Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Μια απάντηση στους "αισιόδοξους" τέσσερις άξονες του κ Δραγασάκη. Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη 30.05.2016

Μια απάντηση  στους "αισιόδοξους" τέσσερις άξονες του κ Δραγασάκη.

Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη     30.05.2016

=============================================

 

Με μια ελπίδα παράλογη,  και σε πείσμα της χρόνιας   μαυρίλας που σκεπάζει την   ελληνική οικονομία, έσπευσα να διαβάσω το άρθρο του κ. Δραγασάκη. Ο τίτλος μου φάνηκε αισιόδοξος. Το περιεχόμενο δεν ήταν.  Κι φεύ, δεν μπορούσε να είναι.  Παρά τις εμφανείς διαφορές, το κείμενο μου θύμισε το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, που φυσικά ήταν από την αρχή σαφές ότι θα παρέμενε "άσκηση επί χάρτου", αν δεν τολμούσαμε τη ρήξη .

Στο ανά χείρας άρθρο δεν υπάρχει προγραμματισμός, αλλά αναφορές σε πρόγραμμα, που είναι καθοδόν και που τα μόνα εμπόδια της εφαρμογής του φαίνεται να είναι, κατά τον κ. Δραγασάκη,  κάποια "παγιδευτικά διλήμματα  και αντιπαραθέσεις", τις οποίες πρέπει  κατά τον κ. αντιπρόεδρο της κυβέρνησης  να υπερβούμε, για να έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, που είναι βέβαια η ανάπτυξη.  Ομολογώ, ότι δεν έχω καταλάβει  για τι είδους εμπόδια που παρεμβάλλονται στην ανάπτυξη, πρόκειται. Ο κ.  Δραγασάκης  σπεύδει,  ωστόσο,  να μας   καθησυχάσει ότι " ο δρόμος που θα ακολουθήσει η χώρα είναι ξεκάθαρος", προφανώς  προς την ανάπτυξη πάντοτε, η οποία και  θα περιστραφεί γύρω από 4 άξονες.  Και ποιος δεν θα ήθελε  το τέλος των δεινών της Ελλάδας; ΑΛΛΑ:

 Ο κ. Δραγασάκης αναφέρεται σε "ύφεση". Μακάρι να επρόκειτο για "ύφεση", καθώς αυτή όπως είναι γνωστό αποτελεί τμήμα του οικονομικού κύκλου, και έχει σχετικά βραχεία διάρκεια. Στην Ελλάδα, ωστόσο, του 2016 δεν είναι ορθό να αναφερόμαστε σε ύφεση, διότι έχουμε μια κατεστραμμένη οικονομία, της οποίας η ανόρθωση απαιτεί απείρως περισσότερα μέσα, πολιτικές, προγραμματισμούς,  φαντασία και νεωτερισμούς, ανεξέλεγκτη χρηματοδότηση προς, αρχικά,  δημόσιες επενδύσεις  και πολλή "καλή τύχη". Αντιθέτως,   το φυσιολογικό πέρασμα της οικονομίας από την ύφεση στην ανόρθωση χρειάζεται πολύ ολιγότερη φροντίδα.  Η Ελλάδα, εξάλλου, βρίσκεται εντός της ευρωζώνης, η οποία, αφού εξάντλησε το μέτρο των πολύ χαμηλών επιτοκίων, που δεν απέδωσε  τις φρούδες σχετικές  προσμονές, καταφεύγει ήδη  σε μέτρο απόλυτης απόγνωσης,   δηλαδή στην  υιοθέτηση αρνητικών  επιτοκίων. Το μέτρο αυτό που, επίσης,  δεν προβλέπεται να βγάλει την Ευρώπη από την χρόνια κατάσταση  στασιμότητας, όσο παραμένει στο ανθυγιεινό  περιβάλλον  της στραγγαλιστικης λιτότητας, ουδόλως θα βοηθήσει και την Ελλάδα. Διότι, οι προβλέψεις καταναλωτών και επενδυτών, στην  πατρίδα μας,  μετά από την εφαρμογή, επί 6 χρόνια,  μέτρων εντελώς αντίθετων αυτών από τα οποία είχε ανάγκη η οικονομία, βρίσκονται στο -1. Είναι η χειρότερη δυνατή περίπτωση, στην οποίαν η περαιτέρω μείωση των επιτοκίων ουδεμία βελτίωση αναμένεται να επιφέρει. Εξάλλου, τι να προσφέρουν στη θνήσκουσα ελληνική οικονομία τα 9-11 δισ. ευρώ, όταν δεν θα έφθαναν ούτε τα 200 δισ. για την ανόρθωσή της; Περιττό, να επαναλάβω τα φρικιαστικά, πράγματι, μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, τα οποία επιδεινώνονται σε καθημερινή βάση, και με την εφαρμογή των νέων απάνθρωπων, εγκληματικών και  παραφρόνων μέτρων  είναι βέβαιο ότι  θα την αποτελειώσουν. Ο  κ. αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, εξάλλου, αναφέρεται σε "ευρωπαϊσμό και αντιευρωπαϊσμό", ο οποίος πράγματι δεν υφίσταται και συμφωνώ, απολύτως,  μαζί του. Διότι, η Ελλάδα βρίσκεται   εντός της Ευρώπης, της οποίας  άλλωστε  έβαλε τα θεμέλια, και είναι αδιανόητο να στραφεί εναντίον του εαυτού της. Η αντιπαράθεση, ωστόσο, που υπάρχει, και μάλιστα εντείνεται συνεχώς, είναι η συνέχιση  ή μη της παραμονής σε μια ΕΕ και κυρίως σε μια ευρωζώνη, η οποία  κυριολεκτικά τρώει τα παιδιά της. Αυτή είναι η αντιπαράθεση! Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ποσοστό ευρωσκεπτικισμου ανώτερο από 80% στην Ευρώπη, οι κάθε μορφής απειλές, που κάνουν λόγο και μέχρι για πόλεμο, προσπαθούν να κρατήσουν με τα δόντια τη Μ. Βρετανία στην ΕΕ, οι Βέλγοι είναι πια εξοργισμένοι με τη λιτότητα, και οι Γάλλοι έχουν ξεχυθεί στους δρόμους και στις πλατείες, για μόνον το 1/1000 των όσων υπέστησαν οι Έλληνες, και.....δηλώνουν: "εμείς δεν είμαστε Έλληνες"....που δυστυχώς τα λέει όλα. Τώρα, το γιατί  εμείς παραμένουμε αδρανείς, όταν χάνουμε τα πάντα, και δεν υπάρχει ελπίδα στον ορίζοντα για δεκαετίες, είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία, που ίσως συνοψίζεται με το ότι έχουμε λάβει υπερβολική δόση από το "Σοκ" της Ναομί Κλάιν.

Δυστυχώς, η ανάπτυξη δεν πρόκειται να έρθει στη χώρα μας, όσο μένουμε αλυσοδεμένοι με τα μνημόνια, τα κουαρτέτα, τις πολιτικές λιτότητας και τις ανήθικες υποχρεώσεις που τόσο επιπόλαια έχουμε αναλάβει, δηλαδή οι πολιτικοί μας. Πρέπει να βγούμε από εδώ με κάθε θυσία, και κάθε  προσπάθεια ωραιοποίησης αυτής της τραγικής κατάστασης απάδει στον καθένα που θέλει να λέγεται Έλληνας.  Άλλωστε,  για την πληρέστερη πληροφόρηση του πόσο είμαστε σε πλήρες αδιέξοδο και το πόσο η ΑΝΑΠΤΥΞΗ αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός για δεκαετίες, οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν παρά να ανατρέξουν σε πρόσφατες διεθνείς εκθέσεις για την Ελλάδα.

+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++ 

Δραγασάκης :οι τέσσερις άξονες για να αντιμετωπιστεί η ύφεση (news247

Μάϊος 28 2016 13:15)
========================================================
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπογραμμίζει ότι "το θέμα δεν είναι να κατοχυρώσουμε την ανοδική πορεία της χώρας μέσα από ένα συνολικό εθνικό σχέδιο, αλλά να υπερβούμε παγιδευτικά διλήμματα και αντιπαραθέσεις"

Adtech Ad
Παράθυρο ελπίδας άνοιξε για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης στη χώρα, τονίζει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης σε άρθρο του στην εφημερίδα «Αγορά», επισημαίνοντας ότι «πλέον διαθέτουμε τα μέσα και τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις υφεσιακές συνέπειες των τελευταίων ετών».
AdTech Ad
Επισημαίνει ότι για την κυβέρνηση είναι ξεκάθαρος ο δρόμος που θα ακολουθήσει η χώρα «μέσα από ένα συνολικό εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και μακροχρόνιας βιωσιμότητας».
Η απόφαση του Eurogroup, διευκρινίζει ο αντιπρόεδρος, για την εκταμίευση των 10,3 δισ. ευρώ σε συνδυασμό με τον δεσμευτικό οδικό χάρτη για τη βιωσιμότητα του χρέους «μας επιτρέπει να θέσουμε στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων τις επενδύσεις, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους». Κοινός στόχος, προσθέτει, είναι να κερδίσουμε βαθμούς αυτονομίας και ελευθερίας γιατί, σημειώνει, «το συγκεκριμένο μείγμα πολιτικής το οποίο εφαρμόζεται, συχνά διαμορφώνεται από την πίεση της ασφυκτικής εποπτείας».

Η ύφεση στη νέα φάση που πέρασε η χώρα θα αντιμετωπιστεί σε τέσσερις άξονες σημειώνει ο κ. Δραγασάκης:


- Οι ταμειακές ροές. Μέσα από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων 6,7 δισ. ευρώ και την καταβολή σημαντικού μέρους των οφειλών του δημοσίου σε ιδιώτες, εντός του έτους θα κατευθυνθούν 9- 11 δισ. ευρώ στην οικονομία.
- Οι αναμενόμενες αποφάσεις της ΕΚΤ και η μείωση των επιτοκίων θα συμβάλουν στην εκκίνηση της συζήτησης για πρόσβαση στις αγορές το 2017.
- Η θεσμοθέτηση της ενεργητικής διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων θα ελευθερώσει πόρους για πιστωτική επέκταση.
- Η εργαλειοθήκη της ανάπτυξης είναι μια δέσμη μέτρων την οποία έχει επεξεργαστεί η κυβέρνηση και θα την καταθέσει στη Βουλή.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπογραμμίζει ότι «το θέμα δεν είναι να κατοχυρώσουμε την ανοδική πορεία της χώρας μέσα από ένα συνολικό εθνικό σχέδιο, αλλά να υπερβούμε παγιδευτικά διλήμματα και αντιπαραθέσεις. Να δούμε τις νέες προκλήσεις που αναδεικνύονται και να οικοδομηθούν νέες συναινέσεις και κοινωνικές συμμαχίες. Για παράδειγμα, αναφέρει ότι σήμερα δεν υφίσταται δίλημμα ανάμεσα στο ευρωπαϊσμός ή αντιευρωπαϊσμός, ενώ για την επιχειρηματικότητα ο κ. Δραγασάκης επιμένει ότι η «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας έχει ανάγκη αλλά και η κοινωνία απαιτεί μια νέα επιχειρηματικότητα, υπεύθυνη απέναντι στην κοινωνία, τους εργαζόμενους, το περιβάλλον και όχι μόνο απέναντι στους μετόχους και τα κέρδη τους».
Κεντρικό δίλημμα στη νέα φάση, καταλήγει, είναι αν θα προχωρήσουμε τολμηρά στη θεμελίωση ενός νέου υποδείγματος ή θα αναζητήσουμε λύσεις στη παλινόρθωση μορφών και πρακτικών του παρελθόντος.




Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

TO ΕΥΡΩ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη



Γράφει η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη-Άρθρο που θα δημοσιευθεί τον προσεχή Σεπτέμβριο, στα γαλλικά,  σε συλλογικό Τόμο για την  αποτυχημένη Ευρώπη, από τον παρισινό οίκο Rocher




TO ΕΥΡΩ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Της  Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη                                                           Μάρτιος 2016

Εισαγωγή
Η αποτυχία της ενοποιημένης Ευρώπης, που τελικά δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ούτε μία από τις αρχικές της υποσχέσεις, προς τους πολίτες της, οφείλεται σε σοβαρές παραβλέψεις βασικών οικονομικών θεωριών, στην εφαρμογή συντηρητικών ιδεολογιών, αλλά και σε απρόβλεπτα συγκυριακά αίτια. Καταρχήν οι ιδρυτές της υπέκυψαν στις  πιο ακραίες νεοκλασικές ιδεολογίες, σχετικά με την οικονομική ολοκλήρωση, σύμφωνα με τις οποίες οι αγορές λειτουργούν σε καθεστώς τέλειου ανταγωνισμού και, συνεπώς, ισορροπίας. Υποθέσεις  παντελώς ασυμβίβαστες με το καθεστώς των αποκλίσεων και των σοβαρών διαρθρωτικών διαφορών, που επικρατούσαν την στιγμή της ευρωπαϊκής ενοποίησης στους κόλπους της Ευρώπης. Oι πρωτεργάτες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος υπέκυψαν στο μοιραίο λάθος να  αγνοήσουν  παλαιότερες σχετικές  προειδοποιήσεις σύμφωνα με τις οποίες σε μια τέτοια περίπτωση λειτουργούν ταυτόχρονα  δύο φαινόμενα: το πρώτο διευρύνει τις αρχικές αναπτυξιακές διαφορές ενώ το δεύτερο δημιουργεί πόλους έλξης, που διαχωρίζουν αυτόματα  τις οικονομίες σε κυρίαρχες και υποτελείς[1]. Η εισβολή της παγκοσμιοποίησης, ταυτόχρονα    με τη μετάβαση  του καπιταλισμού στο μεταβιομηχανικό  στάδιο ανάπτυξης, καθώς  και ο ανταγωνισμός των αναδυόμενων αγορών  οδήγησαν σε αδιέξοδο το ευρωπαϊκό αναπτυξιακό μοντέλο, εντείνοντας ακόμη περισσότερο τις ασύμβατες πλευρές του[2]. Το μοντέλο αυτό, τελικά  εξυπηρετούσε αποκλειστικά οικονομίες, με  έντονη εξαγωγική κατεύθυνση, όπως κατεξοχήν είναι η περίπτωση της  Γερμανίας,  και έτσι  παγίωσε τις ανισορροπίες  αφενός  των ελλειμμάτων στα  ισοζύγια των κρατών-μελών του ευρωπαϊκού Νότου, και   αφετέρου τα τεράστια   πλεονάσματα κυρίως της Γερμανίας.
Ο  Jacques Delors, προσπαθώντας να διασώσει το εγχείρημα της  ευρωπαϊκής ενοποίησης και να καταστήσει  στενότερους τους δεσμούς μεταξύ των κρατών-μελών, πρότεινε τη δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.  Ο ίδιος και οι συνεργάτες του, με το τολμηρό αυτό εγχείρημα, έτρεφαν την ελπίδα ότι η ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση θα ήταν ικανή να οδηγήσει σε οικονομική σταθεροποίηση, αλλά ταυτόχρονα  και να υλοποιήσει, επιτέλους, τις αρχικές υποσχέσεις της Ευρώπης. Δυστυχώς, σε πείσμα του αρχικού ενθουσιασμού για το κοινό νόμισμα, η δημιουργία του όχι μόνον δεν δικαίωσε τις φιλόδοξες προσδοκίες των δημιουργών του, αλλά και βύθισε στο χάος και την απόγνωση  την Ευρωζώνη, κορυφώνοντας  τα προβλήματα, που  ήδη αντιμετώπιζε η ΕΕ, και πριν από το ευρώ. Όπως δήλωσε εκ των υστέρων ο Jacques Delors «Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση υπήρξε θύμα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και είχε μια ήττα που προκλήθηκε από την ανευθυνότητα των ηγετών μας, οι οποίοι θέλησαν να κάνουν νομισματική ένωση, χωρίς οικονομική ένωση»[3].
Ποια, όμως, είναι τα κυρίαρχα αίτια αυτής της  δραματικής αποτυχίας του ευρώ;  Και είναι ή όχι  αντιστρέψιμη αυτή η αποτυχία; Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δίνεται μέσα από την ανάλυση που ακολουθεί στο κύριο σώμα του παρόντος άρθρου, ενώ στο δεύτερο, ακόμη και πριν εμφανιστεί το εκρηκτικό μεταναστευτικό πρόβλημα, η  απάντηση θα ήταν σαφώς αρνητική, Και τούτο, διότι  η διαδικασία που θα έσωζε πιθανότατα το ευρώ, θα ήταν η εμβάθυνση της ενοποίησης με την εισαγωγή της οικονομικής  ενοποίησης. Ωστόσο, αυτή η διάσταση που οπωσδήποτε δεν θα γινόταν δεκτή από τη Γερμανία, είναι πια εκτός τόπου και χρόνου, δεδομένου ότι η ΕΕ και η Ευρωζώνη έχασαν οριστικά την έξωθεν καλή μαρτυρία. Και τούτο οφείλεται  πρώτον στην  παντελή έλλειψη στοιχειώδους αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών, δεύτερον στην αποφασιστική πια  επικράτηση  των εθνικών συμφερόντων επί των κοινοτικών, τρίτον στον τραυματικό τρόπο  αντιμετώπισης των προβλημάτων χρέους του ευρωπαϊκού Νότου και  ιδιαιτέρως της Ελλάδας, και τέλος στην εμμονή των αξιωματούχων της να συνεχίζουν απαρέγκλιτα τις ίδιες αποτυχημένες επιλογές  οικονομικής πολιτικής.

Στο Μέρος Ι  αυτής της εισήγησης  θα αναφερθώ  στην  ολοκληρωτική καταστροφή που υπέστη η ελληνική οικονομία από το ευρώ, ενώ στο Μέρος ΙΙ θα προσπαθήσω να εξηγήσω  το γιατί η επιστροφή στο εθνικό  νόμισμα αποτελεί τη μοναδική οδό   σωτηρίας της Ελλάδας.







Μέρος Ι.  Τι έκανε το ευρώ στην Ελλάδα

Α. Η πρόωρη δημιουργία του ευρώ

Η δημιουργία του ευρώ βασίζεται σε αναπόδεικτες υποθέσεις, δεν διαθέτει ιστορικό  προηγούμενο και ο καταποντισμός του ευρωπαϊκού Νότου αποτελεί απτή απόδειξη της αρνητικής συμβολής του στην εξέλιξη των λιγότερο προηγμένων οικονομιών-μελών της ΕΕ. Πράγματι, η Ευρώπη, παρότι ήταν ανέτοιμη να βάλει γερές βάσεις στο κοινό της νόμισμα, θεώρησε  όμως αναγκαίο  να το  θέσει εσπευσμένα σε κυκλοφορία, γι’  αυτό εφεύρε το Σύμφωνο Σταθερότητας, που υποκαθιστά τον ρυθμιστικό ρόλο της ανύπαρκτης, στην περίπτωσή της Ευρωζώνης ανεξάρτητης εθνικής  κυβέρνησης. Η έλλειψη αυτή αποδεικνύεται εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς ένα σχετικά μικρό έλλειμμα κράτους-μέλους της Ευρωζώνης οδηγεί πολύ εύκολα  σε χρεοκοπία, αν δεν εξασφαλιστεί άμεση χρηματοδότησή του από τις αγορές. Ακόμη, η κατάργηση των εθνικών νομισμάτων, που υποκαθίστανται από το ευρώ, αποκλείει τη δυνατότητα  υποτίμησης της εξωτερικής αξίας των κρατών-μελών, που  σε περίπτωση μείωσης της ανταγωνιστικότητάς τους θα έκανε φθηνότερες τις εξαγωγές και ακριβότερες τις εισαγωγές. Η μοναδική, συνεπώς, διέξοδος οικονομίας, που αντιμετωπίζει επιδείνωση της ανταγωνιστικότητάς της, εντός της Ευρωζώνης, είναι η προσφυγή της στην εσωτερική υποτίμηση, με όλες τις δραματικές συνέπειες, κατακόρυφης πτώσης του συνόλου των εισοδημάτων της[4]. Το Σύμφωνο Σταθερότητας εφευρέθηκε, κάτω από αυτές τις συνθήκες, για να χρησιμεύσει ως  δεκανίκι του ανάπηρου  ευρώ, που αδυνατεί να διαδραματίσει το ρόλο του ως κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, αν δεν υποστηρίζεται από αυτό. Τα αυστηρά, ισοπεδωτικά και εξωπραγματικά  κριτήρια αυτού του Συμφώνου, αποτελούν μόνιμη τροχοπέδη στην ανάπτυξη της Ευρώπης και  κυρίως  των οικονομικά ασθενέστερων χωρών της. Το Σύμφωνο Σταθερότητας επιβάλλει  ένα στυγνό μονεταριστικό περιβάλλον, του οποίου η μοναδική επιτρεπτή θέση είναι αυτή της νομισματικής σταθερότητας, στο βωμό της οποίας  θυσιάζονται άλλοι, πολύ πιο σπουδαίοι  στόχοι, όπως αυτός  της ταχύρρυθμης ανάπτυξης, της πλήρους απασχόλησης και της δικαιότερης κατανομής του εισοδήματος. Και πιο συγκεκριμένα οι ιδρυτές του φρόντισαν να θωρακίσουν το ευρώ   απέναντι στον πληθωρισμό, αφήνοντάς το  ωστόσο παντελώς ανοχύρωτο  απέναντι στην ύφεση. Με το ίδιο, αναγκαστικά, κοστούμι για όλες τις χώρες-μέλη, χωρίς συνεπώς να λαμβάνονται υπόψη  οι ιδιαιτερότητες  και προτεραιότητες των επί μέρους οικονομιών τους, η ΟΝΕ επιβάλλει ανελαστικούς και εξωπραγματικούς όρους στα κράτη-μέλη. Οι φανατικοί νεοφιλελεύθεροι, παρότι είχαν πλήρη συνείδηση των διαφορών, που εμφάνιζαν οι επί μέρους οικονομίες  της Ευρωζώνης, ήταν ωστόσο πεπεισμένοι ότι η σύγκλιση τους ήταν απλώς θέμα χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρούσαν σε δραστικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα εξασφάλιζαν την πλήρη ελαστικότητα στις αγορές εργασίας,  αγαθών και υπηρεσιών. Η σύγκλιση, ωστόσο,  όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε, αλλά επιπλέον διευρύνθηκε η απόκλιση μεταξύ των κρατών-μελών. Επιπλέον,  το ευρώ δεν εξελίχθηκε σε ισχυρό και σταθερό νόμισμα, σύμφωνα με τις προβλέψεις των ιδρυτών του, αλλά  με  συνεχείς διακυμάνσεις  απέναντι στο δολάριο. Και το χειρότερο, βέβαια, σενάριο είναι η μόνιμη υποαπασχόληση και η αναιμική ανάπτυξη στην Ευρωζώνη.  Με το ξέσπασμα της  ελληνικής κρίσης, το 2009, συνειδητοποιήθηκε το πόσο παράλογο σχήμα  ήταν αυτό  της ΟΝΕ, που εξασφάλιζε  κοινό νόμισμα στα κράτη-μέλη, αλλά όχι και κοινή πολιτική για την αντιμετώπιση χρέους και ελλειμμάτων τους. Με την ελληνική κρίση έγινε, ακόμη, ξεκάθαρο ότι οικονομίες των οποίων το νόμισμα στηρίζεται από ανεξάρτητες  κυβερνήσεις είναι σε θέση  να διατηρούν σε μακρόχρονη βάση, τεράστια ελλείμματα και χρέη,  όπως η  Ιαπωνία και οι ΗΠΑ, όχι όμως και οι οικονομίες της Ευρωζώνης. Αυτή η νομισματική ψευδοκατασκευή, επάνω στην οποία κτίστηκε  το ευρώ,  ήταν εκ των προτέρων βέβαιο ότι θα κατέληγε στην πλήρη αθέτηση όλων των αρχικών υποσχέσεων της ΕΕ. Η καταστροφή της Ελλάδας, και σε μικρότερο βαθμό ολόκληρου του Νότου, εξηγείται από την αδυναμία του κοινού νομίσματος να  εξυπηρετήσει τόσο διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, και τόσο διαφορετικές διαρθρώσεις. Πρόκειται για την αδυναμία της πραγματικής οικονομίας να ακολουθήσει  τη νομισματική σύγκλιση.

Μετά την καταστροφή, είναι εύκολο πια να υποστηριχθεί ότι η Ελλάδα  ουδέποτε θα έπρεπε να επιδιώξει την τόσο πρόωρη, όσο και  τόσο επικίνδυνη  ένταξή της στο ευρώ, και ακόμη περισσότερο ουδέποτε θα έπρεπε να επιτρέψει την είσοδό της  στην Ευρωζώνη  με τόσο καταστρεπτικά υψηλή  ισοτιμία δραχμής-ευρώ, που εκμηδένισε  την ανταγωνιστικότητά της[5]. Να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι το ελληνικό πρόβλημα ήταν, στην αρχή τουλάχιστον, εύκολα αντιστρέψιμο, αλλά ο πανικός  των αξιωματούχων της ΕΕ και  η παντελής έλλειψη στοιχειώδους  προετοιμασίας  τους για την αντιμετώπιση κρίσεων  επιδείνωσε σοβαρά την κατάσταση. Οι αμήχανοι, αναποτελεσματικοί  και συχνά πολύ επικίνδυνοι  χειρισμοί  των αρμοδίων της ΕΕ, στην ελληνική κρίση, ήταν κυρίως  απόρροια του τρόμου τους για το ότι η   Ελλάδα, αν και τόσο μικρή,  θα μπορούσε  να θέσει σε κίνδυνο  τη βιωσιμότητα  του ευρώ.  Κάτω από αυτό το  πρίσμα  η ΕΕ ζήτησε για πρώτη φορά τη βοήθεια του ΔΝΤ για να αντιμετωπίσει προβλήματα κράτους-μέλους της, για πρώτη φορά εκπονήθηκε  πρόγραμμα δήθεν διάσωσης  οικονομίας, με βάση την εσωτερική υποτίμηση, και για πρώτη φορά ένα πρόγραμμα που αναγνωρίστηκε  επισήμως ως τραγικά λανθασμένο[6],  εξακολούθησε ωστόσο να επιβάλλεται  αναλλοίωτο, από την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ,  ολοκληρώνοντας έτσι την καταστροφή της Ελλάδας, που  χρησιμοποιήθηκε,  εν ψυχρώ από την ΕΕ, ως πειραματόζωο.  Δεν είναι, λοιπόν, διόλου υπερβολική η διαπίστωση, ότι ένα ολόκληρο Έθνος 10 εκατομμυρίων κατοίκων θυσιάστηκε,  για να μην τεθεί σε κίνδυνο το ευρώ. Ωστόσο, η απεγνωσμένη προσπάθεια  παράτασης ζωής αυτού του εκ γενετής  άρρωστου νομίσματος,  εκτός από το ότι κατάστρεψε την Ελλάδα, καταδικάζει και ολόκληρη την Ευρώπη  σε κοινωνικό και οικονομικό μαρασμό.

Β. Οι καταστροφές που προκάλεσε το ευρώ στην  Ελλάδα

Η εφαρμογή των Μνημονίων επιδείνωσε όλους ανεξαιρέτως τους βασικούς οικονομικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς δείκτες της Ελλάδας. Η χώρα ψυχορραγεί, όπως αναμφίβολα προκύπτει από τα δεδομένα που ακολουθούν, έτσι που η ανόρθωσή της να αποτελεί όνειρο θερινής  νύκτας.  Σε πρόσφατη δήλωσή του ο πρόεδρος των Ελλήνων βιομηχάνων είπε  ότι θα χρειαστούν  γύρω στα 100 δις ευρώ για να στηθεί και πάλι στα πόδια της η οικονομία. Αδίστακτα θα υποστηρίξω ότι  θεωρώ ανεπαρκή τα 100 αυτά δις ευρώ, γιατί δυστυχώς η ελληνική  οικονομία εμφανίζεται πλήρως  διαλυμένη, και χρειάζεται να ξαναγεννηθεί.

1.Μακροοικονομικά δεδομένα

Πριν από  την κρίση το χρέος  αντιπροσώπευε περίπου 100%  του τότε ΑΕΠ, και ήταν βιώσιμο,  ενώ τώρα  έφθασε ήδη στο 187,8% αντίστοιχα.. Δηλαδή, παρά το αποτυχημένο "κούρεμα" του χρέους, που οφείλεται στην ανεπίτρεπτη αργοπορία υλοποίησής του, πάντοτε για να  μην τεθεί σε κίνδυνο το ευρώ,[7] το ποσοστό  του χρέους  έχει περίπου διπλασιαστεί, στο  ΑΕΠ. Και συνεχίζει να σκαρφαλώνει  ακάθεκτο έτσι που  σε απόλυτους αριθμούς, από 324 δις ευρώ το 2014, προβλέπεται  στα 337,6  για το 2016 αντίστοιχα.  Για την περίοδο  2007-2015 διαπιστώνεται δραματική και χωρίς προηγούμενο, για οικονομία σε ειρήνη, πτώση του κατά κεφαλή ΑΕΠ κατά 27,6%, που αντιστοιχεί σε 70 δις ευρώ και  σε απώλεια εισοδήματος, για κάθε Έλληνα πολίτη, ίση με 6.100 ευρώ το χρόνο. Το ελληνικό κατά κεφαλή ΑΕΠ αναλογούσε στο 84,4% του αντίστοιχου Μ.Ο. των κρατών-μελών της ΕΕ, και τώρα εκτιμάται μόνο στο 53,6%[8]. 3.800.000 Έλληνες βρίσκονται στα όρια της φτώχειας. Η επίσημη  ανεργία  έφθασε στο 27%, ενώ  η ανεπίσημη  αγγίζει εφιαλτικά ύψη, αν ληφθεί υπόψη και η σημαντική υποχώρηση της πλήρους απασχόλησης προς όφελος αβέβαιων και ανασφαλών μορφών της. Πριν από την έναρξη της κρίσης η ανεργία ήταν μόνο 7.8%. Η ιδιωτική κατανάλωση, που αποτελεί την ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης έχει δραματικά συρρικνωθεί  κατά περίπου 47 δισεκατομμύρια ευρώ. Ούτε και οι φετινές γιορτές  μπόρεσαν να την ανακάμψουν,  αφού ο τζίρος έπεσε κατά 8% σε σχέση με  τον αντίστοιχο περυσινό, και σε σύγκριση με την  έναρξη της κρίσης κατά περίπου 50%.  Εικόνα πανωλεθρίας εμφανίζει η επένδυση δημόσια και ιδιωτική, αφού οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου από 57,2 δις ευρώ πριν από την κρίση,  ελαχιστοποιήθηκαν  στα 18,7 δις ευρώ. Μισθοί και συντάξεις έχουν καταποντιστεί. Και στο χώρο των επιχειρήσεων η τελευταία έκθεση της Price Water House Coopers (PwC) που αφορά σε 2.824 ελληνικές επιχειρήσεις με έσοδα άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ, καταλήγει στο εφιαλτικό συμπέρασμα ότι  το 40%, περίπου, από  αυτές είναι υπερδανεισμένες, χωρίς καμιά  πιθανότητα επιβίωσης. Το 2015 καταγράφεται μείωση των αγοραπωλησιών ακινήτων, κατά 20%, και  υπολείπονται κατά 10% σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του 2007. Η οικονομική κρίση αποκτά γρήγορα και κοινωνική διάσταση. Αυξάνονται δραματικά οι αυτοκτονίες και περιορίζονται οι γεννήσεις. Από την αρχή της κρίσης  ο πληθυσμός της χώρας έχει μειωθεί κατά 250.000, εξαιτίας όχι μόνο της μείωσης των γεννήσεων αλλά και της μετανάστευσης[9] . Όπως θα ήταν αναμενόμενο, το 44% των Ελλήνων κατακλύζονται  από αρνητικά συναισθήματα, όπως φόβο, ανασφάλεια, αγωνία, απογοήτευση, αγανάκτηση  και θυμό[10]. Οι Έλληνες εμφανίζονται να είναι οι πιο απαισιόδοξοι στην ΕΕ, αναφορικά με το μέλλον της, αφού 7 στους 10 πιστεύουν ότι βαδίζει προς λάθος κατεύθυνση[11]. Αλλά  και η υγεία των Ελλήνων με  χαμηλά εισοδήματα  εμφανίζει τάση επιδείνωσης, αφού το  25% αδυνατεί να εξασφαλίσει  τα φάρμακα και τη θεραπεία που  έχει ανάγκη[12]. 42% των ερωτηθέντων αντιμετωπίζουν χρόνια νοσήματα. Η πιο καταστρεπτική, γιατί γενικά μη αντιστρέψιμη εξέλιξη της κρίσης είναι, αναμφίβολα, η μαζική φυγή εγκεφάλων, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Το κόστος αυτής της φυγής εκτιμάται στο αστρονομικό ποσό των 170 δισεκατομμυρίων ευρώ.[13]

2. Δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά δεδομένα

Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ολοένα πιο απάνθρωπες απαιτήσεις των δανειστών, η προσφυγή σε μια πραγματική φοροκαταιγίδα κρίθηκε αναπότρεπτη, όχι μόνον από τις προηγούμενες ελληνικές  κυβερνήσεις αλλά και από την παρούσα. Λησμόνησαν, ωστόσο, ότι σε περίοδο  συνεχώς μειούμενων εισοδημάτων, η φορολογική αυτή φρενίτιδα καταλήγει  σε αποτελέσματα διαμετρικά αντίθετα από τα επιδιωκόμενα, καθώς  ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό των φορολογουμένων βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης των  υποχρεώσεών του[14], και επιπλέον ενθαρρύνεται και η φοροδιαφυγή.  Εμφανίζονται, ενδεικτικά,  μερικά αρνητικά αποτελέσματα, που οφείλονται στην   εφαρμογή αναποτελεσματικών  μέτρων:
*  Την περίοδο 2010-15 επιβλήθηκαν 31 δις ευρώ  φόροι, αλλά τα έσοδα υπολείπονται κατά 5 δισ. ευρώ σε σύγκριση με αυτά πριν από την έναρξη της κρίσης. Έτσι, ενώ το 2009 τα δηλωθέντα εισοδήματα φυσικών προσώπων  ήταν 100,3 δις ευρώ,  το 2014 δεν ήταν παρά μόνον 73 αντίστοιχα[15]. Ως συνέπεια, εξάλλου,  εννέα οδυνηρών φορολογικών παρεμβάσεων το 2014, τα κρατικά έσοδα αυξήθηκαν μόνο κατά 0.08%! Και αναφορικά, με το σύνολο των φορολογικών εσόδων της χώρας, αυτά  ήταν το 2009 51.266 δις ευρώ και το 2015 εκτιμάται ότι θα είναι μόνο 43.162 αντίστοιχα.
*Η εφορία παρακρατεί το 49% των μισθών, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στις χώρες του ΟΟΣΑ. Οι φόροι, που πληρώθηκαν το 2014 έφθασαν στο, όντως, αδιανόητο ποσοστό του 53,3% των εισοδημάτων των πολιτών.
*Aπό το 2009 διαπιστώνεται αύξηση της  φοροδιαφυγής (παρότι  η καταπολέμησή της εμφανίζεται ως πρωταρχικός στόχος) με απώλεια 10 δις ευρώ.
* Το κράτος αδυνατεί   να εκπληρώσει  τις υποχρεώσεις του, που υπερβαίνουν τα 5 δισ. ευρώ.
*Ο ιδιωτικός τομέας χρωστά 150 δις ευρώ στην εφορία, στα τελωνεία, στα ασφαλιστικά ταμεία και στις τράπεζες[16].
Και σε αυτόν  τον κρανίου τόπο, κάποιοι αναζητούν εναγωνίως πρωτογενές πλεόνασμα, που  για το 2015 αναγγέλλεται της τάξεως  του 4,3 δις ευρώ.
Ό συνδυασμός των παραπάνω μέτρων και παραλείψεων είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση καταρχήν μισθωτών  και συνταξιούχων. Στη συνέχεια  οι δανειστές ακάθεκτοι προχωρούν  στον αφανισμό των ιδιοκτητών ακινήτων, των αγροτών και των επαγγελματιών, αλλά και του τουρισμού[17]. Η θεομηνία έχει πλήξει τη μεσαία τάξη και συνεπώς το σύνολο των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας.
*Και μια ματιά  στην τραγωδία των καταθέσεων, που τελικά οδήγησε στα capital controls[18] .Το διαθέσιμο χρήμα  εκτιμάται ότι  έχει μειωθεί από 262 δις  ευρώ το 2009  σε  153 τώρα. Ακόμη, η  Ελλάδα  έχει, ουσιαστικά, μείνει χωρίς τράπεζες. Πράγματι, αφού από την αρχή της κρίσης οι τράπεζες έχασαν 3.500 καταστήματα και 50.000 θέσεις εργασίας εντός και εκτός της χώρας, τελικά η  αξία τους μηδενίστηκε, και από περίπου 215 δις ευρώ σταθμισμένο ενεργητικό, τελικά,  καταληστεύτηκαν  από ξένα funds, που τις  άρπαξαν για το εξευτελιστικό ποσό των 750 εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι χάθηκαν και τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ που δανείστηκαν οι Έλληνες για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τους.

Κάτω από αυτές τις δραματικές  εξελίξεις, που δεν απηχούν ακόμη τις καταστροφικές συνέπειες  του μεταναστευτικού προβλήματος[19],   δύσκολα θα υπάρξει  σοβαρός  οικονομολόγος ή, ακόμη, απλώς ενσυνείδητος και  σχετικά καλά πληροφορημένος πολίτης, που να  πιστεύει στη δυνατότητα  ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Και, όμως, όχι μόνον όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της τελευταίας εξαετίας, αλλά και οι δανειστές  οραματίζονται κατά καιρούς, το τέλος της ύφεσης, την ανάπτυξη που βλέπουν να έρχεται, τους επενδυτές που συνωστίζονται,  τις success stories, και άλλες φαιδρότητες!




Γ. Οι προοπτικές για το μέλλον αν παραμείνουμε εντός της Ευρωζώνης

 Παρά  τα συντρίμμια, που έφερε η τραγικά  εσφαλμένη πολιτική των Μνημονίων, οι αρμόδιοι τολμούν να υπόσχονται  ότι το μέλλον μας θα είναι καλύτερο. Δυστυχώς, όμως, θα είναι χειρότερο, και μάλιστα στο διηνεκές, αν παραμείνουμε δέσμιοι των Μνημονίων. Ιδού μερικά συντριπτικά στοιχεία που αφορούν το μέλλον, από   τις  προβλέψεις   της παγκόσμιας έκθεσης του 2015 της εταιρίας PROGNOS ΑG[20]. Σύμφωνα με αυτές, και με την υπόθεση ότι  η Ελλάδα θα παραμείνει  στην Ευρωζώνη, το χρέος στο ΑΕΠ, αναμένεται να αναρριχηθεί στο 245%  του ΑΕΠ το 2022,  ενώ  παράλληλα και μέχρι το 2020 η οικονομία θα συρρικνώνεται με ετήσιο ρυθμό 0,8%.  Να υπενθυμίσω ότι και για το 2015, οι αισιόδοξες προβλέψεις ότι δήθεν η ύφεση θα ήταν μηδενική, έπεσαν για ακόμη μια φορά έξω, αφού το έτος έκλεισε με 0.7% ύφεση.  Υπολογίζεται, εξάλλου ότι η ανεργία θα χρειασθεί 25 χρόνια για να πέσει κάτω από το 10% του ενεργού πληθυσμού και μόνο το 2034 η Ελλάδα θα επιστρέψει στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από την κρίση (2009). Για το 2016 προβλέπεται, ακόμη, συνέχιση της πτώσης των εσόδων του Κράτους, κυρίως από την άμεση φορολογία, αλλά και πτώση  δραματική των εσόδων κοινωνικής ασφάλισης που θα περιοριστούν στα 19 δισεκατομμύρια ευρώ από 26 που ήταν αντίστοιχα πριν από την κρίση. Ήδη, δεκάδες  πολίτες, που έπρεπε να είναι στην εντατική,  δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κρεβάτι στα νοσοκομεία. Για το 2016 αναμένεται περαιτέρω πτώση του κατά κεφαλή εισοδήματος, που θα φθάσει συνολικά στο 30%, και η επίσημη ανεργία θα ανέλθει  σε 30% επίσης. Σε πείσμα της αφανισμένης οικονομίας μας, οι δανειστές απαιτούν μέχρι το 2018,  επιπλέον 9 δις ευρώ. Τέλος, συχνά, ακούμε διαβεβαιώσεις κυβερνητικών της μορφής, ότι "αξίζει να υποστούμε και αυτήν την τελευταία θυσία, για να βγούμε από την επιτήρηση". Πρόκειται για εντελώς παραπειστικές εξαγγελίες, εφόσον στην πραγματικότητα   θα είμαστε, αναγκαστικά,  υπό  επιτήρηση ώσπου να  αποπληρώσουμε το 75% του χρέους. Η Ελλάδα είναι, δυστυχώς, και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, τελειωμένη αν παραμείνει στη φαρμακερή αγκαλιά της Ευρωζώνης.

Μέρος ΙΙ. Ανασυγκρότηση της Ελλάδας με τη βοήθεια μιας νέας δραχμής
Η εμφανής αδυναμία σταθεροποίησης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, στο κρίσιμο διάστημα της εφαρμογής των Μνημονίων,  ουδόλως  οφείλεται στην άρνηση ή στην αργοπορία της χώρας να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις  ή, ακόμη, στην αδυναμία των Ελλήνων να εφαρμόσουν σωστά ένα "πολύ καλό  πρόγραμμα", όπως κατεπανάληψη  ισχυρίζεται ο   Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Η ερμηνεία αυτή  απλώς  προσπαθεί να αποκρύψει το γεγονός ότι από την αρχή της ελληνικής κρίσης, ο στόχος των προγραμμάτων για την Ελλάδα, ουδέποτε είχε ως επίκεντρο τη σωτηρία της. Οι  συνεχείς, εξάλλου, εκβιασμοί για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, που δήθεν πρέπει να υλοποιηθούν  πριν από την οποιαδήποτε συζήτηση  ρύθμισης του χρέους, ενισχύει την αμέσως παραπάνω διαπίστωση. Και τούτο επειδή  οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούν οι εταίροι μας (αν εξαιρεθεί η πράγματι αναγκαία  αναμόρφωση του ασφαλιστικού, που ωστόσο δεν αποτελεί  ελληνική ιδιαιτερότητα)  συνίστανται:
* Στην, χωρίς προηγούμενη μελέτη, δραστική μείωση του δημόσιου τομέα,   παρότι το μέγεθος του    δεν υπερβαίνει τον αντίστοιχο ΜΟ των κρατών-μελών  της ΕΕ. Το εσπευσμένο αυτό μέτρο  αποδεικνύει την πλήρη αδιαφορία  των εταίρων/δανειστών για την αναζήτηση και εξεύρεση  εκείνων των ποιοτικών κριτηρίων που θα μπορούσαν, πράγματι, να βελτιώσουν  την αποτελεσματικότητα του ελληνικού δημοσίου τομέα. Αντιθέτως, η επιβολή  επικίνδυνων ποσοτικών μέτρων,  καθιστά  προβληματική την ομαλή του λειτουργία εξαιτίας της ανεξέλεγκτης    μείωσης του προσωπικού του.
* Στη σταδιακή κατάργηση  του συνόλου   των εργασιακών δικαιωμάτων, που   μετάτρεψε την αγορά εργασίας σε πραγματική ζούγκλα.
*Το χειρότερο, όμως, είναι ότι  κάτω από την ετικέτα των μεταρρυθμίσεων, διενεργείται με συνοπτικές διαδικασίες, η οδυνηρή, για την Ελλάδα και το μέλλον της, εκποίηση  του συνόλου της δημόσιας περιουσίας της.
Δηλαδή, οι αρμόδιοι της ΕΕ απαιτούν από την Ελλάδα την εφαρμογή μέτρων, τα οποία επιτείνουν το αδιέξοδό της,  Πρόκειται για το ότι:

Α. Οι εταίροι/δανειστές καταδικάζουν την  Ελλάδα σε μόνιμη ύφεση

Η ανυπέρβλητη δυσκολία, που καθιστά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος,  δεν είναι τόσο το ύψος του  (σε απόλυτους, αλλά και σε   σχετικούς αριθμούς),  όσο η καταδίκη της χώρας σε συνεχή ύφεση. Με τις συνθήκες αυτές, έστω και αν υποτεθεί ότι το επιτόκιο μηδενίζεται, το χρέος  και πάλι δεν θα ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστεί, εφόσον χρόνο με το χρόνο το ΑΕΠ καταγράφει σωρευτική πτώση. Ακριβώς αυτό συμβαίνει με  το ελληνικό ΑΕΠ, που μειώνεται συνεχώς, στο διάστημα των έξη τελευταίων ετών, με αποτέλεσμα  το χρέος να αναρριχάται. Η ΕΕ, ωστόσο, δεν φαίνεται να προβληματίζεται από την αδιέξοδη αυτή κατάσταση της Ελλάδας, αλλά αντιθέτως  συνεχίζει να της επιβάλλει την εφαρμογή εντελώς αναποτελεσματικών μέτρων, για την περίπτωσή της, μέτρων δηλαδή  που αποκλείουν την οικονομική της ανόρθωση, όχι μόνον  σε βραχυχρόνια, αλλά και  σε μακροχρόνια βάση, εφόσον  διαβρώνουν την παραγωγική της βάση και θέτουν σε χειμερία νάρκη  το σύνολο των αναπτυξιακών της ροπών. Αυτές οι επιλογές  οδηγούν  στο συμπέρασμα ότι το κύριο μέλημά της ΕΕ δεν είναι η παροχή βοήθειας στο κράτος-μέλος της, ώστε να εξασφαλίσει, σε βάθος χρόνου την αποπληρωμή του χρέους, μέσω της ανάπτυξης της οικονομίας. Συμπέρασμα, πράγματι, παράδοξο, που όμως δικαιολογείται απολύτως από τον, επί  έξη και πλέον χρόνια, τρόπο αντιμετώπισης του ελληνικού προβλήματος από την ΕΕ  που συνοψίζεται με την ακόλουθη διαπίστωση: "Τα ευρωπαϊκά προγράμματα που δήθεν στοχεύουν στη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας είναι σαφώς  αντιαναπτυξιακά". Και παρότι αναγνωρίστηκε, από πολλές πλευρές, η εσφαλμένη τους βάση, όχι  μόνον δεν αντικαθίστανται από άλλα, αλλά και  διαχρονικά πολλαπλασιάζουν και εντατικοποιούν τα υφεσιακά τους μέτρα. Πώς εξηγείται η τόσο παράδοξη αυτή  συμπεριφορά της ΕΕ;

1. Η  ΕΕ θυσιάζει την Ελλάδα για να σωθεί το ευρώ

Το διευθυντήριο της ΕΕ, παρότι δεν το ομολογεί,  έχει ωστόσο  πειστεί ότι το ευρώ κινδυνεύει από την Ελλάδα,  διότι  τυχόν επίσημη πτώχευσή της και, συνεπώς,  έξοδός  της από την Ευρωζώνη είναι πολύ πιθανόν ότι θα συμπαρασύρει  και  άλλες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, που  δεν έπαυσαν να αντιμετωπίζουν  σοβαρές δυσκολίες, παρά τις παραπειστικές  δηλώσεις της ΕΕ ότι "τα κατάφεραν". Η ΕΕ, συνεπώς, φρόντισε  να επιλέξει πολιτική που να διαφυλάσσει, στο μέτρο του δυνατού, το ευρώ, έστω και αν  αυτή θα ήταν καταστρεπτική για την  Ελλάδα. Η πολιτική αυτή αποκλείει την αναπτυξιακή διάσταση, όχι βέβαια μόνο για την ελληνική περίπτωση, αλλά για  το σύνολο των κρατών-μελών, που υποχρεούνται να εφαρμόζουν  τους ανελαστικούς όρους του Συμφώνου Σταθερότητας,  και ειδικότερα τον όρο περί  πληθωρισμού, που δεν επιτρέπεται να υπερβεί το  2%. Ο όρος αυτός   κρίθηκε απαραίτητος, από τους πρωτεργάτες του ευρώ, για να εξασφαλίσει την  σταθερότητα των τιμών, στο  εσωτερικό των οικονομιών των κρατών-μελών, και μέσω αυτής, όπως  πίστευαν,   θα εξασφαλιζόταν και η σταθερότητα και αξιοπιστία  του ευρώ, που όμως δεν υλοποιήθηκε. Η ερμηνεία αυτή, εξάλλου, εξηγεί και το καταρχήν παράδοξο της μετάλλαξης,  της λιτότητας, που από τη φύση της είναι βραχυχρονια, σε  πολιτική μόνιμη και μη αντιστρέψιμη.  Η αέναη αυτή λιτότητα ευθύνεται για τους αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης του συνόλου των κρατών-μελών της ΕΕ, για την  υψηλή ανεργία και για τη  διεύρυνση των ανισοτήτων κατανομής του εισοδήματος.  Και, ακριβώς, επειδή η  ανάπτυξη είναι τόσο ασθενική  στην Ευρωζώνη, το χρέος ανέρχεται διαχρονικά, σε πείσμα της εφαρμοζόμενης λιτότητας. Είναι βέβαια ξεκάθαρο ότιι ο αποκλεισμός  ταχύρρυθμης ανάπτυξης είναι πολύ επικίνδυνος για την περίπτωση της Ελλάδας, που μόνο χάρη σε αυτήν θα ήταν δυνατόν  να ορθοποδήσει και σε βάθος  χρόνου να αποπληρώσει το χρέος της.
 Η επιλογή αυτή της ΕΕ, που απέκλεισε, από την τόσο βεβαρημένη ελληνική περίπτωση, το δικαίωμα διάσωσης με τη βοήθεια της  ανάπτυξης, ήταν απαραίτητο να συγκαλυφτεί. Υιοθετήθηκε, γι' αυτό, από την αρχή της κρίσης,  το δόγμα του shock[21]  ως η καλύτερη δυνατή  λύση, και εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία.Το ζητούμενο ήταν, να πειστεί  η Ελλάδα  ότι  είναι  η ίδια υπεύθυνη για όλα όσα  της συμβαίνουν. Και, όπως αποδείχθηκε  δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Η λογική αλληλουχία είναι η τυφλή αποδοχή σημαντικού ποσοστού του ελληνικού λαού  ότι τα Μνημόνια αποβλέπουν στη σωτηρία της Ελλάδας.

 1α ) Η ΕΕ παρέχει δάνεια στην Ελλάδα  έναντι απάνθρωπων ανταλλαγμάτων
Προκειμένου να αποφευχθεί η επίσημη χρεοκοπία της Ελλάδας, (παρότι η πραγματική ήταν γεγονός από τη στιγμή που δεν μπορούσε πια  να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της), η ΕΕ και το ΔΝΤ τής  παρέχουν αφειδώς δάνεια. Οι ευρωπαϊκοί λαοί  είναι πεπεισμένοι  ότι δήθεν χάρη σε  αυτά  τα δάνεια "οι Έλληνες καλοπερνούν". Η πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική και περιγράφεται πιστά από τον Μάσιμο ντ'Αλέμα σε συνέντευξή του στο Rai News 24: «Δώσαμε στην Ελλάδα 250 δις ευρώ, αλλά όχι για τις συντάξεις των Ελλήνων, αλλά για να πληρωθούν οι τόκοι στις τράπεζες» είπε χαρακτηριστικά ο Mάσιμο ντ'Αλέμα,[22]  Εξάλλου, πριν τη χορήγηση κάθε δόσης δανείων προηγείται η "αξιολόγηση", που ελέγχει αν  στον χρόνο που μεσολαβεί, ανάμεσα σε δύο δάνεια,  η εξαθλίωση του λαού έφθασε  πράγματι στα άκρα, ή υπάρχουν ακόμη περιθώρια πίεσης. Ανείπωτης έκτασης και μορφής εκβιασμοί, οι συνέπειες των οποίων μετέτρεψαν την Ελλάδα σε τριτοκοσμική χώρα, και στους οποίους τελικά, μετά από  επώδυνες αλλά ουσιαστικά οιονεί διαπραγματεύσεις, υποκύπτουν όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων έξη ετών, ανεξαρτήτως αν  δηλώνουν δεξιές ή αριστερές,. Και υποκύπτουν,  αποκλειστικά και μόνον επειδή η τρόικα/ κουαρτέτο κραδαίνει, ως υπέρτατη απειλή, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης,  το Grexit.

1β) Συστηματική τρομοκράτηση εναντίον της μετάβασης στη δραχμή

Ακριβώς επειδή οι εταίροι μας πανικοβάλλονται με την πιθανότητα επιστροφής της Ελλάδας στο εθνικό της νόμισμα, επέλεξαν  μεθοδεύσεις τρομοκράτησής  της, ώστε να αποκλειστεί αυτή η επιστροφή.  Το Grexit επιλέχθηκε ως ο Αρμαγεδδών, που χρησιμοποιείται  ευρέως, από το διευθυντήριο της ΕΕ, εναντίιον  της Ελλάδας, χωρίς πολλές  αναλύσεις για το τι θα της συμβεί αν τολμήσει,  αλλά πάντως μη αφήνοντας αμφιβολίες για το ότι η επιστροφή σε μια νέα δραχμή ισοδυναμεί με κόλαση επί της Γης.  Παράλληλα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση  συμφωνούν απολύτως ότι η τυχόν επιστροφή  στο εθνικό της νόμισμα θα σήμαινε   καταστροφή για την Ελλάδα. Εξάλλου, η όποιας μορφής αναφορά στην πιθανότητα επανόδου σε μια νέα δραχμή έχει  εξελιχθεί σε απαγορευμένη συζήτηση. Όσοι, παρά ταύτα, τολμήσουν να θίξουν το θέμα, αντιμετωπίζονται από τις ελληνικές αρχές  των τελευταίων ετών,   ως «εχθροί του Έθνους», ως μέλη  «συμμορίας της δραχμής», ως «άτομα που αναμένουν  να πλουτίσουν από χρήματα που εσκεμμένως έβγαλαν στο εξωτερικό», με απώτερο σκοπό να τα επαναφέρουν στην  Ελλάδα για να…θησαυρίσουν[23]. Συνοπτικά, δηλαδή, η επάνοδος στη δραχμή εμφανίζεται ως το τέλος του κόσμου.
Εξαιτίας αυτών των απαράδεκτων μεθοδεύσεων, στις οποίες τα ΜΜΕ έχουν αποφασιστική συμβολή,  αποκλείστηκε η μοναδική   οδός που θα έθετε πιθανότατα  τέρμα στην, χωρίς τέλος, και χωρίς όρια, τραγωδία του ελληνικού λαού.

Β. Γιατί μόνο η επιστροφή σε μια  νέα δραχμή μπορεί να σώσει την Ελλάδα

Αν,  η δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος  αναγνωρίζεται γενικώς πια, ως λάθος, για ολόκληρη την Ευρώπη, οι συνέπειες αυτού του λάθους για την Ελλάδα είναι  πολλαπλάσιες.  Και διότι η ελληνική οικονομία ήταν ο ασθενέστερος κρίκος, ανάμεσα στις οικονομίες-μέλη της Ευρωζώνης, και γιατί η ισοτιμία δραχμής-ευρώ καθορίστηκε σε πολύ υψηλό επίπεδο, καταστρέφοντας την ανταγωνιστικότητά της, αλλά και γιατί η ανεπαρκής ανάπτυξή της είχε  μεγαλύτερη ανάγκη από ταχύρρυθμη πρόοδο και λιγότερο  από  νομισματική σταθερότητα

1α) Παραμένοντας  στο ευρώ δεν υπάρχει μέλλον για την Ελλάδα

.Η Ελλάδα, εκτός και αν στο μεταξύ συμβούν απρόβλεπτες εξελίξεις, που προς το παρόν θεωρούνται εκτός πραγματικότητας, ή είναι  αμφίβολες, όπως ριζική αλλαγή ευρωπαϊκής μακροοικονομικής πολιτικής,,  δρακόντεια μείωση του ελληνικού χρέους,  διάλυση της Ευρωζώνης ή Brexit, δεν έχει ελπίδα επιβίωσης, ως ελεύθερο και κυρίαρχο κράτος, αλλά όσο και αν φαίνεται λαϊκίστική η διαπίστωση, θα υπάρξει ως αποικία χρέους. Συνεπώς, όλοι όσοι τρομάζουν και αντιδρούν έντονα στην ιδέα της επανόδου στο εθνικό μας νόμισμα, και είναι πολλοί, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουν με τον εαυτό τους, αν δέχονται για τους ίδιους και τους απογόνους τους αυτήν την πραγματικότητα. Η απάντηση, εικάζω, των περισσοτέρων θα είναι, «μα αν υπάρξει ανάπτυξη, η κατάσταση δεν θα είναι και τόσο απελπιστική». Ακριβώς, η Ελλάδα, πριν από οτιδήποτε άλλο, έχει ανάγκη από ανάπτυξη. Και στο σημείο αυτό προφανώς όσοι αντιδρούν εναντίον της πιθανότητας μιας νέας δραχμής, βασίζονται στην υπόθεση μελλοντικής ανάπτυξης, εντός της Ευρωζώνης,  ικανής να βελτιώσει  την τύχη της χώρας μας. Δυστυχώς, αν και η προσδοκία αυτή ενθαρρύνεται και από τις εκάστοτε  ελληνικές κυβερνήαεις, αλλά και από τους εταίρους μας, πρόκειται για καθαρή ουτοπία.  Να υπενθυμίσω ότι η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη επανάφερε  το ΑΕΠ της  στα επίπεδα του 2001. Για να μπορέσει, συνεπώς, η Ελλάδα να ορθοποδήσει  απαιτείται ανάπτυξη, συνεχής επί τουλάχιστον δεκαετία, της τάξης του 4-4,5% ετησίως, που να διοχετεύεται σε συντριπτικά υψηλό ποσοστό της, κυρίως, σε παραγωγικές επενδύσεις, ώστε να είναι δυνατή, σε βάθος χρόνου, η αποπληρωμή του χρέους. Κάνουν, λοιπόν, σοβαρότατο λάθος  (αν, βέβαια, πρόκειται περί λάθους, που είναι δύσκολα πιστευτό) όσοι υποστηρίζουν ότι με τα Μνημόνια και με την στραγγαλιστική  ρευστότητα, που μας εξασφαλίζει η Ευρωζώνη,  θα είναι δυνατή η ταχύρρυθμη ανάπτυξη, η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί την επιβίωσή μας, σε πλήρη αντίθεση με τα αμφιβόλου ύψους και προέλευσης πρωτογενή πλεονάσματα[24]. Η  ταχύρρυθμη ανάπτυξη,  που χρειάζεται η Ελλάδα, απαιτεί  άφθονη ρευστότητα, σε όρια ελεγχόμενου πληθωρισμού.
 Το συχνότερο επιχείρημα που κυκλοφορεί από όσους  αμφισβητούν τις δυνατότητες, που θα πρόσφερε στην Ελλάδα,  μια νέα δραχμή   διατυπώνεται με τη μορφή ερώτησης " μα τι περισσότερο θα κάνει η δραχμή που δεν το κατορθώνει το ευρώ"; Είναι, φυσικά, τραγικά, αφελής αυτή η άποψη. "Όχι μόνο επειδή το ευρώ είναι δανειζόμενο χρήμα, που μας δίνεται με το σταγονόμετρο, και συνεπώς δεν μπορεί να στηρίξει τις αναπτυξιακές ανάγκες μιας καταστραμμένης οικονομίας. Όχι μόνο επειδή η ΕΚΤ μπορεί να διακόψει  την παροχή του όποτε και για οποιαδήποτε αιτία το αποφασίσει, προκαλώντας μας ασφυξία, όπως το βιώσαμε και το βιώνουμε. Αλλά, και επειδή  το χρήμα, εκτός από το ότι  είναι μέτρο αξίας, μέσο ανταλλαγής και μέσο εξόφλησης υποχρεώσεων, αποτελεί επιπλέον και  ισχυρότατο μέσο κατεύθυνσης  της οικονομίας. Η σπουδαιότητα του χρήματος έγκειται στο γεγονός ότι από την ποσότητά του εξαρτάται η ένταση της οικονομικής δραστηριότητας, ο ρυθμός ανάπτυξης, ο τρόπος κατανομής του εισοδήματος  και ο όγκος της απασχόλησης. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι η ισχύς ανήκει σε αυτούς που δημιουργούν το χρήμα και σε αυτούς που το ελέγχουν. Το χρήμα είναι δύναμις. Και  αναφέρω  τη σχετική ρήση του M.A. Rothschild׃ "Αφήστε με ελεύθερο να εκδίδω και να ελέγχω τα χρήματα ενός έθνους και δεν με ενδιαφέρει ποιού". Από   τις απεριόριστες  αυτές δυνατότητες του χρήματος έχει δραματική ανάγκη η ρημαγμένη  ελληνική οικονομία, για να αρχίσει σχεδόν από το μηδέν την ανασυγκρότηση της παραγωγικής της βάσης, για να αναγεννήσει το διαλυμένο κράτος Πρόνοιας, για να περιορίσει τις χωρίς προηγούμενο ανισότητες κατανομής της, για να επικεντρωθεί στις μεταρρυθμίσεις από τις οποίες έχει  πράγματι ανάγκη και όχι σε αυτές που συνίστανται στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, και στη δημιουργία συνθηκών ζούγκλας στην αγορά εργασίας, για να αποκτήσουν και πάλι οι Έλληνες αυτοεκτίμηση και αξιοπρέπεια, για να ξαναγίνουν κυρίαρχοι  της χώρας τους. Και, τελικά, για   να πληρώσουν το χρέος τους, μέσω της ανάπτυξης και όχι της συρρίκνωσης της οικονομίας, όταν βέβαια το χρέος  πάψει να είναι λερναία Υδρα, και όταν  αυτό συμψηφιστεί με τα χρέη των Γερμανών από το κατοχικό δάνειο και από τις καταστροφές  της κατοχής.  Με την επάνοδο στο εθνικό μας νόμισμα επιδιώκεται, λοιπόν, πριν και πάνω από όλα,  ταχύρρυθμη ανάπτυξη. Πολλοί από όσους  διαφωνούν με την πρόταση επιστροφής σε νέα δραχμή υποστηρίζουν ότι αυτή δεν μπορεί να επιτύχει με καταστραμμένο τον παραγωγικό μας ιστό, αλλά αντιθέτως θα πρέπει προηγουμένως να μεριμνήσουμε για την ανασυγκρότησή του και μόνο στη συνέχεια να γίνει σκέψη περί επανόδου στο εθνικό μας νόμισμα. Αυτή η πρόταση στερείται, κατά την κρίση μου, ορθολογικής σκέψης. Πρώτον, ακριβώς  επειδή με το ευρώ και τη μακροοικονομική ευρωπαϊκή πολιτική αποκλείεται η ταχύρρυθμη ανάπτυξη από την οποία έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Δεύτερον, επειδή η  προσπάθεια εφαρμογής του 3ου και πιο οδυνηρού, σε σχέση με  τα δύο προηγούμενα, Μνημονίου θα εξαφανίσει και τις τελευταίες, εξαιρετικά αμυδρές είναι αλήθεια, ελπίδες οικονομικής ανόρθωσης, καθιστώντας  μη αντιστρέψιμη την  ελληνική οικονομία, για δεκαετίες. Και τέλος τρίτον επειδή, στο μεταξύ, θα έχει ξεπουληθεί η Ελλάδα και δεν θα υπάρχει, συνεπώς, «εθνικός χώρος για ανάπτυξη».
Είναι θέμα ζωής και θανάτου να συνειδητοποιηθεί ευρύτερα   ότι η ελληνική οικονομία[25], όπως  άλλωστε προκύπτει και από την ανάλυση που προηγείται, δεν προσφέρει, στην κατάσταση που βρίσκεται, την πολυτέλεια  επιλογών. Αντιθέτως, η Ελλάδα  οφείλει να συμβιβαστεί με τη δραματική πραγματικότητα, που εξισώνει τη συνέχιση παραμονής της στην Ευρωζώνη και στα Μνημόνια με  ολοκληρωτική καταστροφή. Η νέα δραχμή εμφανίζεται αυτή τη στιγμή, ως η μοναδική ορατή λύση για την Ελλάδα. Με πολλές, ασφαλώς, αμφιβολίες για την έκβαση της μετάβασης, με σοβαρούς και δικαιολογημένους φόβους για τους κινδύνους που περικλείει  αυτό το εγχείρημα[26],  αλλά και με βάσιμες ελπίδες για οριστική έξοδο από την κρίση. Για το τεχνικό μέρος, αν μπορεί έτσι να λεχθεί  η λεπτομερής, κατά το δυνατόν, καταγραφή των διαδοχικών ενεργειών, κατά την πορεία  της μετάβασης σε εθνικό νόμισμα, αναφέρονται και αναλύονται ήδη σε  αρκετά  βιβλία και άρθρα. Παρότι έχω τη γνώμη  ότι οι λεπτομέρειες της δύσκολης αυτής επιχείρησης θα αποφασιστούν τελεσίδικα, κατά την περίοδο της υλοποίησης  της , έτσι ώστε αυτές να προσδιοριστούν, λμβάνοντας υπόψη το περιβάλλον, ελληνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο εκείνης της στιγμής, ωστόσο πιστεύω ότι θα  βοηθούσαν αποφασιστικά, οι σχετικές υποδείξεις του καθηγητή Gérard Lafay, όπως αυτές καταγράφονται σε διάφορα άρθρα του[27].

2β) Οι βασικές κατευθύνσεις κατά και μετά  τη  μετάβαση στη νέα δραχμή[28]

Εντελώς, ενδεικτικά, αναφέρω στη συνέχεια, με τηλεγραφικό τρόπο, τις κατευθυντήριες γραμμές, που πιστεύω ότι θα πρέπει να περιλάβει το εγχείρημα της μετάβασης σε εθνικό νόμισμα:
*Να καταγγείλει, αρχίζοντας, από  τα  Μνημόνια και τη δανειακή σύμβαση, και προχωρώντας και σε στάση εξωτερικών πληρωμών. Δυστυχώς, προς το παρόν, η ενέργεια αυτή φαντάζει ως απλή "άσκηση επί χάρτου", εφόσον η παρούσα κυβέρνηση, ακριβώς όπως και όλες οι προηγούμενες της εξαετίας, υπέγραψε  καταδικαστικές   αποφάσεις,  εναντίον  της Ελλάδας, τις οποίες και πασκίζει να εφαρμόζει,  δολοφονώντας το λαό. Ελπίζεται, ωστόσο, ότι  θα υπάρξει, σύντομα, φως στο σκοτάδι. Ίσως, επειδή, εικάζεται ότι η εξαθλίωση, στην Ελλάδα, άγγιξε στα όριά της, ίσως επειδή τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΕΕ παίρνουν πια εκρηκτική μορφή [29], ίσως επειδή άρχισαν να ακούγονται ευθαρσώς, από επίσημα χείλη,  κάποιες θλιβερές αλήθειες, για τον  επικίνδυνο ρόλο της ΕΕ[30], ίσως ακόμη  επειδή άρχισε να συνειδητοποιείται το γεγονός ότι  οι εταίροι μας είναι περισσότερο φοβισμένοι από μας, για την πιθανότητα  εξόδου μας από την Ευρωζώνη.[31]
*Να προετοιμαστεί για μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, στη διάρκεια των οποίων να απαιτήσει συμψηφισμό με τις γερμανικές οφειλές[32] προς την Ελλάδα και αφαίρεση του επαχθούς τμήματος του χρέους από τις υποχρεώσεις μας[33].
*Ταυτόχρονα  η Ελλάδα, χωρίς απώλεια χρόνου, να   καταρτίσει    επιθετικό αναπτυξιακό  πρόγραμμα, που θα  της εξασφαλίζει το δικαίωμα επιβίωσης  ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος,  και του οποίου οι επιγραφές των κεφαλαίων  θα είναι:
*Επεκτατική νομισματική πολιτική,  με ανοχή ενός ελεγχόμενου (κατά το δυνατόν)  πληθωρισμού.
* Προσπάθεια εξασφάλισης αναπτυξιακού δανείου, για να περιοριστούν οι θυσίες του ελληνικού λαού[34]
*Γενναία  ανακατανομή των εισοδημάτων υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων και των ανέργων, δεδομένου ότι  η ανισοκατανομή έφθασε σε τόσο δυσθεώρητα ύψη, ώστε να αποκλείει την ομαλή λειτουργία της οικονομίας. Εντελώς ενδεικτικά  αναφέρω ότι το 2009, η σχέση εισοδημάτων ιδιοκτησίας προς εισοδήματα εργασίας έφθασε να είναι  στην Ελλάδα 0,43, έναντι 0,25 στην ΕΕ-15[35]. Με την ανακατανομή προς αυτή την κατεύθυνση θα ενισχυθεί η ζήτηση, προετοιμάζοντας διαδοχικά ανώτερα σημεία ισορροπίας.
  *Ισχυρή κρατική παρουσία για τη διενέργεια σημαντικών δημοσίων   επενδύσεων, που θα ενθαρρύνουν τις ιδιωτικές.
*Συγκεκριμενοποίηση του τι εννοούμε με «μεταρρυθμίσεις», και καταγραφή αυτών που θα κριθούν απαραίτητες για την ειδική διάρθρωση και το στάδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.[36]
*Επανασχεδιασμός, ενίσχυση και καταγραφή των ιδιαίτερων αναγκών του κράτους Πρόνοιας , που έχει δεινοπαθήσει  τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της λιτότητας,  των Μνημονίων και των ιδεολογικών εμμονών.
*Συντονισμένες προσπάθειες για την αναγέννηση της παραδοσιακής γεωργικής μας παραγωγής, που έχει επικίνδυνα υποχωρήσει, κυρίως εξαιτίας της εφαρμογής των προγραμμάτων της ΚΑΠ και  της παγκοσμιοποίησης, και που η άμεση αύξησή της κρίνεται  απολύτως  απαραίτητη για την ενίσχυση του βαθμού αυτάρκειας κατά την πρώτη περίοδο μετά  την έξοδο από την Ευρωζώνη.
*Καταγραφή των βιομηχανικών και βιοτεχνικών  δραστηριοτήτων, που υπόσχονται κάποιο μέλλον, και κρατική  ενίσχυσή τους, στην αρχή.
* Προσπάθεια περιορισμού της  φοροδιαφυγής, με  μέτρα τα οποία να λαμβάνουν υπόψη τη βασική ελληνική ιδιαιτερότητα που την καθιστά εξαιρετικά επιρρεπή στην απόκρυψη εισοδημάτων, το γεγονός δηλαδή ότι η Ελλάδα έχει ακόμη  αυτοαπασχολούμενους σε ποσοστό   υπερδιπλάσι, στη συνολική της απασχόληση, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο  ΜΟ των οικονομιών της ΕΕ[37]
* Τέλος,   θα απαιτηθεί ασφαλώς  και κάποιος έλεγχος στις εισαγωγές, για την εξοικονόμηση συναλλάγματος, για την εισαγωγή βασικών προϊόντων, αλλά και  για να ορθοποδήσει η  εθνική μας παραγωγή. 





         






















































Συνέδριο στο Παρίσι, που αφορούσε και την Ελλάδα, 14.05.2016 Απαντήσεις Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη





Συνέδριο στο Παρίσι, που αφορούσε και την Ελλάδα, 14.05.2016
Απαντήσεις Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη


Μέρος  1. Είναι βιώσιμη η στρατηγική της ΕΕ; (ευρώ-ελευθερία συναλλαγών)

Είναι η ερώτηση που τέθηκε σε οικονομολόγους της Ευρώπης, στα πλαίσια  πανευρωπαϊκού συνεδρίου της κίνησης "για μια Ευρωπη των λαών και των ελευθεριών", και που πραγματοποιήθηκε στην Mutualité του Παρισιού στις 14.05.2016.

Απάντηση της Μαρίας Νεγρεπόντη -Δελιβάνη στο παραπάνω αυτό ερώτημα, αρχικά, στα γαλλικά  ===========================================================

Οι θεμελιωτές της ΕΕ είχαν, πιθανώς, τις καλύτερες προθέσεις και πίστευαν ίσως  ότι η ολοκλήρωση του σχεδίου τους ήταν δυνατή. Θα έβλεπαν, συνεπώς, με φρίκη ότι όχι μόνο το αρχικό τους σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά και επιπλέον η αποτυχία της ευρωζώνης είναι ανεπανόρθωτη και ιδού γιατί:

1.Πριν από όλα επειδή η κατασκευή  ΕΕ=ευρωζώνς δεν έχει γερά θεμέλια 

 Οι σοβαρές δυσκολίες θα πρέπει να αποδοθούν στη συνύπαρξη, στην ίδια οικονομική ένωση, χωρών με μεγάλες διαρθρωτικές και αναπτυξιακές αποκλίσεις μεταξύ τους. Η σύγκλιση, που οι νεοκλασικοί  υποσχέθηκαν ότι θα είχε πραγματοποιηθεί αυτόματα, δεν έγινε ποτέ. σύγκλιση των κρατών-μελών, που η Συνθήκη του Μάαστριχτ είχε προβλέψει, μεταλλάχτηκε  σε επιτάχυνση  των ρυθμών ανάπτυξης του ευρωπαϊκού Νότου, σε σύγκριση με τους αντίστοιχους του ευρωπαϊκού Βορρά. Οι διαφορές αυτές των ρυθμών μεγέθυνσης,  είχαν ως συνέπεια να διευρύνουν  το έλλειμμα του εμπορικού  ισοζυγίου του Νότου,  και το εμπορικό πλεόνασμα του Βορρά, κυρίως όμως αυτό της Γερμανίας, που παγιώθηκε και δεν  έπαυσε να είναι σημαντικό, ακόμη και μέσα στην κρίση. Θα πρέπει ακόμη να τονιστεί η χρόνια ανισορροπία ανάμεσα αφενός  στο χαμηλό  επιτόκιο,  περίπου ενιαίο για τις χώρες της Ευρωζώνης, καθώς  το επίπεδό του οριζόταν από την ΕΚΤ, και αφετέρου στο ρυθμό του πληθωρισμού, που  διέφερε σημαντικά από χώρα σε χώρα. Αρκεί να σημειωθεί, σχετικά, ότι το μέσο επίπεδο των τιμών, στην Ελλάδα, με βάση=100 το 1997 ανέβηκε σε 146,4 το 2009, ενώ  το αντίστοιχο μέγεθος για τη Γερμανία δεν ήταν παρά 119. Έτσι άρχισε και συνεχίστηκε η απομύζηση  της ανταγωνιστικότητας και κάθε αναπτυξιακής προοπτικής των λιγότερο προηγμένων  ευρωπαϊκών οικονομιών. Συγκεκριμένα,  κάθε αύξηση του γερμανικού εμπορικού πλεονάσματος είχε ως αντίκρισμα τη μείωση της ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού Νότου. Ταυτόχρονα, κυρίως, οι οικονομίες του Νότου, άρχισαν να δημιουργούν ελλείμματα στον προϋπολογισμό τους, που υπερέβαιναν τα επιτρεπόμενα από το Σύμφωνο Σταθερότητας, αλλά το πολύ χαμηλό επιτόκιο με το οποίο μπορούσαν να δανείζονται από την ΕΚΤ συσκότιζε, για καιρό, την επικινδυνότητα της κατάστασης. Oι ελλειμματικές οικονομίες, όπως κατεξοχήν η Ελλάδα, ουδόλως πιεζόταν για να περιορίσουν το έλλειμμα.  Εξυπακούεται, βέβαια, ότι αυτή η υπερχρέωση οικονομιών λιγότερο ανεπτυγμένων, των οποίων η ανταγωνιστικότητα υποχωρούσε συνεχώς, ήταν πολύ ευνοϊκή για τις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Οι τελευταίες αυτές  αύξαναν τις εξαγωγές τους, δεδομένου ότι οι λιγότερο προηγμένες οικονομίες της ΕΕ, δεν είχαν πια τη δυνατότητα περιορισμού των  εμπορικών τους ελλειμμάτων μέσω της υποτίμησης της εξωτερικής αξίας του νομίσματός τους.  Είναι, τουλάχιστον, παράδοξο   ότι  λησμονήθηκε, ειδικά στους κόλπους της ΕΕ, ότι  δεν είναι μόνο τα εμπορικά ελλείμματα που δημιουργούν ανισορροπίες, αλλά  το ίδιο ισχύει και για  τα εμπορικά πλεονάσματα.

Στη συνέχεια, αυτό που προκάλεσε σκληρό πλήγμα στις πιο ευάλωτες  ευρωπαϊκές οικονομίες  ήταν η  πρόωρη και χωρίς προηγούμενη επαρκή μελέτη δημιουργία ενός εκ γενετής άρρωστου νομίσματος, ανίκανου  να επιβιώσει χωρίς την πατερίτσα του, δηλαδή  τη Συνθήκη Σταθερότητας; Το ευρώ επιβλήθηκε από τη Γερμανία ως αντάλλαγμα για την εγκατάλειψη του ισχυρού και σταθερού εθνικού της νομίσματος, του μάρκου.  Μόνο πρόσφατα έγινε ευρύτερα γνωστό από σχετική αποκάλυψη του περιοδικού Spiegel,  ότι η Γερμανία "κατασκεύασε το ευρώ στα μέτρα της" και έτσι μπόρεσε να επιβάλλει τα συμφέροντά της σε βάρος του ευρωπαϊκού Νότου. Στη βάση αυτής της Συνθήκης Σταθερότητας,  μόνο η νομισματική  σταθερότητα εκλαμβάνεται ως επαρκής  και σε θέση να εξασφαλίσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στο σύνολο των κρατών-μελών της Ένωσης. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική: οι ευρωπαϊκές οικονομίες υποχρεούνται να λειτουργούν σε περιβάλλον μόνιμα αντιπληθωριστικό και στην τυραννία πολιτικής λιτότητας, χωρίς ημερομηνία λήξης. Ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας, εξάλλου, εγκαταστάθηκε μόνιμα στους κόλπους της ΕΕ, της οποίας  η αναιμική  ανάπτυξη δεν κατορθώνει να εξαφανίσει.

2. Δεύτερον, επειδή η ΕΕ επέλεξε μακροοικονομικές πολιτικές εντελώς εσφαλμένες, ανάμεσα στις οποίες:

α) Η αυστηρή λιτότητα, που αποτελεί έμμονη ιδέα των Γερμανών,  από μέτρο βραχυχρόνιο και μεσοπρόθεσμο υιοθετήθηκε από την ΕΕ  ως  η μόνιμη και  χωρίς ημερομηνία λήξεως μακροοικονομική πολιτική της. Αλλά, η λιτότητα, όπως αποδεικνύεται περίτρανα,  συνεπάγεται συνεχή  αύξηση του χρέους, παρότι αποβλέπει στη μείωσή του.  Και τούτο, διότι ο περιορισμός των δαπανών σε περίοδο ύφεσης χειροτερεύει την κατάσταση. Οι καταστρεπτικές συνέπειες αυτής της λιτότητας, στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα των κρατών-μελών είναι, πια εμφανείς και ανεξέλεγκτες. Πράγματι, η άγρια πολιτική λιτότητας καταλήγει, αναπότρεπτα, σε βαθιά ύφεση και σε καταποντισμό των κρατικών εσόδων.
β) Η  χωρίς όρια διάνοιξη οικονομιών στο εξωτερικό  εμπόριο, και πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους (όπως την προσδιορίζει ο N. Kaldor), επιδιώκοντας την επίτευξη ικανοποιητικού βαθμού ανταγωνιστικότητας, ενέχει τον κίνδυνο αποπροσανατολισμού της παραγωγής, καθώς  και την  καταστροφή των παραδοσιακών τους καλλιεργειών, όπως η τρέχουσα κρίση το απέδειξε. Πρόκειται, ακριβώς, για την περίπτωση της Ελλάδας, της οποίας ο δείκτης εξάρτησης από της εισαγωγές ανέρχεται συνεχώς.  Αυτή η πλευρά ανισορροπίας, που αναφέρεται στις εμπορικές  συναλλαγές, παρότι εξαιρετικά σοβαρή, ουδόλως  λήφθηκε υπόψη από την  ΕΕ.
γ) Η διαδικασία μείωσης του φορολογικού βάρους, που αύξησε τις ανισότητες κατανομής και που οφείλεται κυρίως στη Συνθήκη Σταθερότητας. Άραγε χρειάζεται να προστεθεί ότι ο περιορισμός των φόρων εισήχθη αρχικά στην ΕΕ από τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Bush,  και είναι μια από τις πολυάριθμες απαιτήσεις των νεοφιλελεύθερων; Αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση  της κρατικής παρέμβασης και κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους.  Έτσι η  Goldman Sachs, που ανήγγειλε το 2009 κέρδη της τάξης των 13,4 εκατομμυρίων $ πλήρωσε ως φόρους μόνο 10%! 
δ) Τέλος, η δραστική προσπάθεια σωτηρίας των Τραπεζών, που στοίχισε και εξακολουθεί να στοιχίζει εκατομμύρια στους φορολογούμενους. Η στήριξη αυτή ή και η διάσωση που, σε πολλές οικονομίες χρειάστηκε  τεράστια ποσά, έχει προκαλέσει την οργή των φορολογουμένων, και δικαίως, διότι ενώ οι μισθοί μειώνονται με αποτέλεσμα την επικίνδυνη  πτώση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ, οι τραπεζίτες, που είναι σε αποφασιστικό βαθμό υπεύθυνοι για την πρόκληση της κρίσης του 2007  επιβραβεύονται  με παχυλά κέρδη.

3. Και τέλος, η σημαντικότερη συνέπεια που συνοψίζει τους λόγους για τους οποίους η στρατηγική της ΕΕ δεν είναι βιώσιμη, είναι το γεγονός ότι η ΕΕ-ευρωζώνη περνά την επιδίωξη αύξησης της ανταγωνιστικότητας, πριν από την επιδίωξη της ευημερίας των πολιτών  

Ανταγωνιστικότητα για ποιους ακριβώς, δεδομένου ότι το μέσο επίτευξής της είναι η ελαχιστοποίηση του επιπέδου μισθού. Δηλαδή, η εξαθλίωση του 85% του συνολικού ενεργού πληθυσμού των προηγμένων οικονομιών. Εξάλλου, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας θυσιάζονται στους κόλπους της ΕΕ το κράτος Πρόνοιας και η αλληλεγγύη και συνοχή.
Αναγκάζομαι, λοιπόν, να συμφωνήσω με τη σχετική ρήση του  James Galbraith ότι : « Όλη η σύλληψη της ΕΕ κατασκευάστηκε γύρω από τις  οικονομικές νεοκλασικές ανοησίες"





Μέρος  3. Πως θα ξαναγεννηθεί η ελληνική οικονομία

Είναι η ερώτηση που τέθηκε σε οικονομολόγους της Ευρώπης, στα πλαίσια  πανευρωπαϊκού συνεδρίου της κίνησης "για μια Ευρωπη των λαών και των ελευθεριών", και που πραγματοποιήθηκε στην Mutualité του Παρισιού στις 14.05.2016.

Απάντηση της Μαρίας Νεγρεπόντη -Δελιβάνη στο παραπάνω αυτό ερώτημα, αρχικά, στα γαλλικά
=================================================  


Αν,  η δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος  αναγνωρίζεται γενικώς πια, ως λάθος, για ολόκληρη την Ευρώπη, οι συνέπειες αυτού του λάθους για την Ελλάδα είναι βαρύτατες. Δεν αποτελεί υπερβολή η διαπίστωση ότι "για να σωθεί το ευρώ καταστράφηκε η Ελλάδα"  όπως το ίδιο και   η διαβεβαίωση ότι η μοναδική ελπίδα   σωτηρίας βρίσκεται στην  έξοδό μας από την Ευρωζώνη και στην επιστροφή  στο εθνικό  μας νόμισμα. Ο κυριότερος λόγος για αυτή τη μετάβαση δεν είναι κυρίως,  προς το παρόν τουλάχιστον,  η επιδίωξη μιας αυξημένης ανταγωνιστικότητας, μέσω της υποτίμησης της εξωτερικής αξίας της νέας δραχμής, δεδομένου ότι η λεηλατημένη ελληνική οικονομία  έχει μικρές εξαγωγικές δυνατότητες. Αντιθέτως, αυτό  που πρωταρχικά  θα επιδιωχθεί, από τη μετάβαση στο εθνικό μας νόμισμα,  είναι η επίτευξη ταχύρρυθμης ανάπτυξης, και μόνον αργότερα, χάρη σε αυτήν, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Η αύξηση του ΑΕΠ, με ρυθμό ταχύτερο του αντίστοιχου του χρέους, είναι η μόνη που θα επιτρέψει, σε βάθος χρόνου, την αποπληρωμή του, μέσω ανερχόμενου εισοδήματος και όχι μέσω γενοκτονίας, όπως συμβαίνει δυστυχώς τα επτά περίπου τελευταία χρόνια, με τα Μνημόνια και τις παράλογες απαιτήσεις της Τρόικας.  Η ανάπτυξη, ωστόσο, είναι αδύνατη, αν η Ελλάδα παραμείνει  στο περιβάλλον αυτής της στραγγαλιστικής λιτότητας, σε συνδυασμό με το κοινό νόμισμα, που της παρέχεται από την ΕΚΤ, ως δανειζόμενο με το σταγονόμετρο,    ή και που η παροχή του διακόπτεται κατά καιρούς, οδηγώντας την οικονομία σε ασφυξία. Αυτό  συμβαίνει τους τελευταίους μήνες, στην Ελλάδα. Ο κυρίαρχος ρόλος του χρήματος, που αγνοείται από τους νεοκλασικούς/φιλελεύθερους, εφόσον  το εκλαμβάνουν ως ουδέτερο, είναι  ακριβώς η δυνατότητά του να επηρεάζει   την οικονομία με τη δημιουργία, κατά περίπτωση, πληθωρισμού ή αντιπληθωρισμού.   Κάθε μορφή ή βαθμός  οικονομικού προγραμματισμού,  για  να επιτύχει συνθήκες  ισορροπίας  οφείλει να εξασφαλίσει   κατευθυντήριο ρόλο στο χρήμα, καθώς και στη νομισματική πολιτική. Η αναπτυξιακή προσπάθεια, εξάλλου, απαιτεί  κατάλληλη νομισματική πολιτική,  για την αντιμετώπιση των ιδιαιτεροτήτων  και του σταδίου ανάπτυξης της κάθε  οικονομίας. Χρειάζεται, ακόμη,  επαρκή ρευστότητα, και  κάποιο ποσοστό ελεγχόμενου πληθωρισμού, μέχρι το σημείο που η  επιπλέον προσθήκη ποσότητας χρήματος να μην  επηρεάζει το επίπεδο  των τιμών, διότι εξαντλείται στη σταδιακή απορρόφηση της ανεργίας.  Η σπουδαιότητα του χρήματος έγκειται στο γεγονός ότι από την ποσότητά του εξαρτάται η ένταση της οικονομικής δραστηριότητας, ο ρυθμός ανάπτυξης και ο όγκος της απασχόλησης. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι η ισχύς ανήκει σε αυτούς που δημιουργούν το χρήμα και σε αυτούς που το ελέγχουν. Το χρήμα είναι δύναμις, την οποίαν στερήθηκαν οι χώρες της Ευρωζώνης. Από την δύναμη αυτήν, ακριβώς, έχει επείγουσα ανάγκη η ελληνική οικονομία, για να χαράξει την μακροοικονομική πολιτική που θα  γιατρέψει τις πληγές της. Η ελληνική οικονομία έχει καταρρεύσει, κάτω από τα απάνθρωπα και λανθασμένα μέτρα της Τρόικας και απαιτείται επειγόντως εθνικό νόμισμα και πρόγραμμα ανασυγκρότησης και ανάπτυξης. Βεβαίως, το εγχείρημα θα έχει δυσχέρειες και κινδύνους, ιδίως και διότι δεν υπάρχει προηγούμενο χώρας -μέλους της Ευρωζώνης, που να την εγκατέλειψε. Αλλά, όμως,  η συνέχιση της ισοπέδωσης της Ελλάδας, κάτω από την αδιέξοδη αυτή κατάσταση δεν  πρέπει σε καμία περίπτωση να συνεχιστεί.  Για αυτό η επάνοδος στο εθνικό νόμισμα φαίνεται να είναι νομοτελειακή. Αυτή θα επιχειρηθεί, είτε από κοινού με τις υπόλοιπες οικονομίες-μέλη της Ευρωζώνης, που φυσικά θα ήταν το ιδεώδες  για την Ελλάδα,  είτε και μόνη της, με μεγαλύτερες φυσικά και συχνά απρόβλεπτες δυσκολίες. Εξυπακούεται, ωστόσο, ότι όσο περνά ο καιρός και βαθαίνει η κρίση, και όσο προχωρεί αλύπητα το ξεπούλημα ολόκληρης της Ελλάδας,  τόσο η ανάκαμψη γίνεται δυσκολότερη. Να προσθέσω και την πεποίθησή μου-  που την συμμερίζονται και άλλοι οικονομολόγοι- ότι αν είχαμε γυρίσει στο εθνικό μας νόμισμα από το 2010, η Ελλάδα τώρα θα ήταν σε φάση ταχείας ανάπτυξης.
Πολύ συνοπτικά, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω διαδοχικά στάδια και βηματισμό, για τη μετάβαση στο εθνικό μας νόμισμα.  Βεβαίως, πρόκειται προς το παρόν,  για  ασκήσεις επί χάρτου, αφού οι λεπτομέρειες αυτής της μετάβασης, θα εξαρτηθούν σε αποφασιστικό βαθμό, από τις γενικότερες και ειδικότερες συνθήκες, που θα ισχύουν τότε.
Νομίζω ότι το πρώτο βήμα θα  πρέπει να είναι η στάση εξωτερικών πληρωμών, που έπρεπε να γίνει από το 2010 και που ουσιαστικά υποβόσκει κάθε φορά, που η Ελλάδα αναγκάζεται να δανείζεται με ανταλλάγματα υπέρογκα και απάνθρωπα, για να εκπληρώσει  τις υποχρεώσεις της.  Θα ήταν ευχής έργο, αν η Ελλάδα μπορούσε να εξασφαλίσει εντός ή και εκτός Ευρώπης αναπτυξιακό δάνειο, για να περιοριστούν οι θυσίες του λαού της. Η Ελλάδα, εξάλλου, θα είναι υποχρεωμένη να καταγγείλει σωρεία απεχθών, αντισυνταγματικών και όρων που αντιτίθενται στα ανθρώπινα δικαιώματα, παρότι φέρουν την υπογραφή Ελλήνων πολιτικών, να δηλώσει ότι το χρέος θα πληρωθεί σε δραχμές,  και φυσικά να παραστεί σε Διεθνή Δικαστήρια, όπου θα την οδηγήσουν σίγουρα, οι δανειστές της, για την μη τήρηση ανειλημμένων υποχρεώσεων. Καθώς οι  αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων χρειάζονται γύρω στα δέκα  χρόνια για να τελεσιδικήσουν,  υπάρχει βάσιμη ελπίδα ότι στο μεταξύ η Ελλάδα θα έχει σταθεί στα πόδια της,  και θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το μη απεχθές τμήμα του χρέους της. Εξυπακούεται ότι ταυτόχρονα με τη μετάβαση στη νέα δραχμή θα πρέπει να επιβληθούν περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων (κάτι που θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και καιρό, για να σταματήσει η αιμορραγία καταθέσεων), αλλά και επιβολή περιορισμών στην εισαγωγή, ώστε να εξασφαλίζονται κυρίως εκείνα τα αγαθά και εκείνες οι υπηρεσίες που θα θεωρηθούν απαραίτητες για την επιβίωση και την ασφάλεια του λαού. Δεδομένου ότι η ζήτηση έχει υπερβολικά περιοριστεί, στην Ελλάδα, τα επτά περίπου, τελευταία χρόνια, εξαιτίας της δραματικής πτώσης των εισοδημάτων,  και δεδομένου ότι ο βασικός  μοχλός  ανάπτυξης  ήταν ανέκαθεν  η ζήτηση, θα πρέπει να εφαρμοστούν, άμεσα, μέτρα ενίσχυσής της. Ενισχύοντας τα εισοδήματα χαμηλόμισθων, συνταξιούχων, αλλά και ανέργων, θα επιδιωχθεί η  υλοποίηση  της Κεϋνεσιανής υπόθεσης, με βάση την οποίαν οι διαδοχικές αυξήσεις ζήτησης επιτυγχάνουν ολοένα υψηλότερα σημεία ισορροπίας, με την προσφορά να ακολουθεί. Προτεραιότητα και κίνητρα θα δοθούν στην πρωτογενή παραγωγή, η οποία υπόσχεται  γρήγορα αποτελέσματα, ώστε να καλυφθούν οι βασικές  διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού και να αυξηθεί ο βαθμός αυτάρκειας. Το αναπτυξιακό πρόγραμμα της Ελλάδας θα περιλαμβάνει κατάλογο  ιεραρχημένων επενδύσεων και  θα προβλέπει πρόσκληση  για την επαναφορά  από το εξωτερικό των καταθέσεων των Ελλήνων,  καθώς και  θέσπιση κινήτρων για να τις επενδύσουν στην Ελλάδα. Θα αποδειχθεί, έτσι, εντελώς χωρίς βάση, το κυριότερο επιχείρημα όσων εναντιώνονται στην επάνοδο στο εθνικό νόμισμα, που είναι ο "πλουτισμός αυτών που  έχουν χρήματα εκτός Ελλάδας". Αντιθέτως, με τον όρο ότι αυτά τα χρήματα θα κατευθυνθούν προς επενδύσεις παραγωγικές, μεταξύ αυτών που προβλέπονται στο αναπτυξιακό πρόγραμμα, η επάνοδός  τους όχι μόνον δεν θα είναι βλαβερή για την Ελλάδα, αλλά αντιθέτως εξαιρετικά θετική. Αναμφίβολα, η Ελλάδα, θα αντιμετωπίσει πολλές δυσχέρειες, αλλά όμως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Θα χρειαστεί ομοψυχία, άρνηση  σύμπραξης με δυνάμεις που εξυφαίνουν την αποσταθεροποίηση της χώρας για ίδιον όφελος, ή κυνηγώντας  εξουσία/καρέκλα. Ακόμη, θα πρέπει να γίνει γενική πρόσκληση για συνεργασία όλων των υγιών δυνάμεων του τόπου, με  τοποθέτηση σε καίριες θέσεις, όσων έχουν αυξημένα προσόντα και γνώσεις, για κάθε συγκεκριμένο τομέα. Δεν θα αναφερθώ, εδώ, στις  τεχνικές και, άλλωστε περίπλοκες λεπτομέρειες της μετάβασης στο εθνικό νόμισμα. Εκτός του ότι, αυτές, θα πρέπει αναγκαστικά να καθοριστούν, με βάση τις συνθήκες, που θα επικρατούν  εκείνη την περίοδο, αναφέρομαι σε άρθρα και μελέτες του συναδέλφου Gérard Lafay, που δίνουν  συγκεκριμένες λύσεις  σε πολλά από τα προβλεπόμενα σχετικά προβλήματα, και που ασφαλώς θα χρειαστούν στην Ελλάδα.