ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΕΧΝΗΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ  ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΣΤΑ

ΤΕΧΝΗΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΚΑΙ

ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη


Plan:
Εισαγωγή
Ι. Η  τεχνική πρόοδος στο μεταβιομηχανικό στάδιο
Α. Τα χαρακτηριστικά  του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης
α) Ανεργία
β) Ανισότητες κατανομής
γ) H     πεμπτουσία      της τεχνικής προόδου, στο μεταβιομηχανικό στάδιο
Β. Το νέο ρομποτικό ή ψηφιακό στάδιο

ΙΙ. Αντιμετώπιση προβλημάτων του μεταβιομηχανικού σταδίου

Συμπέρασμα












Modernisation, Développement, et Innovation des Systèmes Economiques. Problèmes, Stratégies, Changements Structurels

Moscou Fédération de Russie

30-31 octobre 2014

















Εισαγωγή

 Το βασικό και επίκαιρο ερώτημα, που θέτει, κατά την κρίση μου,  το παρόν συνέδριο της Μόσχας, είναι το κατά πόσον νεωτερισμοί και/ή νέες τεχνολογίες θα είναι σε θέση να δώσουν ικανοποιητική λύση στα  ακανθώδη, μακροχρόνια και επιδεινούμενα προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας, στα πλαίσια της ΕΕ, αλλά ειδικότερα και της Ρωσίας, που μας  φιλοξενεί.. Και, ακόμη,  κατά πόσον οι δυσμενείς συνέπειες των νέων τεχνολογιών θα είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν  και με τι τρόπο.
Ειδικότερα για την περίπτωση της Ρωσίας, που ανήκει στις αναδυόμενες οικονομίες, στα παραπάνω ερωτήματα προστίθεται και το αν η διενέργεια νεωτερισμών θα είναι αρκετά σημαντική, στους κόλπους της, για να επιταχύνει τους ρυθμούς προόδου της, και για να περιορίσει το αναπτυξιακό της χάσμα με τις προηγμένες οικονομίες της  υφηλίου.
Το σύνολο, σχεδόν,  των  οικονομιών του πλανήτη,  αντιμετωπίζει  δυσχέρειες, ως επακόλουθο της  κρίσης του 2007 που παρατείνεται, αλλά και εξαιτίας των τριγμών που προκαλούνται από τις  μεταβολές  του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς αυτό μεταβαίνει σε  στάδιο ανέλιξης μεταγενέστερο του παρόντος.  Η ΕΕ, από τη μια πλευρά, εμφανίζεται ως ιδιαίτερα βεβαρημένη περίπτωση, εξαιτίας του φανατισμού με τον οποίον υιοθέτησε  τη νεοφιλελεύθερη πολιτική.  Και από την άλλη, ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες, με επικεφαλής την Κίνα,  κατορθώνουν, να  καταγράφουν, σε πείσμα των δυσκολιών της παγκόσμιας και κυρίως της ευρωπαϊκής οικονομίας,  υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Εύλογη, όμως, είναι η υπόθεση, ότι οι αναδυόμενες, αλλά και οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, θα επιτύγχαναν ασυγκρίτως καλύτερα αποτελέσματα, αν οι  προηγμένες οικονομίες, και κυρίως η ΕΕ,  δεν είχαν βυθιστεί σε μακροχρόνια περίοδο στασιμότητας και  σε ισορροπία υποαπασχόλησης[1].
Αναφορικά με την δημιουργία νέων τεχνολογιών οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προηγούνται,  και ακολουθούν η Κίνα, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιαπωνία, η Ρωσία, η Ινδία και η Γαλλία. Η στασιμότητα που επικρατεί στην παγκόσμια οικονομία, και που ήδη επισείει τον κίνδυνο του αντιπληθωρισμού αποτελεί,  σοβαρό εμπόδιο, που δυσχεραίνει  την ταχύτερη ανάπτυξη των αναδυόμενων και των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών και περιοχών του πλανήτη. Το ισχυρότατο όπλο που διαθέτουν οι αναδυόμενες οικονομίες  δεν είναι άλλο από την  οικονομική  τους καθυστέρησή, που  μετατρέπεται  σε  ατμομηχανή προόδου, αν εφαρμοστούν με αποτελεσματικούς τρόπους οι  ήδη γνωστές τεχνολογίες. Ακριβώς, έτσι,    αναπτύχθηκαν  πολυάριθμες οικονομίες στο παρελθόν, και  κατόρθωσαν  να περιορίσουν ή και να εξαφανίσουν το αρχικό χάσμα ανάπτυξής τους, με τις πιο προηγμένες. Πρόκειται για το μοντέλο, που βασίζεται, αφενός στη θεωρία της οικονομικής ωριμότητας των προηγμένων οικονομιών, και αφετέρου στη δυνατότητα των αναπτυσσόμενων να επιταχύνουν τους αναπτυξιακούς τους ρυθμούς, χρησιμοποιώντας τους ήδη γνωστούς νεωτερισμούς. Με βάση τη θεωρία της οικονομικής ωριμότητας[2] , οι προηγμένες οικονομίες, αφού υπερβούν  ορισμένο κρίσιμο όριο ανάπτυξης, υπόκεινται σε συρρίκνωση των  ρυθμών μεγέθυνσής τους. Αντιθέτως, οι  νεοεισερχόμενες οικονομίες στην ανάπτυξη και στους ήδη γνωστούς νεωτερισμούς, έχουν τη δυνατότητα,  κάτω από ορισμένες συνθήκες, να πραγματοποιήσουν υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, και τρέχοντας γρηγορότερα από τις ώριμες, να τις φθάσουν ή και να τις ξεπεράσουν στην ανάπτυξη, με μέτρο σύγκρισης το κατά κεφαλή εισοδήματός  τους. 
Υπάρχει πλήθος χαρακτηριστικών, που αναγγέλλουν την είσοδο συγκεκριμένης οικονομίας στη φάση της ωριμότητας. Ωστόσο, ως αδιάψευστη  ένδειξη  ωριμότητας  θεωρείται  η ύπαρξη υψηλής και μακροχρόνιας ανεργίας, η οποία  σηματοδοτεί την αδυναμία περαιτέρω  διεύρυνσης της σημασίας της παραδοσιακής βιομηχανίας[3], οπότε αρχίζει η φάση της αποβιομηχάνισης. Η έλευση αυτού του σταδίου εξέλιξης του καπιταλισμού είναι επακόλουθο του  περιορισμού της ζήτησης  παραδοσιακών βιομηχανικών προϊόντων, εξαιτίας της  εμφάνισης σχετικού κορεσμού τους, καθώς και της  αύξησης του ποσοστού αχρησιμοποίητων εγκαταστάσεων παραγωγής, που αποκλείει τη συνέχιση εφαρμογής της τεχνικής προόδου[4]. Ακριβώς, αυτή η «ωριμότητα» των προηγμένων οικονομιών διευκολύνει  τις οικονομίες των οποίων το στάδιο ανάπτυξης εμφανίζει  αναπτυξιακό χάσμα, σε σύγκριση με τις ώριμες  οικονομίες, να επωφεληθούν από την ήδη γνωστή τεχνολογία και να καλύψουν με ταχείς ρυθμούς την αναπτυξιακή τους διαφορά με τις ώριμες οικονομίες.  Ως προϋποθέσεις[5],  κάτω από τις οποίες η οικονομική καθυστέρηση μπορεί να μετατραπεί σε όχημα προόδου αναφέρονται, ανάμεσα και σε άλλες, η ύπαρξη πλεονάζουσας αγροτικής απασχόλησης και αυτοαπασχόλησης, η αύξηση τoυ οριακού λόγου κεφαλαίου προς απόδοση[6] κ.ά[7]. Στο σημείο αυτό, αξίζει να γίνει ειδική επισήμανση των εξαιρετικών συνεπειών, στις οποίες συνήθως καταλήγει η μεταφορά  πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού από τη γεωργία στο δευτερογενή τομέα παραγωγής. Πρόκειται για ιδιάζουσα μορφή νεωτερισμού, με την έννοια ότι εξασφαλίζει  καλύτερη και πιο παραγωγική χρησιμοποίηση εκείνου του τμήματος του αγροτικού πληθυσμού, που ουσιαστικά ήταν, πριν τη μεταφορά του,  υποαπασχολούμενο.  Σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, η μεταφορά αυτή αυξάνει την παραγωγικότητα κατ’ απασχολούμενο κατά 45-70%[8].  Υποστηρίχθηκε, σχετικά, ότι οι ταχύρρυθμοι αναπτυξιακοί ρυθμοί των μικρών ασιατικών τίγρεων, τις προηγούμενες δεκαετίες, δεν ήταν το αποτέλεσμα επαναστατικών νεωτερισμών, αλλά απλώς της κινητοποίησης βασικών συντελεστών παραγωγής[9].
Η τεχνική πρόοδος αυξάνει την παραγωγικότητα και των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής,  δηλαδή της εργασίας και του κεφαλαίου, είτε στον ίδιο βαθμό, οπότε πρόκειται για ουδέτερη τεχνική πρόοδο,  είτε περισσότερο της εργασίας, οπότε πρόκειται για τεχνική εξοικονόμησης εργασίας,  ή περισσότερο του κεφαλαίου, οπότε πρόκειται για τεχνική πρόοδο εξοικονόμησης κεφαλαίου. οδηγώντας πάντως στην πτώση της ποσότητας των συντελεστών  που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας αγαθού. Πρόκειται για  «εντατική ανάπτυξη». Γίνεται δεκτό,  γενικά, ότι χάρη στην τεχνική πρόοδο, και εφόσον τα αποτελέσματά της είναι σημαντικά σε όρους παραγωγικότητας, οι οικονομίες μπορούν να οδηγηθούν από την ύφεση στην ανάρρωση, αλλά και από την υπανάπτυξη στην ανάπτυξη.
 Παρότι υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στις νέες τεχνολογίες και στον όγκο της  απασχόλησης[10],  ωστόσο η κατεύθυνση της σχέσης αυτής δεν είναι πάντοτε σαφής, αλλά  ούτε και μονοδρομική. Οι εργατικές οργανώσεις έχουν, πάγια, την τάση να αντιτίθενται στην υιοθέτησή της, από το φόβο ότι θα προκληθεί ανεργία.  Αυτός ο φόβος των εργατικών συνδικάτων αποδεικνύεται, διαχρονικά,  σχεδόν πάντοτε δικαιολογημένος, τουλάχιστον για τη βραχυχρόνια περίοδο που ακολουθεί την εφαρμογή της τεχνικής προόδου. Ωστόσο, οι  σχετικές απόψεις, στο σημείο αυτό διίστανται,  από την εποχή των κλασικών, που υποστήριζαν ότι η τεχνική πρόοδος είναι πάντοτε προοδεύουσα, δηλαδή δημιουργεί περισσότερες θέσεις απασχόλησης  σε σύγκριση με αυτές που καταργεί, σε αντίθεση με τον K.Marx που υποστήριξε ότι είναι, πάντοτε οπισθοδρομούσα, δηλαδή ο αριθμός των θέσεων εργασίας, που καταργούνται είναι περισσότερες από αυτές που δημιουργούνται[11]. Οι σχετικές προβλέψεις του K.Marx επαληθεύτηκαν, απολύτως, και για την σχετικά πρόσφατη περίοδο των ετών 1970-1980, που ο ρομποτισμός προκάλεσε σημαντική «τεχνολογική ανεργία», εξαιτίας της υποκατάστασης εργασίας από κεφάλαιο στον τομέα της βιομηχανίας. Εξάλλου, και στην τρέχουσα περίοδο η ταχύτατη ανάπτυξη και  επέκταση της χρήσης των robots,   φαίνεται να επαληθεύει την άποψη του K.Marx,  καθώς σύμφωνα με  κάποιες σοβαρές,  προβλέψεις  μέσα στην επόμενη εικοσαετία το 47% της απασχόλησης στην Αμερική θα  αντικατασταθεί είτε από robots είτε από  υπολογιστές[12]. Και σύμφωνα με τον οικονομολόγο Larry Summers[13], ύστερα από δέκα χρόνια, 1 στους 7  στην Αμερική θα είναι άνεργος. Στους σύγχρονους απαισιόδοξους, για τις συνέπειες των νέων τεχνολογιών στην απασχόληση συγκαταλέγεται και ο  Jeremy Rifkin[14]  που επίσης εκφράζει  φόβους, σχετικά με την πρόκληση ανεργίας, εξαιτίας κυρίως της επέκτασης του ρομποτισμού,  υπενθυμίζοντας, παράλληλα,  ότι η ανεργία συμβαδίζει με άνοδο  της φτώχειας. Παρότι οι προβλέψεις στο σημείο αυτό είναι αβέβαιης  επαλήθευσης, ωστόσο φαίνεται ότι η συμβολή της παγκοσμιοποίησης, στην απασχόληση,  είναι αρνητική. Πράγματι, ενώ πριν από την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, η εφαρμογή νέων τεχνολογιών κατέληγε σε βραχυχρόνια  ανεργία,, η οποία όμως απορροφιόταν μακροχρονίως, τις τελευταίες δεκαετίες  η ανεργία φαίνεται να μονιμοποιείται με  τάση σωρευτική.
Με βάση όσα υποστηρίχθηκαν, ήδη  παραπάνω, σχετικά με τις  νεοεισερχόμενες με καθυστέρηση  οικονομίες και περιφέρειες  στην οικονομική ανάπτυξη, η σημασία των νέων τεχνολογιών είναι  ζωτικής σημασίας, καθώς  η εφαρμογή τους αποτελεί το σημείο εκκίνησης της επιταχυνόμενης ανάπτυξής τους. Και θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αν και  η υιοθέτηση της τεχνικής προόδου είναι, καταρχήν, επιθυμητή,  η μορφή και οι  ιδιαιτερότητές της είναι ζωτικής σημασίας  σε ότι αφορά την κατανομή της αυξημένης παραγωγικότητάς της, ανάμεσα στους  δύο συντελεστές παραγωγής, και  σε ότι αφορά   τις επιπτώσεις της στην απασχόληση.  Η κατανομή  αυτή, με αναφορά- έστω και αρκετά ελαστική- στην παραγωγικότητα των δύο βασικών συντελεστών παραγωγής ήταν εφικτή, στις προηγμένες οικονομίες του παρελθόντος,  στις οποίες η κυρίαρχη δραστηριότητα ήταν αυτή της παραδοσιακής βιομηχανίας. Δηλαδή, σε φάση που προηγείται της  έλευσης του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, και που τοποθετείται στη  δεκαετία του ’70. Στις οικονομίες  αυτές, εκτός εξαιρέσεων, επικρατούσε η μορφή της ενσωματωμένης  τεχνικής προόδου,   της οποίας  η εφαρμογή  απαιτούσε, προηγουμένως,  τη διενέργεια  επένδυσης παγίου κεφαλαίου. Αυτή η μορφή τεχνικής προόδου   εξασφάλιζε σταθερή απόδοση, παρά τη μείωση της οριακής απόδοσης του κεφαλαίου[15]. Θα πρέπει, βεβαίως, στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι  στην επίλυση του πάντοτε δύσκολου προβλήματος της κατανομής συνέβαλε αποφασιστικά η γενική παραδοχή της υπόθεσης περί σταθερότητας των μεριδίων εργασίας και κεφαλαίου στο ΑΕΠ των προηγμένων οικονομιών, με βάση τη γνωστή συνάρτηση παραγωγής Cobb-Douglas. Η συνάρτηση αυτή, όπως είναι γνωστό,  αποδίδει πάγια το 1/3 στο κεφάλαιο  και τα 2/3 στην εργασία[16]. Ο παραδοσιακός αυτός υπολογισμός   της παραγωγικότητας  εργασίας και κεφαλαίου,-  αρκετά ικανοποιητικός, αν και δέχθηκε πολλές κριτικές-,   που  προσδιορίζει ταυτόχρονα  και τον τρόπο  κατανομής του προϊόντος  μεταξύ τους,   παραχώρησε  τη θέση του σε πραγματικό χάος, με την  έλευση του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, ή  άυλου, ή σταδίου πληροφορικής.  Οι νέες αυτές συνθήκες,  που προκλήθηκαν από την έλευση του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, καθώς και οι επιπτώσεις τους στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες οικονομίες, προηγμένες και αναδυόμενες, θα  αποτελέσουν το περιεχόμενο  της πρώτης παραγράφου αυτής της εισήγησης, ενώ η δεύτερη  θα επικεντρωθεί στην πρόταση λύσεων για την αντιμετώπισή τους.
Ι. Η  τεχνική πρόοδος στο μεταβιομηχανικό στάδιο
Τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του μεταβιομηχανικού  αναπτυξιακού σταδίου, που τώρα διανύουμε,  καθιστούν πεπερασμένο  σχεδόν το σύνολο των  μέχρι τη δεκαετία του ’70  γνώσεων, πεποιθήσεων και υποθέσεων. Στην πραγματικότητα, ένα  σημαντικό τμήμα του κλασικού περιεχομένου της Πολιτικής  Οικονομίας, όπως αυτή διδάσκονταν και εξακολουθεί εν πολλοίς να διδάσκεται στα πανεπιστήμια της υφηλίου, δεν είναι πια σε θέση να ερμηνεύσει τη νέα πραγματικότητα, και να προσφέρει λύσεις στα ακανθώδη προβλήματά της. Μας χρειάζονται, λοιπόν,  νέα ερμηνευτικά εργαλεία, τα οποία  όμως δεν είναι δυστυχώς, προς το παρόν, διαθέσιμα. Και πρέπει, εξαρχής να τονιστεί ότι η συμβολή της τεχνικής προόδου, στη δημιουργία πλήρους αποδιοργάνωσης  στους κόλπους του νέου αυτού σταδίου ανάπτυξης, φαίνεται ότι είναι καταλυτική.
Οι δυσκολίες αρχίζουν με την επικράτηση της μη ενσωματωμένης τεχνικής προόδου στην παραγωγική διαδικασία του μεταβιομηχανικού  σταδίου, σε αντίθεση με την ενσωματωμένη τεχνική πρόοδο, που δέσποζε στο προηγούμενο στάδιο της βιομηχανίας, και αύξανε κυρίως  την παραγωγικότητα του κεφαλαίου[17]. Πρόκειται για  το είδος εκείνο  της τεχνικής προόδου, που η εφαρμογή της ουδόλως απαιτεί τη  διενέργεια προηγούμενης επένδυσης παγίου κεφαλαίου[18], αλλά αντιθέτως εμφανίζεται με τη μορφή βελτιωμένων  ανθρώπινων γνώσεων. Σε αντίθεση με την ενσωματωμένη τεχνική πρόοδο, που αυξάνει κυρίως την παραγωγικότητα του κεφαλαίου,  η μη ενσωματωμένη εξασφαλίζει βελτίωση της παραγωγικότητας και των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής, αλλά βέβαια  όχι αναγκαστικά στο ίδιο ποσοστό. Που σημαίνει ότι η μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδος  συνεπάγεται ταυτόχρονη πτώση  των λόγων Κεφάλαιο/Προϊόν, καθώς και Εργασία/Προϊόν[19]. Η πτώση αυτή των παραπάνω δύο λόγων προκύπτει  αυταπόδεικτα για μεν τον πρώτο,  με τη λήψη υπόψη της αποβιομηχάνισης, για δε τον δεύτερο με τη λήψη υπόψη της ανερχόμενης ανεργίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αποβιομηχάνιση επιβεβαιώνεται και από την πτώση της επένδυσης στο ΑΕΠ της ΕΕ[20]. Η πολύ σημαντική διαφορά, ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές τεχνικής προόδου, που βρίσκεται άλλωστε και στη ρίζα των δυσχερειών του νέου αναπτυξιακού σταδίου, είναι το γεγονός, ότι η μη ενσωματωμένη τεχνική πρόοδος δημιουργεί ποιοτική και όχι πια ποσοτική  αύξηση της παραγωγικότητας,  που είναι πολύ δύσκολα μετρήσιμη. Στη συνέχεια, θα προβληθούν πρώτον  τα κύρια χαρακτηριστικά και οι επιπτώσεις του μεταβιομηχανικού αναπτυξιακού σταδίου και δεύτερον οι αναμενόμενες επιπτώσεις του αναδυόμενου ρομποτικού η ψηφιακού σταδίου.
Α. Τα χαρακτηριστικά  του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την νέα τεχνολογία, την  παγκοσμιοποίηση, τον  άκρατο νεοφιλελευθερισμό και  ένα πλέγμα στρεβλών κρατικών παρεμβάσεων
Στο νέο αυτό στάδιο μεταβιομηχανικής εξέλιξης, όλα συνηγορούν για το ότι με το πέρασμα του χρόνου, επικρατούν ολοένα περισσότερο οι νόμοι της ζούγκλας, σε δύο κυρίως  κρίσιμους  και καθοριστικούς τομείς της οικονομίας: στην αγορά εργασίας και στον τρόπο  κατανομής του εισοδήματος.  Και τούτο, επειδή το μεταβιομηχανικό οικονομικό στάδιο έφερε μαζί του και το μετά-κοινωνικό[21], το οποίο δείχνει να έχει απεμπολήσει το σύνολο των βασικών αξιών της  ζωής, που έκανε ανθρώπινες τις κοινωνίες, εδώ και 300 περίπου χρόνια. Ο μοναδικός στόχος  αυτού του σταδίου είναι το κέρδος και το χρήμα.  Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία, μαζί  με τον άκρατο φιλελευθερισμό διέγραψαν, ουσιαστικά, την ηθική πλευρά της ανθρώπινης φύσης, οδηγώντας  την κοινωνία σε κατάρρευση και σε διαφθορά. Ελπίζεται ότι μια τέτοια κοινωνία δεν είναι δυνατόν να επιβιώσει για μακρό διάστημα.[22], αλλά το πρόβλημα είναι το πώς θα ανατραπεί. Το λάβαρο της μετά-κοινωνίας είναι η ανταγωνιστικότητα, που σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό, έχει  σαφώς επιθετικό περιεχόμενο,  προς όλους και όλα, δεδομένου ότι υλοποιείται, μέσω της αύξησης του μεριδίου εξαγωγών μιας οικονομίας, στο διεθνές εμπόριο, που αναγκαστικά αφαιρείται από άλλη ή άλλες οικονομίες. Συνεπώς, δεν πρόκειται για μοντέλο, που μπορεί να εφαρμοστεί, σε περίπτωση που  το σύνολο των χωρών επιδιώκει  αυτής της μορφής την  ανταγωνιστικότητα. Αλλά, επιπλέον, αυτό το σχήμα  είναι και εντελώς ακατάλληλο για την περίπτωση  οικονομικής ένωσης, όπως η ΕΕ, διότι καταργεί τις βάσεις, επί των οποίων  θα όφειλε να στηρίζεται, δηλαδή της συνοχής, της αλληλεγγύης,   της συνεργασίας, της ταχύρρυθμης ανάπτυξης, της πλήρους απασχόλησης και του περιορισμού των ανισοτήτων, μεταξύ των μελών.
Και να στραφούμε, τώρα, με περισσότερες λεπτομέρειες προς  τα επί μέρους χαρακτηριστικά του μεταβιομηχανικού σταδίου:
α) Ανεργία
 Η ανεργία,  σε παγκόσμια κλίμακα ανέρχεται συνεχώς. Το 2013 προστέθηκαν, ακόμη, 4 εκατομμύρια ανέργων, αναβιβάζοντας το σύνολό τους σε 199,8 εκατομμύρια[23]. Είναι εμφανές ότι η ευρωπαϊκή οικονομία λειτουργεί  σε περιβάλλον ώριμου καπιταλισμού, όπως αυτό αναλύεται από τον Marx και τον Keynes, δηλαδή πάσχει από  ανεπαρκή ενεργό ζήτηση και αντιπληθωριστικές τάσεις, που τροφοδοτούν ανερχόμενη συνεχώς ανεργία. Αυτή, στους κόλπους της ΕΕ, αγγίζει  τα 25,7 εκατομμύρια, ή το 10,5% του ενεργού πληθυσμού τον Μάρτιο του 2014[24]. Η αναζήτηση των κυρίαρχων αιτίων αυτής της  επιδείνωσης, σε συνδυασμό και  με την νέας μορφής τεχνική πρόοδο, αναδεικνύει  ενόχους, που επιδίδονται  σε                             ενσυνείδητες επιλογές και  διαψεύδει την ύπαρξη  μονόδρομων[25], αν και αυτούς επικαλούνται  κατά  κόρο  οι αξιωματούχοι της ΕΕ.  
 Η νέα τεχνολογία του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης  περιορίζει κυρίως την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος. Πρόκειται, κατεξοχήν  για την ανειδίκευτη εργασία, η οποία σε αντίθεση με την ειδικευμένη δεν είναι σε θέση να υποκαταστήσει το κεφάλαιο. Παρότι, πριν  την πάροδο ικανού χρόνου, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς για το είδος της κυρίαρχης τεχνικής προόδου, που εκάστοτε εφαρμόζεται,  όλες ωστόσο οι ενδείξεις συνηγορούν για το ότι  η τεχνολογία του μεταβιομηχανικού σταδίου είναι εξοικονόμησης εργασίας, και αφορά την ανειδίκευτη εργασία, η οποία  αντιμετωπίζει έτσι, σοβαρό  κίνδυνο ανεργίας. Παράλληλα, όμως, στο νέο αυτό αναπτυξιακό στάδιο παρατηρείται και αφθονία κεφαλαίου, που αποδεικνύεται, ανάμεσα και σε άλλα,  από το πολύ χαμηλό επιτόκιο που επικρατεί, τις τελευταίες δεκαετίες στην  παγκόσμια αγορά, έτσι που να αποκλείεται  η ερμηνεία των πολύ χαμηλών μισθών, αποκλειστικά και μόνο από τη σχετική αφθονία της εργασίας, σε σχέση με  την αντίστοιχη  του κεφαλαίου.,  Και στο σημείο αυτό σπεύδω  να υποστηρίξω ότι  και αν, ακόμη εφαρμοζόταν με απόλυτη πιστότητα  η  φιλελεύθερη θεωρία του laissez-faire, laissez-passer στο χώρο της εργασίας, η θέση της  θα ήταν απείρως καλύτερη σε σύγκριση με  αυτήν που τώρα της επιφυλάσσεται, και από την άποψη  του ποσοστού ανεργίας, αλλά και από την άποψη του τρόπου κατανομής του εισοδήματος. Και τούτο, επειδή όπως όλα  δείχνουν, υπήρξαν ενσυνείδητες επιλογές, που κατέληξαν σε παρεμβάσεις και  προκάλεσαν,  έτσι,  τεχνητή σπανιότητα του κεφαλαίου και  υπεραφθονία της εργασίας, σε σχέση με  το κεφάλαιο, δημιουργώντας απευκταίες επιπτώσεις όχι μόνο από  κοινωνικής άποψης, αλλά και από  πλευράς της  σταθερότητας και της ομαλής λειτουργίας των οικονομιών. Οι επικίνδυνες αυτές επιλογές της παγκόσμιας μακροοικονομικής πολιτικής, με επίφαση όμως, στις ευρωπαϊκές, αλληλοσυμπληρώνονται και   διαχρονικά ανακυκλώνονται, σε  πολυάριθμους φαύλους κύκλους.
Η πρώτη στρεβλή επιλογή αναφέρεται στις αρχές της παγκοσμιοποίησης, που  απολύτως ενσυνείδητα εισήγαγε  τη μοιραία διάκριση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Εξασφάλισε, δηλαδή,   στον πρώτο από τους δύο  αυτούς βασικούς συντελεστές, πλήρη ελευθερία  κινήσεων, για την επίτευξη  του μέγιστου δυνατού κέρδους, ενώ ταυτόχρονα  καθήλωσε  τον δεύτερο, την εργασία, στον τόπο προέλευσης. Τα τραγικά αποτελέσματα αυτής της διάκρισης συμπληρώθηκαν, στη συνέχεια, από την  άρνηση της ΕΕ να θεσπίσει  μεταναστευτικό νόμο, καθώς και από την ανοχή, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις και από την ενθάρρυνση   μιας ανεξέλεγκτης  λαθρομετανάστευσης, η οποία λειτουργεί ως μόνιμος μοχλός  μείωσης του επιπέδου των μισθών, και όχι μόνο, αλλά και της συνεχούς συρρίκνωσης  των δικαιωμάτων της εργασίας. Η διάκριση αυτή έθεσε εξαρχής τις βάσεις  της κορύφωσης της ανεργίας, αλλά και των ανισοτήτων κατανομής. Η σχετική δικαιολογία, για τις άνωθεν αυτές παρεμβάσεις,  που προβάλλεται, με τρόπο αρκετά αόριστο είναι  αλήθεια,  είναι η  ανάγκη επίτευξης  όσο γίνεται μεγαλύτερης  ανταγωνιστικότητας, με μοναδικό όχημα  την, χωρίς όρια, μείωση του κόστους εργασίας, που  αναπότρεπτα  συνεπάγεται την εξαθλίωση των μισθωτών[26]. Ο στόχος αυτός εντατικοποίησης της ανταγωνιστικότητας επιδιώκεται με την υιοθέτηση  περιοριστικής πολιτικής -της  γνωστής λιτότητας- ως  μόνιμης πια και όχι ως περιπτωσιακής πολιτικής, όπως θα επέβαλε  η φύση της. Το λάθος επιλογής αυτής της  πολιτικής λιτότητας, όταν εφαρμόζεται σε μόνιμη βάση,  είναι ότι εκλαμβάνει την εργασία μόνο με την ιδιότητά της ως κόστος παραγωγής, παραβλέποντας  ότι αποτελεί, ταυτόχρονα, και πηγή ζήτησης των παραγόμενων προϊόντων.  Ο θανατηφόρος αυτός συνδυασμός παγκοσμιοποίησης, νεοφιλελευθερισμού, μακροοικονομικής πολιτικής, που επιδιώκει να αποκλείσει τον πληθωρισμό, αλλά που δεν ασχολείται και με τον κίνδυνο του αντιπληθωρισμού και  συνεχών παρεμβάσεων υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας, κυρίως στον τομέα της φορολογικής επιβάρυνσης, κατέληξαν σε πραγματικό αδιέξοδο. Η παγκόσμια οικονομία, με ιδιαίτερα βεβαρημένη  την ευρωπαϊκή, αδυνατεί να εξέλθει από την δεύτερη μεγάλη οικονομική κρίση του 2007-όπως ακριβώς το είχα προβλέψει το 2010[27]-, πολλά από τα συμπτώματα της οποίας εξακολουθούν και το 2014, με αιχμή  του δόρατος τους ανύπαρκτους ή ασθενικούς ρυθμούς ανάπτυξής της.
 Η ύπαρξη τόσο υψηλής και μόνιμης ανεργίας οδηγεί σε ΑΕΠ κατώτερο του δυνητικού, συνυπάρχει με σημαντικό ποσοστό φτώχειας και  ενθαρρύνει την εγκληματικότητα. Ειδικότερα, σε ότι αφορά τη ροπή προς νεωτερισμό,  αυτή αποθαρρύνεται από την ύπαρξη υψηλής ανεργίας και χαμηλού επιπέδου μισθών,  εφόσον  εξασφαλίζονται, και χωρίς αυτόν,  υψηλά ποσοστά κέρδους –ή ορθότερα κερδοσκοπίας. Η πτώση του εργατικού  κόστους   έφθασε στο όριό του και ήδη  αναβιώνει το επίπεδο  μισθών των κλασικών, που στόχευε  απλώς  στο να εξασφαλίζει την επιβίωση των εργαζομένων και των οικογενειών τους. Ταυτόχρονα, βέβαια, με τις συνθήκες αυτές περιορίζεται γενικά και η ροπή για επένδυση, εξαιτίας της χαμηλής ενεργού ζήτησης.  Υποστήριξα, σε πολλά γραφόμενά μου, ότι ουσιαστικά πρόκειται για ενσυνείδητη διατήρηση της υψηλής ανεργίας, τουλάχιστον στην περίπτωση της ΕΕ, που στοχεύει στην επίτευξη ολοένα ανισότερης κατανομής του εισοδήματος. Γιατί, είναι ανεδαφικό το επιχείρημα  ότι η οικονομική επιστήμη δεν διαθέτει μέσα, ή συνδυασμό μέσων, για την καταπολέμησή της ανεργίας. Κάτω, ωστόσο, από το πρίσμα αυτό, στην πραγματικότητα η υψηλή ανεργία και η ανερχόμενη ανισότητα κατανομής, είναι ένα και το αυτό πρόβλημα, ή ορθότερα η ανεργία δεν είναι παρά ένα  «ψευδοπρόβλημα»[28]. Οι επιλογές  αυτές, στο μεταβιομηχανικό στάδιο που διανύει η ανθρωπότητα  επεκτείνονται,  αναπότρεπτα, και στην προτίμηση αυτών που αποφασίζουν για τις τύχες της ανθρωπότητας. Επικρατεί, καταρχήν,  σαφής προτίμηση  της οικονομικής σταθερότητας- έστω και όταν κινδυνεύει να εξελιχθεί σε στασιμότητα-, σε σχέση με την ταχύρρυθμη ανάπτυξη,  έτσι ώστε οι μετακινήσεις του κεφαλαίου να είναι όσο γίνεται πιο ασφαλείς.  Να παρατηρηθεί ότι η προτίμηση για αυτήν την πολιτική, που αδυνατεί τελικά να απορροφήσει την ανεργία,  δεν είναι, ιδιαίτερα, επικίνδυνη για την περίπτωση των  ήδη προηγμένων ή και ώριμων  οικονομιών, στρέφεται όμως κάθετα εναντίον των δυνατοτήτων εκμετάλλευσης των σημαντικών αναπτυξιακών περιθωρίων των αναδυόμενων και των αναπτυσσόμενων οικονομιών.
β) Ανισότητες κατανομής
Στο μεταβιομηχανικό στάδιο  δεν είναι πια δυνατή η αμοιβή των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής, με βάση την παραγωγικότητά τους, καθώς αυτή είναι ποιοτική και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον να υπολογιστεί. Πρόκειται, κυρίως για υπηρεσίες, των οποίων το κόστος παραγωγής και προσφοράς, καθώς και η αξία τους  δεν συνδέεται άμεσα  με τα κέρδη της επιχείρησης, αλλά ούτε και με την αξία της επένδυσης, που την έχει  δημιουργήσει. Από αυτήν την οπτική γωνία μπορεί να υποστηριχθεί ότι το μεταβιομηχανικό στάδιο εμπεριέχει έντονα κερδοσκοπικά χαρακτηριστικά[29], που  προκύπτουν από την ανατροπή των σταθερών σχέσεων εργασίας και κεφαλαίου της συνάρτησης Cobb-Douglas. Η συνεχής και ανερχόμενη ανεργία, σε συνδυασμό με  την υποχώρηση της υλικής παραγωγής προς όφελος της άϋλης, οδήγησε στην αδυναμία υπολογισμού της συμβολής της εργασίας και του κεφαλαίου στο εκάστοτε παραγόμενο προϊόν, και  εντός των απλών   συναρτήσεων παραγωγής, αλλά και όταν λαμβάνεται υπόψη η  τεχνική πρόοδος. Το  αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας, μας είναι δυστυχώς γνωστό, και είναι η ακάθεκτη εισβολή των  νόμων της ζούγκλας, όπου οι ισχυροί  καταπιέζουν και καταβροχθίζουν  τους ασθενέστερους. Ειδικότερα, στο χώρο της κατανομής του εισοδήματος, η ζούγκλα αυτή εκφράζεται με το  σφετερισμό των μισθών από τα κέρδη, που αγγίζει  τον  παροξυσμό, έτσι  που   η  ετήσια συνάθροιση στο Davos, που έλαβε χώρα  στις αρχές του 2014,  θεώρησε την εξέλιξη τόσο επικίνδυνη  ώστε αποφάσισε να την ορίσει   ως πρώτο θέμα προς συζήτηση. Πρόκειται για  τη συνεχή, ανεξέλεγκτη και αδικαιολόγητη αύξηση του μεριδίου των κερδών –του κεφαλαίου- που πραγματοποιείται αναπότρεπτα σε βάρος  αυτού των μισθών, στο ΑΕΠ: παγκόσμιο, ευρωπαϊκό και  των επί μέρους  οικονομιών. Συγκεκριμένα, και με βάση σχετικούς υπολογισμούς του ΔΝΤ[30],  το μερίδιο των μισθών στις οικονομίες  του G7 μειώθηκε κατά 5.8 ποσοστιαίες μονάδες, κατά την περίοδο 1983-2006, και πιο συγκεκριμένα κατά 8.8 μονάδες στις χώρες-μέλη της ΕΕ[31]. Εξάλλου, στις 51 από τις 73 χώρες της υφηλίου, για τις οποίες εξασφαλίστηκαν στατιστικά δεδομένα, το μερίδιο των μισθών  υποχώρησε σταθερά τα 20 τελευταία χρόνια. Και να προσθέσω, ακόμη, πρόσφατα  ευρήματα στις εξελίξεις της λειτουργικής κατανομής[32], που επικυρώνουν τα παραπάνω. Σύμφωνα με αυτά  το μερίδιο της εργασίας ήταν, κατά μέσο όρο, 64.3% για ολόκληρη την περίοδο 1947-2000, και την προτελευταία της παρούσας δεκαετία δεν είναι πια παρά 57.8%.Τα παραπάνω αυτά αποτελέσματα  συμβαδίζουν με την μη απόδοση της παραγωγικότητας των εργαζομένων στους μισθούς. Όπως προκύπτει από  σχετικές εκτιμήσεις, μεταξύ των ετών 1999-2007, σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυξήθηκε κατά 30%, ενώ οι πραγματικοί μισθοί μόνο κατά 18%[33]. Η μη λήψη υπόψη της παραγωγικότητας, ως μέτρο προσδιορισμού των μεριδίων της εργασίας και του κεφαλαίου, προκύπτει και μέσα από τις αβυσσαλέες διαφορές, που επικρατούν μεταξύ των μισθών. Πράγματι, το 1989, η διαφορά ανάμεσα στον υψηλότερο μισθό των αφεντικών μεγάλων εταιριών, και του μέσου μισθού εργαζομένων στην ίδια εταιρία ήταν  45 φορές[34], ενώ το  1999 έφθασε στις 475 φορές αντίστοιχα[35]. Η ανεξέλεγκτη αύξηση των μισθών των χρυσών αγοριών συνεχίζεται και  μετά την κατάρρευση της νέας οικονομίας, το 2001, δεδομένου ότι και για το 2005 καταγράφεται άνοδος κατά 27% των απολαβών των χρυσών αγοριών[36], που δεν συνδέονται με την τιμή των μετοχών της συγκεκριμένης επιχειρήσεις ή με  οποιοδήποτε δεδομένο της πορείας της. Είναι φανερό ότι αυτού του ύψους  οι αμοιβές αποκλείεται να μπορούν να δικαιολογηθούν από διαφορές στην παραγωγικότητα εργαζομένων. Αντιθέτως, προέρχονται από ένα συνονθύλευμα  κερδοσκοπίας, διαφθοράς, πελατειακών σχέσεων, εκμετάλλευσης,  εξασθένησης των εργατικών  συνδικάτων και δήθεν ουδετερότητας του κράτους, η οποία, όμως, πάγια ευνοεί το κεφάλαιο. Οι ανισότητες λειτουργικής κατανομής του εισοδήματος συμπληρώνονται και με τις ασύλληπτης, όντως, έκτασης ανισότητες της  προσωπικής κατανομής, που προβλήθηκαν πρόσφατα, χάρη στο μνημειώδες έργο του Thomas Picketty[37].  Η γενική ερμηνεία αυτών  των πρωτόγνωρων ανισοτήτων είναι η διαπίστωση ότι ο ρυθμός  απόδοσης του κεφαλαίου, τις τελευταίες δεκαετίες, και ειδικότερα μετά το 1970, ήταν ταχύτερος του αντίστοιχου μεταβολής  του ΑΕΠ. Και να προσθέσω ότι η κορύφωση των ανισοτήτων μετά το ’70 και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, οφείλεται σε ικανό βαθμό στην υποχώρηση της προοδευτικότητας  της φορολογίας.    
Ενδεικτικά, αναφέρω στη συνέχεια, μερικές όψεις των σύγχρονων και αδιανόητης, πράγματι,  εμβέλειας ανισοτήτων κατανομής, στις σύγχρονες οικονομίες:
Καταρχήν, στην εντελώς ιδεατή κατάσταση, που θα επικρατούσε, απολύτως, ίση κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ-πράγμα ασφαλώς αδύνατον- ο κάθε πολίτης του κόσμου θα εξασφάλιζε για το έτος 2011 εισόδημα ίσο με 10.000$. Όμως,  η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, αφού στα 7 δισεκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού το 1,2 δισεκατομμύριο επιβιώνει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, διαθέτοντας 1,25$ την ημέρα, ενόσω το 1% των πιο πλούσιων κατοίκων  της Γης ελέγχει το 45%  περίπου του παγκόσμιου πλούτου, και το 50% των φτωχότερων κατοίκων του πλανήτη οφείλει να μοιραστεί το 1% του παγκόσμιου πλούτου.
Μια παράλληλη όψη της αμέσως προηγούμενης αναφοράς των ανεξέλεγκτων πια ανισοτήτων εκφράζεται με τη διαπίστωση ότι οι 400 πλουσιότεροι Αμερικανοί έχουν στην κατοχή τους μεγαλύτερο πλούτο από τους φτωχότερους, που ανέρχονται σε 150 εκατομμύρια.  Το 15% φτωχότερο πληθυσμιακό τμήμα, ίσο περίπου με 46 εκατομμύρια, ζουν σε νοικοκυριά που κερδίζουν λιγότερο από 22,050$  το χρόνο.
Mετά το τέλος της κρίσης προβλέπεται ότι το ποσοστό ελέγχου του ΑΕΠ από την  παγκόσμια ολιγαρχία  θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο.  Η ανεξέλεγκτη αυτή αύξηση του πλούτου των ολιγαρχών της υφηλίου, που εξυπακούεται ότι έχει ως αντίκρισμα την πτώχευση ή και εξαθλίωση μεγάλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων, προέρχεται κατά πρώτο και κύριο λόγο από τον χρηματοοικονομικό τομέα, ο οποίος, όπως είναι γνωστό,  κινδύνευσε με κατάρρευση και εξαγοράστηκε από τους φορολογούμενους.
Η πολύ επικίνδυνη αυτή κατάσταση, ωστόσο, και από κοινωνικής, αλλά και από οικονομικής άποψης είναι, δυστυχώς, το αποτέλεσμα, όχι μόνο της αβελτηρίας και αδιαφορίας  των ιθυνόντων παγκοσμίως, να  λάβουν εγκαίρως μέτρα για την αποσόβησή της, αλλά θα έλεγα και της ενσυνείδητης πολιτικής τους να οδηγήσουν τα πράγματα στο ακραίο αυτό σημείο. Δεν εξηγείται, πράγματι, διαφορετικά η ένοχη ανοχή των  σύγχρονων κυβερνήσεων, απέναντι στη φοροδιαφυγή, που αν υπήρχε πραγματική βούληση θα είχε, προ πολλού, εξαλειφθεί. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω ότι στις ΗΠΑ οι αστρονομικές απολαβές των χρυσών αγοριών φορολογούνται στο μεγαλύτερο μέρος τους μόνο με 15%. Η ίδια παρατήρηση αναφέρεται και στην αδιαφορία των σύγχρονων κυβερνήσεων-και ιδιαίτερα των ευρωπαϊκών-, απέναντι στη χρόνια ανεργία, που πρωτοστατεί στην επιδείνωση της κατανομής του εισοδήματος.
Η χαριστική βολή, που επέτρεψε και ενθάρρυνε  την υφαρπαγή της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας από το κεφάλαιο, είναι η υποχώρηση και σταδιακή κατάργηση της πλήρους απασχόλησης,  που έδωσε τη θέση της σε νέες και πρόσφορες για εκμετάλλευση μορφές απασχόλησης, όπως αυτές των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων, των εργαζόμενων με  «ωράριο  μηδέν», δηλαδή των εργαζόμενων που είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται  συνεχώς στη διάθεση του εργοδότη και που απολύονται χωρίς διατυπώσεις[38],  κατά τη βούληση των εργοδοτών, των εργαζόμενων πτωχών, εξαιτίας των πολύ χαμηλών αμοιβών τους και διάφορες άλλες επινοήσεις, οι οποίες ανθούν σε περιβάλλον υψηλής ανεργίας.  Μέσα  σε αυτό το περιβάλλον οι νεωτερισμοί του μεταβιομηχανικού σταδίου ανάπτυξης καταλήγουν σε αβέβαιες συνέπειες και οπωσδήποτε δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν πλήρη απασχόληση[39].

γ) H     πεμπτουσία      της τεχνικής προόδου, στο μεταβιομηχανικό στάδιο
Οι «βελτιωμένες γνώσεις», που είναι η μορφή νεωτερισμών του μεταβιομηχανικού σταδίου, καταλήγουν στον περιορισμό της αναγκαίας ποσότητας εργασίας και κεφαλαίου, στη σύγχρονη παραγωγική διαδικασία, και αποτελούν το επιστέγασμα της ανθρώπινης εργασίας: την διανοητική. Είναι, συνεπώς, παράλογο και άδικο η εφαρμογή τους να καταλήγει σε περιορισμό του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ και το σύνολο της αυξημένης παραγωγικότητας να  αυξάνει το μερίδιο του κεφαλαίου.  Πέρα, ωστόσο, από την κοινωνική μορφή αυτής της αδικίας, υπάρχει και η καθαρώς οικονομική πλευρά, που στραγγαλίζει το σύνολο των αποφασιστικών, για την ανάπτυξη και την πρόοδο, ροπών της οικονομίας: Τη ροπή για κατανάλωση, τη ροπή για αποταμίευση, τη ροπή για επένδυση, αλλά και τη ροπή για νεωτερισμό. Πράγματι, στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η παραγωγή, υπό την επίδραση  των ανεξέλεγκτων ανισοτήτων, που επικρατούν σ’αυτήν,  είναι ανώτερη από τη δυνατότητα κατανάλωσής της, και οδηγεί σε μειωμένη ζήτηση βασικών αγαθών. Η χαμηλή αυτή ενεργός ζήτηση αδυνατεί να τροφοδοτήσει παραγωγικές επενδύσεις, ενώ η αποταμίευση αφθονεί, και φυσικά είναι  ανώτερη της επένδυσης. Τα κέρδη, ωστόσο δεν κατευθύνονται προς τις χρήσεις, που προβλέπει γι αυτά ο καπιταλισμός, δηλαδή προς παραγωγικές επενδύσεις, αλλά  προς κερδοσκοπικές δραστηριότητες ή  και προς την  αποθησαύριση. Η πραγματική οικονομία περιθωριοποιείται, δίνοντας τη θέση της στον γιγαντισμό της εικονικής, ενώ η αναμεταξύ τους επικοινωνία έχει, από καιρό, διακοπεί..             Αρκεί να αναφέρω ότι μεταξύ των ετών 1992-2007 καταγράφεται αύξηση του μεγέθους της χρηματιστηριακής αγοράς, κατά 150 φορές[40]. To χρηματιστηριακό χαρτί έγινε το μέτρο αξιολόγησης των πάντων, και η καζινοποίηση των οικονομιών, σχεδόν, θεωρείται ως κανονική εξέλιξη, που   έπαυσε να προβληματίζει. Η μόνιμη κατάσταση της ισορροπίας υποαπασχόλησης των σύγχρονων οικονομιών θεωρείται, σχεδόν, ομαλή, φθάνει οι χρηματιστηριακοί δείκτες να ανέρχονται, ενώ τα προβλήματα της κορυφούμενης ανεργίας και των τεράστιων ανισοτήτων κατανομής του εισοδήματος υποβαθμίζονται. Πως, όμως, με τις ακραίες αυτές συνθήκες, να μην τεθεί το ερώτημα, για το τι, ακριβώς, επιδιώκει η ξέφρενη κούρσα για την κατάκτηση της ανταγωνιστικότητας και  ποιους ωφελεί; Γιατί, είναι σαφές ότι αυτή η ανταγωνιστικότητα  στρέφεται, κάθετα  εναντίον της εργασίας, από την οποία απομυζεί και τον  όγκο απασχόλησης, αλλά και την  αμοιβή. Και να υπενθυμίσω ότι η  μισθωτή εργασία, στις προηγμένες   οικονομίες,  εκπροσωπεί πάνω  το 80%  του ενεργού πληθυσμού.
Β. Το νέο ρομποτικό ή ψηφιακό στάδιο
       Στους κόλπους του μεταβιομηχανικού σταδίου ένα νεότερο  αναδύεται, ήδη, που αποτελεί την εξέλιξή του, και που όσο μπορεί να προβλεφθεί επιτείνει ακόμη περισσότερο  το  οικονομικό χάος, στις σύγχρονες οικονομίες. Στο μερικότερο αυτό στάδιο  υποχωρεί η σημασία και των δύο βασικών συντελεστών παραγωγής, της εργασίας και του κεφαλαίου, και κάνει την εμφάνισή του ένας τρίτος[41], αν μπορεί έτσι να υποστηριχθεί, συντελεστής παραγωγής. Πρόκειται για τον αυτοματισμό, που είναι η εντελώς τελευταία μορφή νεωτερισμού,  και που υπόσχεται  σημαντικά κέρδη, στο μέλλον. Τα κέρδη αυτά δεν προβλέπεται πια  ότι θα ευνοήσουν  το κεφάλαιο, με την κλασική του μορφή,  αλλά   ούτε και  την εργασία.  Αντιθέτως,  μια ολιγομελής ομάδα, η οποία  προβαίνει σε νεωτερισμούς και δημιουργεί νέα προϊόντα, νέες υπηρεσίες και νέα επιχειρησιακά πρότυπα προβάλλει και επιβάλλεται ως δικαιούχος αυτών των σημαντικών κερδών[42]. Το μοντέλο, που έτσι διαγράφεται για το μέλλον είναι αυτό της γνωστής καμπύλης του Pareto, στην οποία μικρός αριθμός παικτών καρπούται ένα δυσαναλόγως μεγάλο τμήμα των κερδών. Ο τρίτος αυτός συντελεστής, που είναι οι καινοτόμες ιδέες, τον καθιστούν σπανιότερο και της εργασίας και του παραδοσιακού κεφαλαίου, τους οποίους σταδιακά υποκαθιστά,  και δικαιολογούν κατά κάποιο τρόπο το υψηλό μερίδιό του στη συνολική παραγωγικότητα.  Τα ρομπότ έχουν ήδη αρχίσει να υποκαθιστούν την εργασία, με αποτέλεσμα να χάνουν τα μέχρι τώρα προνόμιά τους οι αναδυόμενες οικονομίες με  χαμηλό εργατικό κόστος, και να αποθαρρύνεται το φαινόμενο της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων, που τόσο ανησύχησε στο πρόσφατο παρελθόν τις προηγμένες οικονομίες. Και, πράγματι, εκτιμάται, σχετικά, ότι η Κίνα  απώλεσε 30 εκατομμύρια θέσεις εργασίας  στη βιομηχανία, από το 1996 μέχρι σήμερα ή 25% του συνόλου,  παρά την αύξηση του βιομηχανικού της προϊόντος, κατά 70%[43]. Η πρώτη, λοιπόν, και η σημαντικότερη απειλή του ρομποτισμού προβλέπεται να είναι οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, από τις οποίες αφαιρείται, έτσι το σημαντικότερο μέχρι τώρα πλεονέκτημά τους, της φθηνής εργασίας.
Καταλυτικής σημασίας μεταβολές προβλέπονται και στον ευρύτερο χώρο της εκπαίδευσης[44], όπου η ψηφιακή νέα τεχνολογία, υποκαθιστά ήδη σε ολοένα ανερχόμενο ποσοστό την παραδοσιακή διδασκαλία, εντός των χώρων των πανεπιστημίων, από την διδασκαλία μέσω διαδικτύου. Η συμβολή αυτή της μορφής διδασκαλίας επιταχύνεται εξαιτίας δύο κυρίως λόγων. Ο πρώτος, έχει σχέση με την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, ακόμη και στο χώρο της εκπαίδευσης, υπό την πίεση της ολοένα σκληρότερης εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων συνταγών. Τα πανεπιστήμια της υφηλίου αναγκάζονται να εξαρτώνται συνεχώς περισσότερο από τα δίδακτρα των σπουδαστών,  καθιστώντας έτσι  τις σπουδές εξαιρετικά πολυέξοδες, καθώς οι κρατικές επιδοτήσεις περιορίζονται. Ο δεύτερος λόγος  αναφέρεται στη νέα ψηφιακή/ρομποτική τεχνική πρόοδο, που περιορίζει δραματικά το κόστος σπουδών, εξασφαλίζει σχεδόν απεριόριστου βαθμού οικονομίες κλίμακας, και καθιστά τη μόρφωση προσιτή σε όλους. Αυτή η φάση των νέων τεχνολογιών θα έχει, μακροχρονίως, και εκτός απροόπτου, αναδιανεμητικές συνέπειες  στις υπερβολικές  ανισότητες κατανομής. Θα αυξήσει, όμως, ταυτόχρονα την ανεργία, τη φορά αυτή στο χώρο της εκπαίδευσης, καθώς προβλέπεται ότι σε μία 15ετία από σήμερα το ήμισυ των αμερικανικών πανεπιστημίων θα έχει χρεοκοπήσει[45].
Ωστόσο, εξακολουθεί το κεφάλαιο, να παραμένει ο μεγάλος νικητής του νέου μοντέλου  των τελευταίων εξελίξεων, έχοντας ωστόσο απολέσει την παραδοσιακή του μορφή. Διότι, και τα ρομπότ και οι υπολογιστές που υποκαθιστούν την εργασία είναι κεφάλαιο ρομποτικό και ψηφιακό. Στο μέτρο που  είναι δυνατόν να προβλεφθεί το μέλλον, ολιγομελής/ ολιγαρχική ομάδα  νεωτεριστών δεν θα αντιμετωπίζει καν πρόβλημα διανομής των κερδών της με  συνδικαιούχους την ανειδίκευτη εργασία και το παραδοσιακό κεφάλαιο, που με δυσκολία θα  επιβιώνουν,  έχοντας  εισόδημα  κατώτερο  του μέσου όρου, ενόσω  θα ανταμείβονται σχεδόν αποκλειστικά οι φορείς  νέων ιδεών. Στη φάση αυτή της καπιταλιστικής εξέλιξης, ουσιαστικά, είναι άχρηστη η ανειδίκευτη εργασία και υποβαθμίζεται, επίσης, σημαντικά η χρησιμότητα του παραδοσιακού κεφαλαίου.
Πριν λίγα χρόνια γινόταν λόγος για κοινωνία των 2/3, και η  υγιής αντίδραση ήταν ότι   θα έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Η κοινωνία, όμως, που τώρα αναμένεται,  κινδυνεύει να είναι  του 1/10. Μια κόλαση,  δηλαδή, για τους πολλούς.


ΙΙ. Αντιμετώπιση προβλημάτων του μεταβιομηχανικού σταδίου 
Είναι θέμα ζωής και θανάτου η ανάγκη έντονης αντίδρασης της ανθρωπότητας, η οποία  δεν  πρέπει με κανένα τρόπο  να υιοθετήσει  την οικονομία και την κοινωνία στην οποίαν οδηγεί  ο ρομποτισμός. Αντιθέτως, απαιτείται άμεση  εξεύρεση  λύσεων, ώστε η νέα τεχνολογία να εξελιχθεί σε  ευλογία και όχι  σε κατάρα για τις επερχόμενες γενιές.
Αν και πολυσύνθετο και δυσχερέστατο το πρόβλημα, που εδώ εξετάζουμε, η λύση του θα ήταν θεωρητικά  ευχερής, αν υπήρχε πολιτική βούληση. Αν ο ατομισμός, η έλλειψη αλληλεγγύης, η κατάργηση βασικών αξιών και η διαφθορά, που είναι  συνέπειες της κορυφούμενης ανασφάλειας των σύγχρονων οικονομιών, δεν είχαν πλήρως επικρατήσει, καταργώντας τη φυσική ιεράρχηση των επί μέρους προβλημάτων, θα είχε εξευρεθεί λύση. Και τούτο, επειδή η ανεργία είναι συνέπεια του παράλογου τρόπου κατανομής, και αυτός ο τελευταίος τροφοδοτείται από την ανεργία. Οι δύο αυτές πληγές του ώριμου καπιταλισμού  είναι ένα και το αυτό πρόβλημα, και η λύση του ενός θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιτυχή αντιμετώπιση και του δεύτερου.
            Σε σχέση με την ανεργία έχει, ολοσχερώς, λησμονηθεί το γεγονός, ότι υπάρχει  επιτυχές προηγούμενο για την αντιμετώπισή της. Αναμφίβολα, στο σύγχρονο  οικονομικό περιβάλλον, μια τέτοια πρόταση  φαίνεται, άκρως, ουτοπική, ιδίως ενόψει της βάσιμης, πιστεύω, υπόθεσης ότι η ηθελημένη διατήρηση της ανεργίας αποσκοπεί στην απρόσκοπτη συνέχιση της  καταστρεπτικής αναδιανομής  του εισοδήματος, από την εργασία στο κεφάλαιο[46]. Στο μεταβιομηχανικό στάδιο ανάπτυξης υπάρχει ανεργία επειδή με ολιγότερες ώρες  εργασίας είναι δυνατή η απόκτηση του ίδιου με πριν προϊόντος,  και φαίνονται να είναι βάσιμες οι προβλέψεις, ότι στο μέλλον θα περιορίζονται συνεχώς και περισσότερο οι ανάγκες για εργασία, καθώς η ζήτηση για  νέα προϊόντα  και  νέες υπηρεσίες θα διπλασιάζονται, πιθανότατα, κάθε δύο χρόνια,  με βάση το νόμο του Moore[47]. Ενώ, ταυτόχρονα, ο ρομποτισμός/αυτοματισμός θα υποκαθιστά  χιλιάδες εργαζόμενους. Π.χ, στη Γαλλία προβλέπεται ότι 150.000 εργαζόμενοι θα χάσουν τη δουλειά τους εξαιτίας της τοποθέτησης αυτόματων ταμειακών μηχανών στα super-markets.
Και, όμως, το πρόβλημα δεν είναι εντελώς νέο, Παρόμοιο πρόβλημα, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών,  είχε εμφανιστεί και επιτυχώς αντιμετωπιστεί μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, εξαιτίας της αθρόας προσέλευσης γυναικών στην αγορά εργασίας. Ή αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας τότε έγινε με  τον μόνο ορθολογικό τρόπο, που θα έπρεπε να υιοθετηθεί και   στη σύγχρονη εποχή. Δηλαδή με δραστικό περιορισμό του επίσημου εβδομαδιαίου ωραρίου  εργασίας, κατά περίπου 35%,  τότε, σε σύγκριση με το αντίστοιχο προπολεμικό.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι καταλυτικές μεταβολές  στο καθεστώς της εργασίας του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα απαιτούν μεγαλύτερη και όχι μικρότερη κρατική παρέμβαση, έτσι  ώστε η ανεργία να μην εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ως  το όχημα επίτευξης ολοένα μεγαλύτερης ανισοκατανομής, και να αναχαιτιστεί η εξίσωση της αγοράς εργασίας, με  ζούγκλα ολοένα αγριότερη.  Στη μεταβιομηχανική οικονομία, και ακόμη λιγότερο στη ρομποτική εποχή  η θεωρία του Adam Smith[48] περί  καταμερισμού της εργασίας  δεν έχει πια θέση, δεδομένου ότι  το προϊόν  είναι υπηρεσία και  ενσωματώνει υψηλή τεχνολογία και μακροχρόνια μόρφωση, αλλά δεν επιδέχεται καταμερισμό του τύπου εσωτερικό ή  και εξωτερικό[49]. Αλλά, και  η αναφορά σε ολόκληρη την κλασική θεωρία, και ειδικότερα  στο τμήμα της με τους  τρείς παραδοσιακούς  συντελεστές παραγωγής, δεν έχει πια νόημα στη μεταβιομηχανική οικονομία, δεδομένου ότι εργασία, κεφάλαιο και τεχνική πρόοδο συγχέονται, στο τελικό προϊόν, που κι αυτό είναι συνδυασμός υλικού αγαθού και υπηρεσίας. Το γεγονός ότι η γνώση έγινε το μέσον, και όχι ένα από τα μέσα, είναι η σφραγίδα της μεταβιομηχανικής οικονομίας[50], αλλά και της ρομποτικής/ψηφιακής. Επιπλέον, έχει μόνο οριακή σημασία στη μεταβιομηχανική οικονομία το ότι τα προϊόντα προέρχονται  από τρείς τομείς παραγωγής,  γιατί είναι εύλογη η ανάγκη να προστεθεί και ένας τέταρτος, τεταρτογενής. Ακόμη, στο νέο εργασιακό καθεστώς του μεταβιομηχανικού σταδίου, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να διατηρηθούν οι παλιές σχέσεις ιεραρχίας μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, καθώς και κεφαλαίου/εργασίας. Διότι, ακριβώς, το νέο αυτό είδος  εργασίας ενσωματώνει τεχνική πρόοδο, με τη μορφή μόρφωσης και εκπαίδευσης, χωρίς τις  οποίες το κεφάλαιο δεν είναι πια δυνατόν να καταστεί αποδοτικό. Αλλά και η υφή της επένδυσης μεταβάλλεται, σε σχέση με αυτήν που επικρατούσε, ως πριν από λίγο, γιατί ένα σημαντικό της τμήμα δεν επενδύεται πια στο πάγιο κεφάλαιο, αλλά αφορά στην ποιότητα της εργασίας, στην εκπαίδευση της οποίας και επενδύεται.  Προβλέπεται, έτσι, εφεξής ότι η εργασία θα συνδέεται ολοένα περισσότερο με την επιτυχία στη ζωή και οι εργαζόμενοι θα καταβάλλουν προσπάθεια να ικανοποιούν, με την εργασία τους, πρώτα τον εσωτερικό τους κόσμο και στη συνέχεια τον εργοδότη τους. Το πρόβλημα, βέβαια είναι να μην αποκλειστούν από τη μόρφωση μεγάλες μάζες, που θα δημιουργήσουν διπλό τομέα στο χώρο της εργασίας: τους μορφωμένους/εξειδικευμένους και τους ανειδίκευτους. Η μετανάστευση, ασφαλώς, διευκολύνει και επιταχύνει αυτό τον δυισμό.
Για να μη μεταβληθεί σε  κόλαση ο 21ος αιώνας, θα πρέπει να γίνει γρήγορα αποδεκτό και κατανοητό το γεγονός ότι οι βελτιωμένες ανθρώπινες γνώσεις, αποτελούν κληρονομιά του παρελθόντος και  ανήκουν σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό  και είναι αδιανόητο να μονοπωλούνται από το κεφάλαιο/ ή  και από ολιγομελή ομάδα νεωτεριστών, με μοναδική  δικαιολογία την έλλειψη νόμων και κανόνων κατανομής του εισοδήματος, στο νέο αναπτυξιακό στάδιο, που τώρα διανύει η ανθρωπότητα. Επιβάλλεται, λοιπόν, να επιχειρηθεί επίτευξη πλήρους απασχόλησης μέσω  δραστικής μείωσης του  ωραρίου εργασίας, όπως έγινε και στη μεταπολεμική οικονομία.  Πράγματι, ενώ το 1840 η μέση εβδομαδιαία εργασία ήταν της τάξης των 70-80 ωρών, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι σήμερα αυτή περιορίστηκε γύρω στις 40 ή και ακόμη λιγότερες ώρες. Υπήρχε πλήρης απασχόληση και με τις περισσότερες και με τις μειωμένες ώρες εργασίας, ενώ η σημαντική  μεταπολεμική μείωση του ωραρίου εργασίας  ουδόλως εμπόδισε την επίτευξη ταχύτατων ρυθμών προόδου, στις τότε προηγμένες οικονομίες και  χάρη σ’ αυτούς τη δημιουργία των 30 ένδοξων ετών.
Μια ανάλογη θαρραλέα απόφαση θα ήταν, και τώρα απολύτως επιβεβλημένη, για να αποφευχθούν τα χειρότερα που ήδη κυοφορούνται. Η πρωτοβουλία αυτή θα  όφειλε να ληφθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, για να μη διακινδυνεύσουν οι  κάποιες οικονομίες  που θα την υιοθετούσαν, από μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Και το μειωμένο ωράριο  εργασίας  θα όφειλε να φθάσει μέχρι του σημείου,  που να  επαναφέρει σε ισχύ τα μερίδια εργασίας και κεφαλαίου στο ΑΕΠ, της Cobb-Douglaς συνάρτησης, που αποτελεί προϋπόθεση sine-qua-non για τη διατήρηση σχετικής μακροοικονομικής ισορροπίας και  για την εξασφάλιση επαρκούς ενεργού ζήτησης για τα νέα προϊόντα/ υπηρεσίες, ώστε να ενθαρρύνεται η διενέργεια  και η υιοθέτηση νεωτερισμών.


Συμπέρασμα
            Δεν είναι νοητή η άρνηση εφαρμογής νεωτερισμών και νέων τεχνολογιών, εφόσον σηματοδοτούν πρόοδο, αναγγέλλοντας την επίτευξη νέου σημείου μακροοικονομικής ισορροπίας, σε σημείο υψηλότερο του αμέσως προηγουμένου. Επειδή, ωστόσο, υπάρχουν δραματικές εμπειρίες μαζικής ανεργίας, ως συνέπεια  νεωτερισμών στο παρελθόν, επιβάλλεται να ληφθούν κατεπειγόντως αποτελεσματικά μέτρα,  ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών. Εκτός της αυταπόδεικτης  ανάγκης προσαρμογής των νέων τεχνολογιών στις ειδικές συνθήκες των επί μέρους οικονομιών,  με έμφαση στις αναδυόμενες, θα πρέπει ακόμη να υπογραμμιστεί  η μεγάλη δυσκολία ή και  αδυναμία  αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών σε περιβάλλον λιτότητας ή, και ακόμη χειρότερα, αντιπληθωρισμού. Και τούτο, γιατί οι νέες τεχνολογίες αποτελούν όχημα προς ταχύτερη ανάπτυξη, η οποία απαιτεί ικανοποιητική ρευστότητα, και όχι μόνο, αλλά και καλύτερη/δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, για να εξασφαλιστεί  επαρκής ζήτηση  για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες  της νέας τεχνικής προόδου. Η, χωρίς ημερομηνία λήξης, λιτότητα της ΕΕ, όχι μόνον δεν προσφέρεται για την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, αλλά και επιπλέον ωθεί τις επί μέρους οικονομίες, και ιδιαιτέρως τις αναδυόμενες, σε επιλογή διατήρησης της ανεξαρτησίας τους και της ελευθερίας τους επιλογής της προσαρμοσμένης στις ειδικές τους ανάγκες μακροοικονομικής πολιτικής, σε αντίθεση με την είσοδό τους σε οικονομική ένωση.
 Από την ανάλυση που έχει προηγηθεί προκύπτει ότι η νέα τεχνολογία έχει μεγαλύτερη σημασία για τις  αναδυόμενες οικονομίες στις οποίες ανήκει και η Ρωσία, γιατί μέσω αυτής μπορεί να επιταχυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξής της, περιορίζοντας έτσι το αναπτυξιακό άνοιγμα που την χωρίζει από της προηγμένες οικονομίες. Η οικονομική φυσιογνωμία της Ρωσίας δείχνει να προσφέρεται για την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, που θα πρέπει να συνδυαστεί με τη μεταφορά εργασίας από τη γεωργία –όπου το ποσοστό γεωργικού της πληθυσμού είναι, σχεδόν, διπλάσιο του αντίστοιχου της ΕΕ- στο δευτερογενή τομέα, με άμεσα και πιθανότατα θεαματικά αποτελέσματα στην παραγωγικότητα.
            Η υιοθέτηση    νέων τεχνολογιών, εξάλλου, θα πρέπει να γίνει με μέτρο και όχι ανεξέλεγκτα. Η λήψη κάποιας μορφής προστατευτικών μέτρων, έτσι ώστε η οικονομία να είναι σε θέση να αξιοποιήσει σταδιακά τις νέες τεχνολογίες, και να μη συντριβεί από αυτές, κρίνεται ως sine-qua-non  επιλογή της  οικονομικής  τους πολιτικής.
            Καταλυτική, εξάλλου, σπουδαιότητα, στο δύσκολο αυτό στάδιο ανάπτυξης θα έχει η κρατική παρέμβαση στην οικονομία, με στόχο τον περιορισμό των ανισοτήτων, που προκαλούνται από την τεχνική πρόοδο. Εκτός από τον δραστικό περιορισμό των ωρών εργασίας, που κρίνεται ως το σπουδαιότερο μέτρο για την αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων των νέων τεχνολογιών,   το κράτος θα πρέπει να επιδοθεί σε μεγάλης έκτασης επενδύσεις, προκειμένου να εξασφαλίσει  εκπαίδευση υψηλών προδιαγραφών   για  όλους.  ΄Οπως είναι γνωστό,  η Ρωσία έχει μακρά και εξαιρετικά επιτυχή παράδοση στον τομέα της παραδοσιακής εκπαίδευσης, που ήδη θα πρέπει να συνδυαστεί και με την ψηφιακή. Επίσης, αντί της υποχώρησης του κράτους Πρόνοιας, που τώρα δρομολογείται στην Ευρώπη, το κράτος θα πρέπει να εξασφαλίσει  επάρκεια νοσοκομείων για δωρεάν περίθαλψη, να θέσει όρια στις ιδιωτικοποιήσεις, ιδίως επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, και να προβεί σε εντατικοποίηση διαρθρωτικών μεταβολών, κυρίως, στο χώρο της απασχόλησης, ώστε να γίνει καλύτερη και αποδοτικότερη χρησιμοποίηση του συνόλου των εργαζομένων. Η κορύφωση,  των ανισοτήτων κατανομής, λειτουργικής, αλλά και προσωπικής αποτελεί ισχυρότατο παράγοντα αποθάρρυνσης της υιοθέτησης νέων τεχνολογιών. Η Ρωσία, καθώς και οι λοιπές αναδυόμενες οικονομίες θα πρέπει να αποφύγουν το λάθος του «παγώματος» των μισθών, που αποτελεί-όπως τονίστηκε παραπάνω- καταστρεπτική πολιτική, περισσότερο για τις αναδυόμενες, που χρειάζονται ταχύρρυθμη ανάπτυξη, και λιγότερο για τις προηγμένες και ώριμες οικονομίες.
            Η ανοχή της κορυφούμενης ανεργίας, στις σύγχρονες οικονομίες, σε συνδυασμό με την  έμπρακτη άρνηση υιοθέτησης του μοναδικού ενδεδειγμένου μέτρου για την αντιμετώπισή της- δηλαδή του  δραστικού περιορισμού των ωρών εργασίας-, αποτελεί  αδιάψευστη μαρτυρία του ότι η ανθρωπότητα, σε πείσμα των επαναστατικών της προόδων στον τομέα των τεχνολογιών, δεν βελτίωσε,  δυστυχώς, παράλληλα και την  πλευρά της ηθικής της υπόστασης.  Η άλλη όψη της  ανεργίας  είναι η  άρνηση απόδοσης της αυξημένης παραγωγικότητας  των νέων τεχνολογιών, σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, όπου δικαιωματικά και ανήκει. Τηρουμένων των αναλογιών, οι νόμοι της ζούγκλας εξακολουθούν να ισχύουν στο  χρηματοπιστωτικό βασίλειο των  οικονομιών του 21ου αιώνα.




[1] Τα ποσοστά ανέργων, αρχικά στην Κοινότητα και στη συνέχεια στην ΕΕ έχουν ως εξής: 1960-69: 2.1, 1970-79: 3.8, 1982: 8.5, 2013: 12. Πηγή: European Economy, ISSN 0379-0991, No 10, Nov.1981 και Eurostat
[2] Βλ. Α. Hansen (1938), Full Recovery  or Stagnation, New York
[3] Που υπήρξε το όχημα προόδου της καπιταλιστικής εξέλιξης και  που άρχισε να συρρικνώνεται το 1973
[4] Βλ.  W.W. Rostow (1960)  The Stages of Economic Growth: A Non-Communist Manifesto (Cambridge: Cambridge University Press), W.W. Kaldor (1978), Growth in Different Stages, p. 65, N. Kaldor (1975), Economic Growth and  the  Verdroon Law, a Comment on Mr Rowthorn Article, Economic Journal, Dec. 1975, pp.894-895, A. Maddison (1980), Growth and Structural  Change in the Advanced Economies, in Western Economies in Transition, ed by I. Levenson and J.W. Wheeler, Hudson Institute, p.56.
[5] Βλ. M. Negreponti-Delivanis (1990), Europe’s life-buoy: its less developed regions, ed. Paratiritis, pp.306 ss (και ελληνικά)

[6] ICOR
[7] Τα ιστορικά παραδείγματα  επιτάχυνσης της αναπτυξιακής διαδικασίας είναι πολλά και αναμφισβήτητα: Για τη Μ.Β. που άρχισε πρώτη την ανάπτυξη, χρειάστηκαν 184  χρόνια (από το 1783 ως το 1960). Το 1960, οι ΗΠΑ, Γαλλία Σουηδία, Γερμανία,  Καναδάς και Αυστραλία έχουν υψηλότερο κατά κεφαλή εισόδημα,  από αυτήν, αν και άρχισαν αργότερα την ανάπτυξή τους.
Για τις ΗΠΑ χρειάστηκαν 80 χρόνια  παραμονής στην εισοδηματική κλίμακα των $1000-1750 κατά κεφαλή, ενώ στην Ιαπωνία μόνο 5 χρόνια.
Το 1850 η Ιαπωνία είχε το χαμηλότερο εισόδημα κατά κεφαλή, ενώ η Αυστραλία το υψηλότερο. Το 1950 η Αυστραλία δεν έχει πια το υψηλότερο εισόδημα, αλλά οι ΗΠΑ, ενώ η Ιαπωνία το χαμηλότερο.. Το 1976 η Ιαπωνία έχει ήδη καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του χάσματός της με τις ΗΠΑ κ..
[8] Βλ. A. Maddison (1980), Economic Growth  and Structural Change in the Advanced countries in Transition, ed. I. Levenson and J. W . Weeler , Hudson Institute , pp. 41-64
[9] Βλ. E.F. Denison (1967), Why Growth Rates Differ, Brooking Institute pp. 377ss, R.M. Solow (1987). “Unemployment:Getting the Question Right” in the Rise of Unemployment, ed by Charles Bean, Richard Layard and Stephen Nickel, Basil Blackwell, pp. 23-34
[10] Που εξηγεί τις αντιδράσεις των εργαζομένων εναντίον των εφαρμογών της
[11] Βλ. A. Sauvy (1952), “Théorie générale de la population », Population No 1, Janviers-Mars
[12] Βλ. Paul Jorion,  Pour comprendre ces temps qui sont les nôtres, éd. Odile Jacob
[13] Άποψη που διατύπωσε  σε πρόσφατη διάλεξή του
[14] La Fin du Travail (1995)
[15] Βλ. R.M.Solow (1960), “Investment and Technical Progress in Mathematical Methods in the Social Sciences, K.J.Arrow ed., Stanford, pp 89-104
[16] Με βάση την τεχνική εκτίμηση της Cobb-Douglas συνάρτησης
[17] Βλ. R.M. Solow, op.cit.
[18] Βλ. D. Dewey (1965), Modern Capital Theory, New York. p. 141
[19] Βλ. M. Negreponti-Delivanis (1974), “Réflexions sur le rendement du progrès technique », Mélanges en l’Honneur du Professeur Emile James, pp. 293-302.
[20] 21.5% το 2000 και 17.2% το 2013
[21] Βλ. Α. Touraine (2013), La fin des sociétés,Paris, Seuil
[22] Βλ. Μ. Allais (1999), Speech given in Unesco on April 10th
[23] Σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση για την εργασία που δημοσιεύθηκε  από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO) του ΟΗΕ.
[24] Selon les estimations de l'Office européen de statistiques Eurostat

[26] Να σημειωθεί, σχετικά, ότι το χαμηλό εργατικό κόστος ουδόλως  είναι συνώνυμο της ανταγωνιστικότητας, Βλ. σχετικά, Alternatives Economiques, no 337, juillet-août 1944,p.10 ss
[27] Βλ. M.Negreponti-Delivanis (2010), The lethal crisis (in greek and in english in electronic edition),
[28] Βλ. Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (1995), Ανεργία: Ένα ψευδοπρόβλημα; Εκδόσεις Σάκκουλα, (στα ελληνικά)
[29] Βλ. J. Grant (2000), “Climate control for the New Economy” Financial Times, 6.3
[30] Μάρτιος  του 2008
[31] Commission Européenne
[32]Βλ. S. Fleck.J. Glacer and S.Sprague (2011), US Bureau of Labor Statistics. Monthly Labor Statistics
[33] Βλ. P.Artus/M.P. Virard (2008), Globalisation, le pire est à venir, La Découverte, Paris, p. 33
[34] The Economist, 08.05.1999
[35] Βλ. A. Bianco and  L. Lavelle (2000),  « The CEO Trapp », Business Week, 11/12
[36] Βλ. E. Dash (2006), “”Pay of US chief executive  of  27% , International Herald Tribune,11/4
[37] Le capital au XXIe siècle (2014), Seuil
[38] «Des salariés corvéables  à merci”, (2013), Alternatives Economiques, no 327, septembre. Σημείωση: το Buckingham Palace προσέλαβε πρόσφατα 350 εργαζόμενους αυτής της μορφής κατά τον The Guardian
[39]Βλ.  J. Finkelstein (1992), “Capitalism and technology” Dialogue 4, p.17
[40] Manière de voir, no 102, “Le crack du libéralisme » de.2008-janvier 2009
[41] Τέταρτος αν ληφθεί υπόψη και το έδαφος
[42] E. Brynjolfsson, A. McAfee and M. Spence (2014), “New World Order, Labor, Capital and Ideas in the Power Law Economy”, Foreign Affairs, July/August, pp. 44-53
[43] Ibidem, p. 46
[44] «Τhe digital degree”, The Economist-Briefing :The future of universities, 28.06.2014
[45] Η πρόβλεψη ανήκε στον Clayton Christensen  του Harvard Business School
[46] Η πρόταση αυτή έγινε από το 1995 1995, Βλ. Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (1995) ,ό.α., αλλά  το 1993 και από τον ιδρυτή της Danone, Antoine Riboud,  και τώρα από τις Alternatives Economiques “Chômage : les solutions au banc d’essai” no333,  mars 2014. Ακόμη, αρκετοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η μόνη λύση για την αντιμετώπιση της ανεργίας είναι ο περιορισμός των ωρών εργασίας, όπως μεταξύ άλλων και οι Jean-Marie Harribey, Jean Gadrey et Michel Husson

[47] Moores Law. Ο οικονομολόγος Gordon Earle Moore ορθώς προέβλεψε ότι σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον  η ζήτηση  για τρανζίστορ διπλασιάζεται κάθε δύο χρόνια


[48] Βλ. A. Smith (1976), The Wealth of Nations, Chapter 9
[49] Ο εσωτερικός καταμερισμός αφορά  στην εσωτερική εξειδίκευση και εφαρμόζεται μόνο στο δευτερογενή τομέα παραγωγής. Πρόκειται για την εξειδίκευση στην παραγωγή ενός τμήματος της όλης παραγωγικής διαδικασίας . Kαι η εξωτερική εξειδίκευση,  αναφέρεται στην παραγωγή ενός αγαθού ή στην προσφορά μιας υπηρεσίας και έχει εφαρμογή στον πρωτογενή και στον τριτογενή
[50]  P.F. Drucker (1994),  “Productivity –Key  to the Future “, Dialogue, 3, pp25 ff
ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΕΧΝΗΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ  ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΣΤΑ     ΤΕΧΝΗΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΚΑΙ     ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ     Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη   Reviewed by Μαρία Νεγρεπόντη - Δελιβάνη on Δεκεμβρίου 27, 2017 Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια