Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Οι ακόλουθες σκέψεις-παρατηρήσεις αναφέρονται στην τελευταία «διάσωσή μας», καθώς και στην τελευταία δημοσκόπηση: Εθνος 14.12.2012-Βαρόμετρο Δεκεμβρίου (14.12.2012):


Οι ακόλουθες σκέψεις-παρατηρήσεις αναφέρονται στην τελευταία «διάσωσή μας», καθώς και  στην τελευταία δημοσκόπηση: Εθνος 14.12.2012-Βαρόμετρο Δεκεμβρίου (14.12.2012):

Το θολό και αμφιλεγόμενο τοπίο, που σκιαγραφούν οι απαντήσεις των πολιτών, με την ευκαιρία της παραπάνω αυτής δημοσκόπησης,  οφείλεται στη μερική αδυναμία τους να έχουν αντικειμενική πληροφόρηση για το που οδεύει η χώρα και όλοι εμείς. Η αδυναμία αυτή αποδίδεται, ασφαλώς, και στο πολύπλοκο σχήμα που επέβαλε η Τρόικα στην Ελλάδα, αλλά ακόμη και κυρίως στο ξέφρενο πανηγύρι της παραπληροφόρησης και των θριαμβολογιών, εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει θρήνος. Για να μείνω στις, εντελώς, τελευταίες εξελίξεις, αυτές  της έγκρισης δηλαδή της δόσης του τελευταίου –προς το παρόν- δανείου και να παρατηρήσω συνοπτικά τα εξής:
  1. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για «σωτηρία», αλλά για την ενδέκατη –αν δεν κάνω λάθος- φορά που μια μεθοδευμένη ατμόσφαιρα αγωνίας, αφόρητων πιέσεων και καταστροφής καταλήγει, τελικά, σε προσωρινή λύση, σε απλή δηλαδή αναβολή της επίσημης χρεοκοπίας μας. Να επαναλάβω, ωστόσο, ότι η Ελλάδα είναι, ουσιαστικά, χρεοκοπημένη από την στιγμή που διαπιστώθηκε ότι το χρέος της δεν είναι «βιώσιμο», δηλαδή δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Και να προσθέσω, ακόμη, ότι η επαναληπτική αποτροπή, από την ΕΕ, της επίσημης ελληνικής χρεοκοπίας, δεν αποφασίζεται προς όφελος της Ελλάδας, αλλά προς όφελος του ευρώ, για το οποίο όλες οι σχετικές μελέτες καταλήγουν στο ότι απειλείται θανάσιμα από πιθανή έξοδο της χώρας μας από την ευρωζώνη. Με τα εντεινόμενα, εξάλλου προβλήματα, της Ισπανίας, Ιταλίας, αλλά και Κύπρου αποτελεί, πλήρη έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα η όποιας μορφής φοβία ότι  «αν δεν εκτελέσουμε κατά γράμμα αυτά που  μας τελειώνουν, θα….μας κάνουν GREXIT”.

  1. Και η ενδεκάτη αυτή δήθεν σωτηρία της Ελλάδας αποτελεί, δυστυχώς,  και ας μου επιτραπεί η έκφραση, ένα επιπλέον φιάσκο, έναν ακόμη  εμπαιγμό του λαού μας. Και τούτο, επειδή το χρέος εξακολουθεί να μην είναι «βιώσιμο», παρότι με υποθέσεις  αστήρικτες και νοητικούς ακροβατισμούς  γίνονται προσπάθειες να  εμφανιστεί ως τέτοιο. Το ελληνικό χρέος, αυτή τη στιγμή, είναι σκαρφαλωμένο κοντά στο 190% του ΑΕΠ, έχοντας αρχίσει με 115% στο ξέσπασμα της κρίσης. Η κυρία Lagarde, δήλωσε αρχικά, ότι  θα μας έκανε τη χάρη να  «δεχθεί ως βιώσιμο» το χρέος μας, για το 2020, αν κατέβαινε στο 120%. «Θα το βάφτιζε» δηλαδή η ίδια «βιώσιμο». Είναι προφανές ότι  μια συναινετική λύση φαίνεται απαραίτητη για να  αποσοβηθούν  περιπέτειες ανεξέλεγκτης έκτασης στα πλαίσια  της ΕΕ, αλλά και του ΔΝΤ. Πράγματι, αν το χρέος χαρακτηριζόταν ως «μη βιώσιμο» για το 2020-όπως όμως είναι  και παραμένει-  το ΔΝΤ  θα ήταν υποχρεωμένο  να αποχωρήσει από το ελληνικό σκηνικό- καθότι, με βάση το καταστατικό του δεν έχει δικαίωμα να χρηματοδοτεί οικονομίες με μη βιώσιμο χρέος- αλλά και ταυτόχρονα θα έθετε έτσι  σε άμεσο κίνδυνο την ευρωζώνη.  Το χειρότερο, όμως, θα ήταν σ’αυτή την περίπτωση, η επίσημη αναγνώριση της παταγώδους αποτυχίας του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας από το ΔΝΤ, κάτι που η κυρία Lagarde δεν θα ήθελε επ’ ουδενί να επωμιστεί.  Να υπογραμμίσω, ωστόσο, με την ευκαιρία ότι είναι   αυταπόδεικτο αν και  φαίνεται να λησμονείται στις σχετικές συζητήσεις και εκτιμήσεις περί χρέους και εξέλιξής του. Ότι, δηλαδή, η βιωσιμότητα ή η μη βιωσιμότητα ενός χρέους είναι κατάσταση, που δεν εξαρτάται από την καλή ή την  κακή διάθεση των εκάστοτε αρμοδίων. Κατάσταση για την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα εκπτώσεων και ένδειξης καλής θέλησης. Υπενθυμίζω ότι οι σχετικές έρευνες σε διεθνές επίπεδο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι χρέος ανώτερο του 90% στο ΑΕΠ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, δεν θεωρείται βιώσιμο.   
  2. Το πρόβλημα, συνεπώς, είναι ότι  έχουμε ένα χρέος, που δεν είναι βιώσιμο, και που  δεν είναι δυνατόν να  μετατραπεί σε βιώσιμο κατά το δοκούν, προκειμένου  να ικανοποιήσει τις όποιες σκοπιμότητες ή επιθυμίες.   Και το χρέος μας, όχι απλώς, παραμένει «μη βιώσιμο», αλλά η αρνητική του υφή έχει επιπλέον ενταθεί, αφού με τις καλύτερες των προβλέψεων, αυτό θα είναι γύρω στο 124% του ΑΕΠ το 2022, και πάντοτε βέβαια μη αντιμετωπίσιμο. Οι σχετικές εξάλλου  προβλέψεις,  γύρω από το ελληνικό χρέος  αφορούν εξελίξεις του, που θα ξετυλίγονται στη χώρα μας τα 7 επόμενα χρόνια. Σε περίοδο, δηλαδή, αρκετά μακρόχρονη, μέσα στην οποία και οι προβλέψεις, αλλά κυρίως η υλοποίησή τους, εμφανίζεται άκρως ανασφαλής και μη δυνάμενη να εκτιμηθεί. Ο βαθμός, εξάλλου, αυτής της αβεβαιότητας ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι υποθέσεις βάσης είναι, εντελώς, εξωπραγματικές.  Ενδεικτικά αναφέρομαι  στη διαβεβαίωση αρμοδίων ότι «βλέπουν», ότι από το δεύτερο εξάμηνο του 2013 και το 2014 θα αρχίσει, δήθεν, η ανάπτυξη. Όνειρα, δηλαδή, θερινής νυκτός!  Είναι ξεκάθαρο, δυστυχώς, ότι τέτοιες προβλέψεις, προφανώς,  αγνοούν την καταλυτική ισχύ των αρνητικών πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων,  σε οικονομία που ψυχορραγεί για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, και που έχει ήδη απολέσει το ¼ του ΑΕΠ της μέσω μιας πρωτοφανούς, για καιρό ειρήνης, ύφεσης.  
  3. Δεν θα έπρεπε, ασφαλώς,  να παραβλεφθούν ορισμένα θετικά στοιχεία, που εμφανίζει αυτή η τελευταία δήθεν «διάσωσή μας» σε αντίθεση με τις προηγούμενες. Αναφέρομαι στην επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης  των υποχρεώσεών μας,  για την εξυπηρέτηση του χρέους, στη μείωση του επιτοκίου, αλλά και στην εξαγορά τμήματός του. Αυτά θα ήταν αποτελεσματικά μέτρα, αν είχαν επιτευχθεί από την αρχή, όταν δηλαδή το χρέος ήταν 115% ως ποσοστό στο ΑΕΠ μας, γιατί τότε θα το είχαν καταστήσει βιώσιμο. Αντιθέτως, τώρα, σε πείσμα αυτών των «ελαφρύνσεων» το χρέος εξακολουθεί να αναρριχάται. Και τούτο, επειδή με κάθε «νέα διάσωση», που  πάγια συνδυάζει ανάγκη νέου  δανείου και υποχρέωση λήψης πρόσθετων μέτρων λιτότητας, το  χρέος αυξάνει και σε απόλυτους αριθμούς, αλλά και σε ποσοστό μέσα στο καταποντισμένο ΑΕΠ.
  4. Σε μια χώρα που 2 στους 3 κατοίκους της έχουν φτωχύνει, που έχει άστεγους που ανέρχονται ήδη σε 20.000, που η επίσημη ανεργία της κοντεύει το 25% και μεταξύ των νέων το 56% και που τα λουκέτα στις επιχειρήσεις ακολουθούν γεωμετρική πρόοδο, που η αγοραστική δύναμη της μέσης ελληνικής οικογένειας έχει μειωθεί περίπου κατά 50%, που οι μισθωτοί και συνταξιούχοι έχουν χάσει πάνω από το 35% των εισοδημάτων τους, που οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους έχουν ξεπεράσει τις 3400 από την αρχή της κρίσης και  που δεν είναι πια δυνατόν να περπατήσει κανείς στο δρόμο, από την εξαθλιωμένη στρατιά , διαπιστώσεις, που μεταφέρουν το θαυμασμό των εταίρων μας για τα «επιτεύγματά μας» , αποτελούν  ανεπίτρεπτη πρόκληση . Δηλαδή, με άλλα λόγια, τολμούν να μας θαυμάζουν επειδή αποδεχθήκαμε, χωρίς αντίδραση,  να εξαθλιωθούμε σε βαθμό απίστευτο, για ευρωπαϊκή οικονομία!  Και από μεν την πλευρά των εταίρων μας, η ικανοποίησή τους για τη μετατροπή μας σε τριτοκοσμική χώρα είναι, πιθανότατα, αποκαλυπτική των προθέσεών τους και, άλλωστε δικαιολογεί απόλυτα το πολύ χαμηλό ποσοστό εμπιστοσύνης των πολιτών στην ΕΕ. Αλλά….από πλευράς των δικών μας αρμοδίων, πως θα μπορούσε άραγε να εξηγηθεί αυτής της μορφής η ικανοποίηση της καταστροφής μας;
  5. Συνοπτικά, η ενδέκατη αυτή «διάσωσή μας» ελάχιστα διαφέρει από τις δέκα προηγούμενες. Ναι μεν περιλαμβάνει κάποιες ελαφρύνσεις, που οι προηγούμενες δεν είχαν αλλά, δυστυχώς,  οι όποιες συνέπειές τους θα είναι τόσο μακροχρόνιες, ώστε στο μεταξύ ο ασθενής, δηλαδή η ελληνική οικονομία, θα τα έχει-κοινώς-«τινάξει». Συγκεκριμένα, αυτά τα δισεκατομμύρια που τόσο χαροποιούν την τρικομματική μας κυβέρνηση, δεν πρόκειται να αναζωογονήσουν την οικονομία, τουλάχιστον σε βαθμό που να αναχαιτίσει την πορεία μας προς το γκρεμό. Και τούτο, γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των χρημάτων, δηλαδή η ανακεφαλαίωση των τραπεζών, το πιθανότερο είναι ότι θα παραμείνει εγκλωβισμένο μέσα σ’ αυτές, εξαιτίας  του γενικότερου κλίματος αβεβαιότητας, που δεν έχει διόλου μεταβληθεί χάρις στην 11η αυτή δήθεν «διάσωσή μας». Επιπλέον, οι εντελώς πρόσφατες  αποφάσεις, σχετικά με την επίβλεψη των ευρωπαϊκών τραπεζών θα επιτείνει, πιθανότατα, αυτές  τις δυσκολίες, εφόσον αυτές ευνοούν τις μεγάλες τράπεζες και αυξάνουν τους κινδύνους για τις μικρότερες.  Το γεγονός, ακόμη, του κατακερματισμού της δόσης,  σε  δόσεις, θα εξαφανίσει την όποια βελτίωση θα μπορούσε να ελπίζεται, αν ολόκληρο το ποσό κατέκλυζε μεμιάς  την αγορά. Και, βέβαια, μια οικονομία σχεδόν νεκρή δεν ανασταίνεται με  ενέσεις ασήμαντων ποσών.
  6. Το χρέος μας, λοιπόν, παραμένει μη βιώσιμο, η επίσημη χρεοκοπία μας είναι πάντοτε ενεργή και  απειλητική και, με τις συνθήκες αυτές, το Grexit ουδόλως  έχει αποφευχθεί, αλλά  έχει εντέχνως περάσει στο περιθώριο, απλώς και μόνο, επειδή οι δανειστές μας συνειδητοποίησαν-πολύ καθυστερημένα είναι αλήθεια- ότι οι πρώτοι που θα καούν θα είναι αυτοί. Είναι σαφές ότι αυτές οι διαπιστώσεις θα έπρεπε να μας οδηγήσουν όχι σε θριαμβολογίες, αλλά αντιθέτως στην κατάστρωση σχεδίου με βάση το οποίο να προχωρήσουμε εφεξής. Και το σχέδιο αυτό δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να εξακολουθήσει να κινείται μέσα στα μνημόνια- τουλάχιστον σ’αυτά που ισχύουν τώρα. Αλλά ούτε να παραμείνουμε τα «υπάκουα παιδιά» που συμφωνούν με τους δυνάστες τους να εκτελούν με άκριτο τρόπο ό,τι τους διατάζουν. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, αυτά που μας επιβάλλουν, είναι αυτά που  μας σκοτώνουν, που μας τελειώνουν  και που μας εξαφανίζουν. Έχουμε, φθάσει, στην ύστατη στιγμή, που ίσως μπορεί ακόμη να υπάρξει κάποια αμυδρή  ελπίδα αναστροφής. Απαιτείται, άμεσα, γι αυτόι:
    • Ένα πρόγραμμα επιθετικής ανάπτυξης, με αιχμή την πρωτογενή παραγωγή.
    • Εγκατάλειψη της λιτότητας χάρις σε επεκτατική νομισματική πολιτική.
    • Διακοπή της εγκληματικής εκποίησης της δημόσιας περιουσίας και  αντικατάστασή της με διαμετρικά αντίθετη, που να την αποδίδει ανέπαφη, στον ελληνικό λαό, μετά από 30-40 χρόνια. Ενοικίαση/εκχώρηση, λοιπόν, για κάποια χρόνια, και όχι πώληση.
    • Εντατικοποίηση –και προς Θεού όχι συρρίκνωση-δημοσίων επενδύσεων.
    • Πάταξη, επιτέλους, της φοροδιαφυγής, όχι πια με λόγια αλλά με έργα.
    • Άμεση –από σήμερα και όχι από αύριο- αναδιανομή τουλάχιστον του 12% του ΑΕΠ υπέρ των πτωχότερων, για να αναζωογονηθεί η ζήτηση, από την οποία και μόνο εξαρτάται η ανάπτυξη.
    • Περιορισμό των εισαγωγών πολυτελών/ημιπολυτελών αγαθών.
    • Άρνηση υλοποίησης δήθεν μεταρρυθμίσεων,  που όμως  είναι χωρίς περιεχόμενο για την ελληνική οικονομία και που απλώς ικανοποιούν την επιθυμία των Γερμανών, να μας τιμωρήσουν. Π.χ. πριν απ’ όλα οι απολύσεις, που δρομολογούνται με εγκληματική συναίνεση από την ελληνική πλευρά, και που αναφέρονται σε  δήθεν υπερμεγέθη δημόσιο τομέα, που όμως  αποδεδειγμένα δεν είναι.


                    Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
                     delimar@uom.gr
                     blogger: www.delivani-economics.blogspot.com
















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου