Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Θεσσαλονίκη, 08/10.2012 ΟΙ ΜΑΓΙΚΕΣ ΣΥΓΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΑΣ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΩΝ (εκδήλωση Ιδρύματος Παπαθεμελή για τα 100 χρόνια απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης) Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη)


Θεσσαλονίκη, 08/10.2012
=====================

ΟΙ ΜΑΓΙΚΕΣ ΣΥΓΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΑΣ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΩΝ (εκδήλωση Ιδρύματος Παπαθεμελή για τα 100 χρόνια απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης)
Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη)
========================================

Οι στόχοι της αποψινής μου ομιλίας, με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της  Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας, είναι θα έλεγα πολύπλευροι, πολυσύνθετοι και αρκετά  φιλόδοξοι. Από τους στόχους αυτούς  έρχεται πρώτη η   προσπάθεια, θα έλεγα,  διερεύνησης ενός καταρχήν  μυστηρίου. Το πως, δηλαδή, μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι μια οικονομία που χρεοκόπησε  το 1893, μια χώρα ρημαγμένη και ταπεινωμένη από την ήττα του 1897,  ένα έθνος και ένας λαός περιφρονημένος, κατατρεγμένος και περιθωριοποιημένος από τις μεγάλες προστάτιδες δυνάμεις της εποχής -που, ας σημειωθεί,  δεν διαφέρουν και πολύ  των σημερινών- και με χρόνια ανίκανους και κατώτερους των περιστάσεων πολιτικούς κατόρθωσε ωστόσο όχι μόνο να  ανταποκριθεί αξιοπρεπώς  στις τεράστιες δαπάνες των Βαλκανικών πολέμων, αλλά και να μεγαλουργήσει. Οι λαμπερές εκείνες νίκες σε θάλασσα και ξηρά χάρισαν στην Ελλάδα  τη Θεσσαλονίκη, καθώς  και την ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Ελλάδας, διπλασιάζοντας έτσι το μέχρι τότε λιλιπούτειο μέγεθός της. Και από την επομένη, η Ελλάδα, από ανάξια να υπάρχει στο παγκόσμιο στερέωμα, άρχισε να προσελκύει το θαυμασμό ολόκληρης της υφηλίου για τα εξαιρετικά  επιτεύγματά της.

Η κεντρική, ωστόσο, αυτή  προσπάθειά μου, που ας την ονομάσουμε  έρευνα των οικονομικών μας, στους Βαλκανικούς πολέμους,  μου εξασφάλισε  αυτόματη πρόσβαση και σε  κάποιους άλλους ορίζοντες, που φαίνονται αδιαχώριστοι και σφιχτοδεμένοι με  τη θαυμάσια εποποιία  εκείνης της εποχής.  

Αυτοί, λοιπόν, οι παράλληλοι παράγοντες, που έκαναν την Ελλάδα να μεγαλουργήσει στους  Βαλκανικούς πολέμους, και όχι μόνο, φαίνεται να συνοδεύουν κάθε νίκη της, από την αρχαιότητα και μέχρι σήμερα. Φαίνεται να αποτελούν ζωτική ανάγκη της ύπαρξής της και, κυρίως, της ικανότητας, να αποδιώχνει τους δαίμονες που στα ενδιάμεσα διαστήματα την περισφίγγουν, και να  ανασύρεται από την άβυσσο, λαμπερή στην επιφάνεια. Πρόκειται για ένα πλέγμα μαγικών, θα έλεγα, συγκυριών, που όταν συνευρίσκονται στον ίδιο τόπο και χρόνο, διαιωνίζουν το ελληνικό μεγαλείο.

Η  ελληνική ιστορική διαδρομή, είναι μια ατέλειωτη εναλλαγή ανάμεσα στο σκοτάδι και στο εθνικό μεγαλείο. Αποδίδεται με λαϊκό, αλλά εξαιρετικό τρόπο με το τραγούδι που μάθαιναν όλοι οι μαθητές στην εποχή μου, και που ελπίζω να μην έχει επικαλυφθεί από ανεπίτρεπτους αποπροσανατολισμούς της ιστορίας, όπως ανάμεσα και σε άλλους,   των δήθεν συνωστισμών, κατά τη σφαγή της Σμύρνης, με την αποστροφή «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…μόνο  λίγο καιρό ξαποσταίνει, και ξανά προς τη δόξα  τραβά». Και ο Σπύρος  Μαρκεζίνης, στο σημαντικό έργο του της Πολιτικής Ιστορίας της Νεωτέρας Ελλάδος, με πιο επιστημονικό και λιγότερο συναισθηματικό τρόπο εκφράζει  την ίδια διαπίστωση ως εξής[1]:   «Υπάρχουν εις την ιστορίαν της Ελλάδος, αρχαίας, μέσης και νέας, ολίγα έτη δημιουργίας και πολλά έτη αυτοκαταστροφής. Με μίαν διαφοράν, ότι το έργον των ολίγων ετών  είναι συνήθως τόσον σημαντικόν, ώστε, παρά την ακολουθούσαν καταστροφήν, να αφήνει πάντοτε ενεργητικόν. Αυτό συνθέτει την θετικήν πλευράν της συμβολής του ελληνικού Έθνους με την μακραίωνα  ιστορίαν του, εις την μοίραν της  πολιτισμένης ανθρωπότητας.  Συμβαίνει δε τούτο, ως αποτέλεσμα της υπάρξεως, εις τον κατάλληλον χρόνον,  της καταλλήλου ηγεσίας, ικανής να συνεγείρει  ηνωμένον το Έθνος εις τον αγώνα. Τότε και μόνον τότε αποδίδουν τα καλά ποιοτικώς στοιχεία  των Ελλήνων».

Παρότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ωστόσο το ελληνικό κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό  περιβάλλον,  πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους,  εμφανίζει, αναμφισβήτητα, εκπληκτικές  ομοιότητες με αυτό της  δραματικής περιόδου, που τώρα διανύουμε. Το γκρίζο εκείνο  τοπίο  των ετών 1893 και μετέπειτα, ανάξιο των ελληνικών πεπρωμένων, κατέληξε, ως εκ θαύματος,  στον εθνικό θρίαμβο των απαράμιλλων νικών των Βαλκανικών πολέμων, περνώντας μέσα  από ένα πλήθος συγκυριών, που φυσικά δεν μπορεί να  επαναληφθούν  με τον ίδιο τρόπο. Είναι όμως κάλλιστα δυνατόν  να υποστηριχθεί ότι η αναφορά τους και η  υπογράμμιση κάποιων λεπτομερειών τους θα υποβοηθήσει τη φαντασία μας στην αναζήτηση   επιτυχών συνδυασμών, σύγχρονων  που αν και  διαφορετικών,  θα  είναι πάντοτε σε θέση, όπως τότε,  να οδηγήσουν  την πατρίδα μας στην έξοδο από την κρίση.

Στη σύντομη, λοιπόν, εισήγησή μου θα διαθέσω την πρώτη της παράγραφο, για να σκιαγραφήσω το ζοφερό περιβάλλον που κυριάρχησε στην Ελλάδα πριν από τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ η δεύτερη θα αφιερωθεί στα ιδιαίτερα εκείνα στοιχεία, στους συνδυασμούς και στις ευτυχείς συγκυρίες,  που εξασφάλισαν μια αναγεννημένη και πολύ μεγαλύτερη  σε μέγεθος  και πληθυσμό από πριν Ελλάδα. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, που υπογράφηκε στις  28 Ιουλίου του 1913 διπλασίασε  σχεδόν τη γεωγραφική έκταση της Ελλάδας, που έφθασε τα 120.000 τετρ.χιλιόμετρα, ενώ ο πληθυσμός της από 3.000.000 εκατομμύρια πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους αυξήθηκε σε 4.500.000 εκατομμύρια


Ι.  Τα οικονομικά της  Ελλάδας πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους
Η πτώχευση της Ελλάδας αναγγέλθηκε από την νεοσυσταθείσα κυβέρνηση Τρικούπη την 1 Δεκεμβρίου του 1893 με την φράση: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Τα αίτια αυτής της πτώχευσης ήταν, αρκετά διαφορετικά, από τα αντίστοιχα της τελευταίας δικής μας, καθώς η έκθεση του Άγγλου Λω στον οποίον είχε ανατεθεί η  εκπόνησή της αναγνώριζε, γενικώς, χρηστή δημοσιονομική διοίκηση. Η αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων λοιπόν αποδόθηκε σε αύξηση κυρίως των στρατιωτικών δαπανών, στη σταφιδική κρίση μετά το 1890,  καθώς και στην πτώση των αξιών των λιγότερο ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών, στο Λονδίνο,  όχι όμως σε ανεπάρκεια εσόδων ή  σε άλογα έξοδα. Αναγνωρίστηκε, επίσης ότι η αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων ήταν  συνέπεια των βαρύτατων όρων που αυτά περιελάμβαναν, και που εκτός ολίγων, επρόκειτο για σκληρές εγγυήσεις που επιβάλλονταν σε  οικονομίες  όχι αρκετά αξιόπιστες.   Να υποθέσουμε λοιπόν ότι το πρόβλημα της φοροδιαφυγής δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει  την οξύτητα που εμφανίζει στις ημέρες μας. Πρέπει, όμως, να υπογραμμιστεί ότι για τον Τρικούπη, η ανάγκη οργάνωσης  του κράτους και η ταχύρρυθμη ανάπτυξη της οικονομίας  αποτελούσαν πρωταρχικούς στόχους, που η επιδίωξή τους, δυστυχώς,  διακόπηκε εξαιτίας της πτώχευσης.  

Εξάλλου, η αντιμετώπιση του χρέους του  1893 επιχειρήθηκε με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τον αντίστοιχο, που εφαρμόζουμε εμείς τα δυόμισι τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση Τρικούπη ανήγγειλε αναστολή πληρωμών και οι διαπραγματεύσεις  μεταξύ ελληνικής Κυβέρνησης και των  ομολογιούχων/δανειστών  των δανείων των ετών 1881, 1884, 1887, 1889 και 1890, που ήταν  σε χρυσό, ήταν μεγάλης διαρκείας και απέβλεπαν στην ελάφρυνση των αρχικών όρων, αναφορικά με τον τόκο, τα χρεολύσια και τις εγγυήσεις. Οι διαπραγματεύσεις αυτές  με τους ομολογιούχους, ήταν σκληρές, κυρίως εξαιτίας της γερμανικής αδιαλλαξίας,  και διακόπηκαν  μόνο όταν ξέσπασε ο  πόλεμος. Οι ομολογιούχοι, που είχαν υπόνοιες ότι η  ελληνική χρεοκοπία ήταν δόλια, απαιτούσαν με επιμονή την παροχή εγγυήσεων με τη μορφή  συμμετοχής τους στα πλεονάσματα υπεγγύων προσόδων. Ωστόσο, η τότε ελληνική κυβέρνηση  δεν υπέκυψε στις αξιώσεις αυτές που συνιστούσαν δημοσιονομικό έλεγχο –κάτι που δυστυχώς έγινε αποδεκτό από τις πρόσφατες ελληνικές κυβερνήσεις. Αντιθέτως, σχετικά με την χρεοκοπία του 1983, ο καθηγητής  Ανδρέας Ανδρεάδης χαρακτήρισε «άτιμον» την στάση των Δυνάμεων για έλεγχο, έστω και διπλωματικό και, τελικά το καθεστώς που επιβλήθηκε ήταν ανεκτό.

Θα ήθελα, ακόμη,  να επιστήσω την προσοχή στη μεγάλη σημασία, για την εξυπηρέτηση δανείων,  που έχει η δυνατότητα διαχείρισης κυρίαρχου εθνικού νομίσματος. Δυνατότητα που όπως είναι γνωστό δεν υπάρχει πια για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.  Η δυσχέρεια εξυπηρέτησης του χρέους αποδόθηκε, το 1893, κυρίως στο  γεγονός ότι η οφειλή ήταν σε μεταλλικό νόμισμα, και μάλιστα σε χρυσό, ενώ το νόμισμα που κυκλοφορούσε εντός της χώρας ήταν τραπεζικό, δηλαδή χαρτονόμισμα με  αντίκρισμα σε πολύτιμο μέταλλο, δεδομένου ότι ακόμη τότε η κυκλοφορία δεν ήταν καταναγκαστική. Κατά τον Τρικούπη, το πρόβλημα αυτό  ήταν άσχετο με  τη δημοσιονομική εσωτερική κατάσταση της χώρας που   γενικώς ήταν  υγιής, δηλαδή  τα έξοδα ήταν χαμηλότερα των  εσόδων.

Η αντιμετώπιση της χρεοκοπημένης Ελλάδας του 1893, από την Γερμανία  ήταν, θα τολμούσα να πω,  και τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοια  με αυτήν που αντιμετωπίζουμε αυτά τα δυόμισι τελευταία χρόνια. Δηλαδή, η  Γερμανία πρωτοστατούσε και τότε, όπως και τώρα, σε εχθρικές  συμπεριφορές απέναντι στη χώρα μας. Ειδικότερα, τότε, η Γερμανία  υπερασπιζόταν ανοικτά  τα συμφέροντα της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, σε βάρος των αντίστοιχων δικών μας. Και με το ειδικό βάρος της στην Ευρώπη, τότε όπως και τώρα, κατόρθωνε να συμπαρασύρει και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης σε ουδετερότητα  και σε αδιαφορία, σχετικά με  τις ελληνικές επιδιώξεις στο Μακεδονικό και στη Μικρά Ασία.

Έτσι, η  Ελλάδα, μετά την ήττα του 1897 βρέθηκε  απομονωμένη, περιφρονημένη, πάμπτωχη  και φοβερά ταπεινωμένη από τους επαχθείς όρους της ειρήνης που της επιβλήθηκαν. Οι προστάτιδες  Δυνάμεις, αν και μέλη της  Εγκάρδιας  Συνεννόησης, δηλαδή η Γαλλία, η Αγγλία και η Ρωσία τής φέρονταν, ωστόσο, και σε πείσμα της   ύπαρξης ισχυρού φιλελληνικού κέντρου στην Αγγλία,   ως «φύγε κακό από τα μάτια μου».  Πράγματι,  στη φάση εκείνη οι προστάτιδες Δυνάμεις  δεν ανέμεναν κάτι συγκεκριμένο από την Ελλάδα, ενώ αντιθέτως τα συμφέροντά τους έγερναν, σαφώς,  προς την πλευρά των εχθρών της.   

  
ΙΙ.  Οι μαγικές συγκυρίες που οδήγησαν στις νίκες των Βαλκανικών Πολέμων
Και μέσα από τη ζοφερή αυτή κατάσταση, για την Ελλάδα, ξεπήδησε το θαύμα των Βαλκανικών Πολέμων. Σ’αυτό, βοήθησαν πολύ οι συντονισμένες προσπάθειες βελτίωσης και εξυγίανσης των οικονομικών της χώρας, από φωτισμένους κυβερνήτες της. Σίγουρα, όμως, η βελτίωση των οικονομικών, αν και πολύ σημαντικός παράγοντας,  δεν ήταν ωστόσο ο μοναδικός, που μπόρεσε να κλείσει, επιτέλους, την αυλαία μιας οδυνηρής, για την Ελλάδα, περιόδου, διανοίγοντας  ταυτόχρονα  μια θριαμβευτική νέα. Μπορούμε, τώρα, με την ψυχρή κρίση που μας εξασφαλίζει η χρονική απόσταση από τα γεγονότα εκείνης της εποχής, να επικεντρωθούμε σ’ ένα πλέγμα ευτυχών συγκυριών. Απ’ όλες αυτές, η  σημαντικότερη όλων,  ήταν αναμφίβολα  η εμφάνιση στο τότε πολιτικό προσκήνιο μιας μοναδικής ηγετικής  φυσιογνωμίας: αυτής του Ελευθερίου  Βενιζέλου, του μεγάλου πολιτικού που  είχε τόση  ανάγκη  η Ελλάδα, εκείνη την  κρίσιμη για το μέλλον της περίοδο.

Η ανατροπή της καταστροφικής ελληνικής πορείας, ωστόσο, δεν άρχισε –τουλάχιστον εμφανώς- με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αντιθέτως, όταν προσκλήθηκε την πρώτη φορά από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, για να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας αρνήθηκε, γιατί δεν  αισθανόταν  ακόμη έτοιμος, αλλά κυρίως  γιατί η επανάσταση στην Κρήτη τον είχε μεγάλη ανάγκη.

Όσο κι αν πρόκειται για εντελώς  ανορθόδοξη εξέλιξη, ωστόσο είναι γεγονός ότι  η στροφή  προς μια νέα Ελλάδα άρχισε και συνεχίστηκε με την επανάσταση των αξιωματικών, τον Αύγουστο του 1909.  Οι Έλληνες στρατιωτικοί, απελπισμένοι από το αδιέξοδο, στο οποίο είχε βυθιστεί η χώρα, εξαιρετικά ταπεινωμένοι από την ήττα του 1987, που την απέδιδαν στην ανικανότητα των πολιτικών και μη μπορώντας να ανεχθούν τις συνεχείς εθνικές προσβολές,  αποφάσισαν να αντιδράσουν δυναμικά παίρνοντας στα χέρια τους την εξουσία, από τους  ανίκανους και διεφθαρμένους πολιτικούς.  Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από το Ημερολόγιο του Πρίγκηπα Νικολάου «….η ασφάλεια του Τόπου , τέτοια που δεν τολμά κανείς, ιδίως εις την Θεσσαλίαν, να κάμη δύο βήματα χωρίς να κινδυνεύει να δολοφονηθεί  ή να αιχμαλωτισθεί υπό φυγοδίκων και ληστών! Η Δικαιοσύνη αποδίδει το δίκαιον εις τον έχοντα τα μέσα! Οι βουλευταί οργιάζουν υπέρ των φίλων των και δια το ατομικόν των συμφέρον και νέμονται τον Τόπον ως τσιφλίκι ιδικόν των! Ωραία εικών  κράτους ευρωπαϊκού!».

  Ο επικεφαλής της επανάστασης, που ήταν ο  συνταγματάρχης Νίκος Ζορμπάς, καθώς  και οι γύρω του αξιωματικοί γνώριζαν πολύ καλά ότι η πράξη τους αποτελούσε σοβαρή εκτροπή από την ομαλότητα, και ότι τους ανέμενε τουφεκισμός αν αποτύγχαναν. Ήταν, όμως, εξοργισμένοι και γιατί, μεταξύ άλλων,  το ελληνικό κράτος, κατά την επιστράτευση του 1908, για τον Μακεδονικό Αγώνα,  δεν μπόρεσε να εφοδιάσει το στράτευμα, παρά μόνο με 1 εκατομμύριο φυσίγγια, από τα 60 εκατομμύρια που είχε ανάγκη, με βάση το σχετικό σχεδιασμό.

Δεδομένου ότι οι  Έλληνες αξιωματικοί ξεσηκώθηκαν χωρίς να διαθέτουν μια, έστω, στοιχειώδη οργάνωση, αλλά με κύριο οδηγό τους το συναίσθημα, η  αποτυχία του κινήματος θα ήταν αναπότρεπτη, αν ο Θεός της Ελλάδας δεν της εξασφάλιζε, ακριβώς την πιο κρίσιμη  ώρα, τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Χωρίς να είναι βέβαιο ότι ο Βενιζέλος δεν ήταν πίσω από την επανάσταση του 1909, αλλά ούτε και ότι δεν ήταν, το σίγουρο είναι ότι η συνεργασία  ανάμεσα στον ίδιο και στον Στρατιωτικό Σύνδεσμο  υπήρξε εγκάρδια και εποικοδομητική. Οπωσδήποτε, η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν τόσο απελπιστική, ώστε ήταν ως να  ανέμεναν αυτήν την στρατιωτική επανάσταση, και ο λαός, αλλά και οι πολιτικοί, που ουδόλως αντέδρασαν, αν και πολύ εύκολα θα μπορούσαν, αφού οι εξεγερθέντες  αξιωματικοί που μαζεύτηκαν στην πλατεία Γουδί  ήταν, κατά το πλείστον, άοπλοι.  

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ο ηγέτης που, καρτερικά, ανέμενε  η Ελλάδα για να την σώσει, να την δοξάσει και να της εξασφαλίσει τον ζωτικό   χώρο,  χωρίς τον οποίον δεν ήταν εφικτή η  εθνική της υπόσταση και η οικονομική της ευημερία. Με δική του υπόδειξη διορίστηκε νέα κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Στέφανο Δραγούμη και υπουργό Στρατιωτικών, παρά τις αντιρρήσεις του,   το Νίκο Ζορμπά. Η  ανοικοδόμηση της ρημαγμένης Ελλάδας άρχισε και προχώρησε με ταχείς ρυθμούς. Το οικονομικό θαύμα, που χρηματοδότησε τις δαπάνες των Βαλκανικών Πολέμων, αφού εξυγίανε τη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας,   μπορεί να συνοψιστεί ως εξής.

1.   Η Ελλάδα είχε, τότε,  την τύχη να διαθέτει κυρίαρχο εθνικό νόμισμα, το οποίο σε πείσμα των δυσχερειών  της, τής εξασφάλιζε τεράστιες δυνατότητες ρευστότητας και ελιγμών. Είχε, ακόμη, την τύχη να έχει στο οικονομικό πηδάλιο άτομα με  γνώσεις, με τόλμη, με  εθνική υπερηφάνεια, με πίστη στα ελληνικά πεπρωμένα και με φαντασία. Άτομα που δεν ήταν δουλοπρεπή και  που έθεταν πάνω από τις υπουργικές  τους  πολυθρόνες, τη σωτηρία της πατρίδας. Είναι πολύ σημαντική η πληροφορία ότι, κατά την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων το δημόσιο ταμείο είχε πλεόνασμα που εκτιμάται σε, περίπου 90.000.000 εκατομμύρια δραχμές, χάρη στην εξυγιαντική δημοσιονομική διαχείριση του 1909.
2.   Το βασικό στοιχείο των  οικονομικών νομοθετημάτων,  που είδαν τότε το φως της δημοσιότητας και  που  συνέβαλαν αποφασιστικά στη νομισματική και οικονομική εξυγίανση, αλλά και  στη σχετική ευημερία του τόπου, ήταν ουσιαστικά  η προετοιμασία, και  ακόμη κάποιας μορφής πρωθύστερη εφαρμογή  της καταναγκαστικής κυκλοφορίας. Ήταν το, αρκετά ανορθόδοξο, αλλά αποφασιστικό  μείγμα  που εξασφάλισε επαρκή ρευστότητα για τις ανάγκες της οικονομίας[2], αλλά και για  τη χρηματοδότηση των Βαλκανικών Πολέμων.  Ειδικότερα, ο τότε υποδιοικητής της Εθνικής Ιωάννης Βαλαωρίτης είχε την ευτυχή έμπνευση  της κατάρτισης του σωτήριου οικονομικού νόμου ΓΧΜΒ΄. Το άρθρο 8 αυτού του νόμου  έδινε το δικαίωμα στην Εθνική Τράπεζα  να εκδίδει για λογαριασμό της  τραπεζογραμμάτια, σε ποσότητα που υπερέβαινε το εκάστοτε καθοριζόμενο όριο. Το άρθρο αυτό εξασφάλιζε τη ρευστότητα, που είχε ανάγκη η εμπόλεμη  οικονομία, χάρη στην εξασφάλιση  ελαστικότητας της νομισματικής κυκλοφορίας, χάρη δηλαδή σε ελεγχόμενο πληθωρισμό. Έτσι, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι διεξήχθηκαν άνετα, με υγιή  δραχμή. Εξάλλου, την ίδια αυτή περίοδο  ενισχύθηκε το παρεμβατικό κράτος, οργανώθηκε ο στρατός και  παραγγέλθηκε το θωρηκτό Αβέρωφ- που προφανώς εκείνο δεν έγερνε-  σε ναυπηγείο του Λιβόρνου, και στη συνέχεια συνδέθηκε με τα ηρωϊκά επιτεύγματα του ναυάρχου Κουντουριώτη, στη Ναυμαχία της Έλλης.

Μία  από τις  σπουδαιότερες συνέπειες της επανάστασης του 1909 ήταν και η άνοδος των μη προνομιούχων λαϊκών μαζών. Χάρη σ’αυτήν ο λαός   συνειδητοποίησε ότι η επιβίωση της Ελλάδας ήταν πρόβλημα ολόκληρου του Έθνους, και όχι μόνο μιας ολιγάριθμης ελίτ. Γι’ αυτό και, στη συνέχεια,  οι Βαλκανικοί Πόλεμοι  βρήκαν ενωμένο, σε μια γροθιά,   και ώριμο το λαό  για αγώνες  και θυσίες υπέρ του Έθνους.

Αυτές οι εξελίξεις, αυτές οι συγκυρίες, που σαφώς δεν αφορούν μόνο τα οικονομικά εκείνης της εποχής, αυτή η σπουδαία ηγετική μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου έφεραν στην Ελλάδα την ποθητή αλλαγή. Και, έτσι,  εξιχνιάζεται και  το καταρχήν μυστήριο της χρηματοδότησης των Βαλκανικών Πολέμων από  μια  Ελλάδα, που αν και  πρόσφατα  είχε πτωχεύσει, ωστόσο θριάμβευσε. Ένα μυστήριο, που μου το έβαλε στο μυαλό ο Στέλιος ο Παπαθεμελής, βρήκα ενδιαφέρουσα την εξερεύνησή του  και, έτσι,  αποφάσισα να το κάνω   κορμό της αποψινής μου ομιλίας.


Το παρελθόν μας εφοδιάζει με πολυάριθμα και πολύτιμα διδάγματα. Φθάνει να είμαστε αρκετά ικανοί  για  να τα ερμηνεύουμε,  και  κυρίως για να  τα επικαιροποιούμε.

Ένα, λοιπόν,  από τα διδάγματα του παρελθόντος είναι ότι, εκτός από ολιγάριθμες και  φωτεινές  εξαιρέσεις,  οι «φιλελληνισμοί»  αντέχουν, όσο χρόνο η Ελλάδα είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των φερόμενων  ως Φιλελλήνων. Από τη στιγμή που η χώρα μας, για διάφορους λόγους, δημιουργεί την πεποίθηση ότι δεν έχει  να δώσει ανταλλάγματα, υπάρχουν πια ελάχιστα περιθώρια για να βοηθηθεί. Θα πρόσθετα, ακόμη και σε μια οικονομική ένωση, όπως η ΕΕ-ευρωζώνη, όπου η συνοχή και η αλληλεγγύη εμφανίζονται ως τα αναγκαία της θεμέλια.  Και, όσον αφορά  τις  ελάχιστες εξαιρέσεις,  αυτές προκύπτουν, αποκλειστικά, από τη σφυρηλάτηση  ισχυρών προσωπικών σχέσεων εκτίμησης και φιλίας μεταξύ Ελλήνων και αλλοδαπών,  που κάποτε, αλλά σπάνια, αντέχουν στο χρόνο και στις αντιξοότητες και εξασφαλίζουν θετικά αποτελέσματα. Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό να μη συγχέουμε φίλους και εχθρούς και να καθορίζουμε τις επιλογές μας με βάση την πραγματικότητα, και όχι τις όποιες ουτοπίες.

 Ένα δεύτερο δίδαγμα, που απορρέει κατευθείαν από το προηγούμενο, και που επαληθεύεται σε όλες σχεδόν τις περιόδους της ιστορικής μας διαδρομής, είναι ότι κάθε φορά που σκύβουμε το κεφάλι, που δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τα μαρτύρια που μας επιβάλλουν εκάστοτε οι διάφοροι δυνάστες μας και  που δεν αντιδρούμε, κάθε φορά που εμφανιζόμαστε ψοφοδεείς και πρόθυμοι να εξαθλιωθούμε, τα αποτελέσματα είναι οικτρά. Αντιθέτως, η εμμονή σε σοβαρές διαπραγματεύσεις, με καλά μελετημένες τις λεπτομέρειες,  που  στοχεύουν στο να απαλύνουν  τις, άλλως, οδυνηρές συνθήκες διαβίωσης, συνήθως αποδίδουν καρπούς. 

Τέλος, ένα τελευταίο δίδαγμα πρέπει να είναι η πίστη μας, ακόμη κι όταν όλα γκρεμίζονται γύρω μας, ότι εμείς  ως ΄Ελληνες, διαθέτουμε απεριόριστες δυνατότητες εξόδου, από την όποια κρίση…..φθάνει να μας κυβερνούν οι κατάλληλοι άνθρωποι, φθάνει να έχει πειστεί ο λαός ότι οι θυσίες που, εκάστοτε, επιβάλλονται κατανέμονται δίκαια, φθάνει να μην ακολουθούνται πολιτικές υποτέλειας που καταρρακώνουν την εθνική αξιοπρέπεια, φθάνει να υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ, να υπάρχει προοπτική.


Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη ομιλία μου θα ήθελα να αφήσω ένα παράθυρο ανοικτό για την ελπίδα, μέσα στα  μαύρα  εθνικά μας βιώματα των τελευταίων δυόμισι ετών.  Είναι γεγονός ότι το παρελθόν μας προσφέρει πολλές και αδιαμφισβήτητες αποδείξεις για το ότι  είμαστε λαός ικανός να αναδύεται από τις στάχτες του, όταν ο Θεός της Ελλάδας  συγκεντρώνει για μας τις  απαραίτητες εκείνες συγκυρίες που μας ανασταίνουν. Ας περιμένουμε, λοιπόν, κι αυτή τη φορά. Μπορεί,   όταν πια δεν το περιμένουμε, η μαύρη νύκτα να έχει  τελειώσει.





























[1] Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Τόμος 2, σ.247, Εκδόσεις Πάπυρος
[2] Να υπενθυμίσω ότι στην καταναγκαστική κυκλοφορία, η ποσότητα των χαρτονομισμάτων εξαρτάται από τις ανάγκες της συγκεκριμένης οικονομίας και όχι από τη σχέση με χρυσό ή άργυρο, όπως συμβαίνει με την κυκλοφορία τραπεζογραμματίων, των οποίων ο κομιστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει την μετατροπή τους σε πολύτιμο μέταλλο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου