθέτως, πρόκειται για συμπεριφορά γίγαντος, που σπεύδει να συντρίψει  σπουργίτη.


Δεν γνωρίζω τι θα αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση. Αλλά, ως Ελληνίδα, θεωρώ ότι θα είναι απαράδεκτη η όποιας μορφής υπαναχώρηση από θέσεις απολύτως δικαιολογημένες, από θέσεις που υιοθετήθηκαν από τον ελληνικό λαό,  και που η επάνοδος σε καταστάσεις χωρίς λογική, χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς δικαιολογία θα σημάνει το τέλος μας. Αν, συνεπώς, αποδεικνύεται ότι  είμαστε μέλος μιας λέσχης που αδιαφορεί για την προϊούσα  εξαθλίωσή μας  και για την πορεία μας προς βέβαιη καταστροφή, η μόνη λογική απάντηση θα είναι η άμεση αποχώρησή μας από αυτήν.  Και, προπαντός,  δεν πρέπει να δείξουμε ότι φοβόμαστε αυτή την αποχώρηση, αν υποχρεωθούμε σ’αυτήν.

 Οποιαδήποτε πρόβλεψη, σήμερα, είναι παρακινδυνευμένη. Θα την επιχειρήσω,  ωστόσο. Η στάση της Ευρώπης απέναντί μας συνεχίζει την προεκλογική πολιτική κατατρομοκράτησης μας, παρότι απέτυχε παταγωδώς με το αποτέλεσμα των εκλογών. Θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο  ότι η Ευρώπη δεν αδιαφορεί για την περίπτωση, που η Ελλάδα θα αναγκαστεί να πάρει των ομματίων  της, και να εξέλθει από την ευρωζώνη.  Διότι, γνωρίζει καλώς  ότι, στην περίπτωση αυτή,  σωρεία σοβαρών μελετών καταλήγουν στην ύπαρξη υψηλού κινδύνου διάλυσής της. 

Οι ευρωπαίοι εταίροι μας, μάς  υποχρεώνουν να λάβουμε  μέρος σε μια βάρβαρη αναμέτρηση Γολιάθ και Δαβίδ και όποιος επιβιώσει. Όμως, δεν πρόκειται, εμφανώς, να είναι αυτό το τέλος της διαπραγμάτευσης, παρότι οι Γερμανοί εταίροι μας εμφανίζονται ανένδοτα αρνητικοί για την όποια συνέχεια της.  Οπωσδήποτε αυτή θα συνεχιστεί, αλλά μετά από την προσπάθεια να μας «ψαλλιδίσουν  τα φτερά». Ο τρόπος συνέχειας της διαπραγμάτευσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον θα μπορέσουν να ψαλλιδίσουν τα φτερά μας.

 Ε, όχι, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να επιστρέψουμε πίσω στο  σκοτεινό τούνελ. Αλλά, όμως, για να προχωρήσουμε, χρειάζεται ομοψυχία, χρειάζεται Ελλάδα.