Σάββατο, 7 Μαΐου 2011


Η ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ*
------------------------------------------------

Εδώ και καιρό,  η τρόικα από κοινού με την  ελληνική κυβέρνηση μιλούν για
την επείγουσα ανάγκη διενέργειας  μεταρρυθμίσεων, που μαζί με τη λιτότητα
υπόσχονται να θεραπεύσουν κάθε νόσο και κάθε μαλακία. Το εκπληκτικό, στην
περίπτωση των μεταρρυθμίσεων είναι ότι ουδέποτε αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο
σοβαρής έρευνας, ώστε να υπάρχει κάποια βάση για το  ποιες  πράγματι αλλαγές
χρειάζεται η ελληνική οικονομία, τι ακριβώς αναμένεται απ' αυτές, με τι μέσα
θα επιχειρηθούν, σε τι χρονικό διάστημα  θα επεκταθούν, ποιους θα ωφελήσουν
και ποιους θα καταστρέψουν κ.ο.κ. Όμως, σε πείσμα της  παντελούς  απουσίας
ενός τέτοιου οδηγού,  όχι μόνο  η τρόικα δείχνει να μην έχει αμφιβολίες για
το τι πρέπει να γίνει στο χώρο των μεταρρυθμίσεων, αλλά και οι Έλληνες
αρμόδιοι δεν φαίνεται να έχουν κάποιο σχετικό πρόβλημα προσδιορισμού του
περιεχομένου αυτών των μεταρρυθμίσεων. Αντιθέτως, αυτές οι μεταρρυθμίσεις
εμφανίζονται ως γνωστού από καιρό περιεχομένου. Οι έμμεσες, αλλά σαφείς
δηλώσεις των αρμοδίων συμπυκνώνονται στη διαβεβαίωση:  «Γνωρίζουμε το
πρόβλημα, και  έχουμε έτοιμη και τη λύση».  Και, βέβαια, δεν υπάρχουν
περιθώρια αντιρρήσεων για προβλήματα   τόσο εξόφθαλμα. Ας δούμε, λοιπόν,
περί τίνος ακριβώς πρόκειται, στα πλαίσια του άγριου  ιδεολογικού πολέμου,
που μαίνεται  εδώ και καιρό.
Οι φανατικοί νεοφιλελεύθεροι, μετά την  καταιγιστική τους νίκη  σε όλα τα
επίπεδα,  προχωρούν ακάθεκτοι και  σαρώνουν τα πάντα στο διάβα τους. Η
Ελλάδα, ευρωπαϊκή χώρα, που έπεσε ωστόσο στα νύχια του ΔΝΤ, αποτελεί το
πολύτιμο πειραματόζωο, στο οποίο τώρα διεξάγεται η μητέρα των μαχών: η
βίαιη, δηλαδή, κατάργηση κάθε παρεμβατικού δικαιώματος  του Κράτους στην
οικονομία, και συνεπώς η επάνοδος, στο καθεστώς που ίσχυε στις αρχές του
19ου αιώνα. Πριν, δηλαδή, την ευόδωση των κοινωνικών αγώνων που μετέτρεψαν
την αγορά εργασίας, από ζούγκλα, σε χώρο με κάποιους κανόνες  λειτουργίας.
Πριν, δηλαδή, καθιερωθεί στην Ευρώπη ο καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο,
για τον οποίον οι πολίτες  της ήταν υπερήφανοι για αρκετές δεκαετίες. Οι
φανατικοί νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται, όπως είναι γνωστό, ότι οι κρατικές
παρεμβάσεις στην οικονομία παρεμποδίζουν τη δράση του αόρατου χεριού, που
την  αυτορρυθμίζει, και έτσι  διαταράσσεται η κανονική της λειτουργία. Οι
ακραίες αυτές απόψεις   ουδέποτε αποδείχθηκαν με τη βοήθεια σοβαρών μεθόδων.
Αντιθέτως, ο γνωστός ιστορικός της οικονομίας,  Angus Maddison, ύστερα από
ενδελεχή μελέτη της αναπτυξιακής εμπειρίας των ΗΠΑ, της Δυτικής Ευρώπης και
της Ιαπωνίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, για τα 25 χρόνια που ακολούθησαν
το τέλος του Β'Παγκόσμιου Πολέμου, ο ρυθμός ανάπτυξης σε όλες αυτές τις
χώρες ήταν πολύ ταχύτερος του αντίστοιχου των 50 προηγουμένων ετών, παρότι
τότε και το μέγεθος του Κράτους και το φορολογικό βάρος ήταν κατώτερα .
Έτσι, λοιπόν, η πρώτη, η πιο σημαντική, η πιο επείγουσα μεταρρύθμιση στην
Ελλάδα αφορά τον δημόσιο τομέα, για τον οποίον  έχει επιτευχθεί μια
γενικότερη συναίνεση, ακόμη και από την πλευρά της αξιωματικής
αντιπολίτευσης, για την ανάγκη συντονισμένης επίθεσης  εναντίον αυτού του
τέρατος, που πρέπει με κάθε τρόπο να εξοντωθεί. Ο δημόσιος τομέας, που
μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τη δημόσια υγεία, τη δημόσια παιδεία και ολόκληρο
το Κοινωνικό κράτος και  του οποίου έχει αρχίσει η κατεδάφιση, κατηγορείται
για πάρα πολλά,  φρικτά και ανήκουστα εγκλήματα, τα οποία καθώς είναι γνωστά
σε όλους,  δεν χρειάζονται πολλές  αναλύσεις και επεξηγήσεις.  Το πρώτο, το
πιο αποφασιστικό, το πιο εμφανές και αποτρόπαιο χαρακτηριστικό του τέρατος
αυτού, κατά τους ειδήμονες πάντοτε, είναι το υπερβολικό μέγεθός του.
«Κανένα άλλο κράτος», έλεγαν τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, με εξόφθαλμα μάτια από
τη φρίκη... «καμία άλλη χώρα δεν έχει τόσο μεγάλο κρατικό τομέα». Και πως
μετριέται αυτό το υπερμέγεθες Κράτος; Για πρώτη φορά τη δήλωση του
υπερμεγέθους Κράτους συνόδευε και η απάντηση, προφανώς γιατί υπήρχε συνέχεια
μέτρων, που  έπρεπε άμεσα  να εφαρμοστούν. Και η απάντηση ήταν «ο πολύ
υψηλός  αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων». Ο αριθμός αυτός, αν και δεν
γνωστοποιήθηκε  για μεγάλο διάστημα μετά την  έναρξη της επίθεσης εναντίον
του δημόσιου τομέα,  θεωρήθηκε  ωστόσο δεδομένο, ότι ήταν ανώμαλα υψηλός,
αφού αυτός  εμφανιζόταν ως ο κύριος υπεύθυνος   της ελληνικής κακοδαιμονίας.
«Τι τα θέλετε», έλεγαν οι κάθε μορφής ειδήμονες, «με τόσο πολλούς  δημόσιους
υπαλλήλους, αναλογικά  περισσότερους από όλους τους εταίρους μας, πώς να μη
βουλιάξουμε..πως να μη χρεοκοπήσουμε»!
Επιστρατεύθηκε, όμως και ο κ. Πρωθυπουργός, προκειμένου να εξηγήσει  το
γιατί δεν είναι δυνατόν να δοθεί ακριβής αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, και
σε ομιλία του στο Συνέδριο Πληροφορικής και Επικοινωνιών στις αρχές Μαΐου
του 2010 δήλωσε τα ακόλουθα :  «Όταν ήρθαν οι διαπραγματευτές της λεγόμενης
τρόικας», διηγήθηκε ο κ. Παπανδρέου, «περνούσαν από τα υπουργεία και
ρωτούσαν τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Ήταν αδύνατο να δοθεί σωστή
απάντηση. Αδύνατον να γνωρίζει το ελληνικό κράτος πόσοι είναι οι δημόσιοι
υπάλληλοι. Όπως καταλαβαίνετε, δεν βοηθάει σε μια διαπραγμάτευση, ούτε στην
αξιοπιστία μας, όταν εμείς δεν μπορούμε να πούμε πόσοι είναι οι δημόσιοι
υπάλληλοι. Άρα λοιπόν η Ενιαία Αρχή Πληρωμής θα μας επιτρέψει να
καταγράψουμε καταρχήν τους δημόσιους υπαλλήλους. Αλλά επειδή αυτό δεν είναι
απλό, διότι ξέρετε πόσο τα υπουργεία είναι φέουδα μεταξύ τους και μέσα στα
υπουργεία υπάρχουν άλλα, μικρότερα φέουδα, περιμένουμε μια ημερομηνία από το
υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Εσωτερικών, οπότε θα γίνει απογραφή
των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι θα ανεβάσουν τα στοιχεία τους στο
Διαδίκτυο, βεβαίως με τη βοήθεια του διοικητικού προϊσταμένου της κάθε
υπηρεσίας».
Με βάση την  αναπόδεικτη υπόθεση, περί δήθεν υπερβολικού αριθμού των
δημοσίων υπαλλήλων, καταστρώθηκαν εσπευσμένα τα σχέδια των μεταρρυθμίσεων
των ΔΕΚΟ, του ΟΣΕ κλπ., με την τρόικα να πιέζει για γρήγορες απολύσεις των
περισσευούμενων- που τις βαπτίζουν μετατάξεις- και για ταχεία εξυγίανση του
δημόσιου τομέα, και με τους κυβερνητικούς ικανοποιημένους γιατί το τέρας του
δημόσιου τομέα, χάρις στην αποτελεσματικότητά τους, επιτέλους  μετράει
ημέρες. Παράλληλα, δόθηκαν επιλεκτικά  στη δημοσιότητα και κάποιες
πληροφορίες για υψηλές αμοιβές στελεχών των ΔΕΚΟ, χωρίς όμως και  να
συνοδεύονται από το ποσοστό  αυτών των υψηλόμισθων,  στο σύνολο των εκεί
εργαζομένων. Τα ποσά αυτών των αμοιβών επαναλαμβάνονταν με φρίκη, και επί
πολλές ημέρες, από τα δελτία ειδήσεων των ΜΜΕ, δίνοντας έμμεσα, αλλά σαφώς
την εντύπωση ότι το σύνολο των εκεί απασχολούμενων  λάμβαναν  αστρονομικές
αμοιβές. Δεν ήταν,  συνεπώς, μόνον υπεράριθμοι οι υπάλληλοι των ΔΕΚΟ, αλλά
και Βαμπίρ  που πίνουν το αίμα του λαού. «Να τελειώνουμε μ'αυτούς», ήταν το
γενικό σύνθημα. Η μέθοδος αυτή απαξίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, που
ακολουθήθηκε  στη χώρα μας,  περιγράφεται, με τρόπο πραγματικά εξαιρετικό,
από τον από τον Ιό της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας της 19/9/2010, γι'αυτό
και παραθέτω αυτούσιο το σχετικό κείμενο στη συνέχεια:

«Προκειμένου να γίνουν αποδεκτά αυτά τα σκληρά μέτρα ως «υποχρεωτική λύση»
και «μονόδρομος» για να αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας,
έπρεπε πρώτα να βομβαρδιστεί η κοινή γνώμη με μια σειρά από απαξιωτικούς
χαρακτηρισμούς για τον τρόπο διορισμού, το ρόλο και την απόδοση των
εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Άλλωστε, δεν είναι δύσκολο για μια χώρα με
αυτό το επίπεδο δημόσιας διοίκησης και το πανίσχυρο πελατειακό σύστημα να
πειστεί κάθε πολίτης να στρέψει τα πυρά του στους εργαζόμενους του δημόσιου
τομέα. Ακόμα και οι ίδιοι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τρέφουν την παραμικρή
εκτίμηση για συναδέλφους τους άλλων κλάδων, γιατί έχουν κι αυτοί υποφέρει
από τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης.
Ο στόχος, λοιπόν, της προπαγανδιστικής εκστρατείας ήταν εύκολος. Και
κεντρικό στοιχείο του ο χιλιοδιατυπωμένος ισχυρισμός ότι στην Ελλάδα έχουμε
υπερβολικό αριθμό δημόσιων υπαλλήλων και πάση θυσία πρέπει να τον μειώσουμε.
Όμως ο λεγόμενος υπερπληθυσμός των δημόσιων υπαλλήλων είναι μια κοινοτοπία
που δεν στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα. Είναι ένας ακόμα «αστικός μύθος»
από τους πολλούς που κυκλοφορούν στη χώρα μας. Μόνο που αυτός ο μύθος
καλύπτει και εξυπηρετεί συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα».
Κάποτε, όμως, ήταν αναπότρεπτη η δημοσίευση των στοιχείων, που αφορούσαν τον
αριθμό των δημοσίων υπάλλήλων. Και τότε αποδείχθηκε  ότι.. «το βουνό γέννησε
ποντικό», γιατί τα επίσημα στατιστικά δεδομένα διέψευδαν παταγωδώς την
θεωρία περί υπερπληθυσμού δημοσίων υπαλλήλων. Ωστόσο, τα επίσημα αυτά
στατιστικά δεδομένα, που ανατρέπουν ολοκληρωτικά τους ισχυρισμούς περί
υπερμεγέθους κρατικού τομέα και ΔΕΚΟ, ουδόλως επηρέασαν τους Τροϊκανούς,
αλλά ούτε  και τους ημέτερους κυβερνητικούς, οι οποίοι εξακολούθησαν
απτόητοι να υποστηρίζουν την «άμεση ανάγκη περιορισμού του υπερμεγέθους
δημόσιου τομέα», και απτόητοι να νομοθετούν δραστικά μέτρα, που έχουν ως
βάση το μύθο περί υπερμεγέθους Κράτους.
Και ιδού πώς έχει η κατάσταση, σχετικά με το μέγεθος του ελληνικού  δημόσιου
τομέα :

α) Αριθμός δημοσίων υπαλλήλων
«Ακόμη κι αν χρησιμοποιηθεί ως δεδομένο ο αριθμός της κυβερνητικής απογραφής
στον οποίο αθροίζονται πάνω από 100.000 συμβασιούχοι του Δημοσίου, ακόμη και
ωρομίσθιοι, -ήτοι η μαύρη εργασία του κράτους-, αποδεικνύεται ότι το ποσοστό
των υπαλλήλων στο σύνολο της απασχόλησης δεν υπερβαίνει το 16% και δεν
αποκλίνει από τον μέσο όρο άλλων χωρών της Ε.Ε. Χώρες με αυστηρή προσήλωση
στον καπιταλισμό της ιδιωτικής οικονομίας εμφανίζουν υψηλά ποσοστά
απασχόλησης στο Δημόσιο: η Γαλλία 26%, το Βέλγιο 22,5%, η Ολλανδία 15,8%, η
Βρετανία 18,9%, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς πάνω από 16%, ενώ τα ρεκόρ κατέχουν οι
σκανδιναβικές χώρες με ποσοστά απασχόλησης περί το 30%. Αν δε η σύγκριση
περιοριστεί στους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης, κεντρικής και τοπικής
-χωρίς τους ένστολους-, το πραγματικό ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα
περιορίζεται στο 10%, κάτω και από αυτό της εγκρατούς Γερμανίας".
Αλλά και η σχετική απογραφή, της  30.07.2010, της οποίας τα αποτελέσματα
ανακοινώθηκαν με διακριτικότητα, μια και ουδόλως αποδείκνυαν τα «σημεία και
τέρατα» που έπρεπε να αποκαλυφθούν στον ελληνικό δημόσιο τομέα,
επιβεβαιώνουν ένα σύνολο δημοσίων υπαλλήλων που δεν υπερβαίνει τους 768.009,
και περιλαμβάνει  τους μόνιμους υπάλληλους, τους δικαστικούς και τους
δημόσιους λειτουργούς (625.738), τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου αορίστου
χρόνου (53.833), τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου
(44.811), τους συμβασιούχους έργου (14.345), τους αιρετούς (12.609) και
άλλες πιο ολιγάριθμες κατηγορίες. Αλλά, και από την άποψη της ποιότητας οι
απογραφέντες υπάλληλοι δεν είναι «του πεταμού»:  το 39%  έχει πανεπιστημιακή
εκπαίδευση, το 28% δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και το 9% έχει τεχνολογική
εκπαίδευση. Και ακόμη, ένα 10% διαθέτει  μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα.
.Συνεπώς, ακόμη και με βάση τις τόσο αφελείς  ισοπεδωτικές εξισώσεις , που
χρησιμοποιούν οι  οικονομολόγοι του ΔΝΤ, και που απαιτούν τα ίδια  ποσοστά
δημοσίων υπαλλήλων προς πληθυσμό, σε όλες  τις οικονομίες,  ανεξαρτήτως της
δομής και των ιδιαιτεροτήτων τους, η Ελλάδα εξέρχεται «άσπιλη και υπεράνω
υποψίας». Συμπληρώνοντας τις αμέσως παραπάνω διαπιστώσεις, κρίνω απαραίτητο
να προσθέσω  ότι οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας- προφανώς
άγνωστες από τους όσους σχεδιάζουν τις ανιστόρητες και θανάσιμα επικίνδυνες
μεταρρυθμίσεις- θα δικαιολογούσαν απόλυτα μεγαλύτερο δημόσιο τομέα και
περισσότερους δημόσιους υπαλλήλους, σε σχέση με άλλες χώρες, με τις οποίες
γίνεται η σύγκριση. Και τούτο,  για τον απλούστατο λόγο ότι η προσπάθεια
εκβιομηχάνισης, που ουδέποτε περατώθηκε στην Ελλάδα, δεν επιτρέπει τη
δημιουργία επαρκών θέσεων εργασίας από τον ιδιωτικό τομέα.


β)Ποσοστό φορολογικής επιβάρυνσης στο ΑΕΠ
Ένα δεύτερο και εξίσου σημαντικό με το προηγούμενο στοιχείο (από α), για τη
μέτρηση του μεγέθους του Κράτους είναι και το ποσοστό του φορολογικού βάρους
στο ΑΕΠ. Η επίθεση εναντίον των φόρων, που ευοδώθηκε σε μεγάλο βαθμό από
την προηγούμενη κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει, προς το παρόν, ανασταλεί επειδή η
Κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη της τρόικας, αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στη
συγκέντρωση δημόσιου χρήματος, παρά στην επιβολή καθαρότητας της
νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.
Είναι, σε όλους, γνωστές οι έντονες φήμες που, κατά καιρούς  κυκλοφορούν,
σχετικά με το  ελληνικό φορολογικό βάρος, που είναι δήθεν υπέρογκο, και που
έτσι εξηγείται η απροθυμία διενέργειας επενδύσεων. Ωστόσο, και στο σημείο
αυτό,  η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Πράγματι, η συνολική
φορολογική επιβάρυνση, στην Ελλάδα, ως ποσοστό στο ΑΕΠ,  είναι  χαμηλότερη
σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ και χαμηλότερη, επίσης,  σε
σύγκριση με  το μέσο όρο της  ΕΕ-15 . Και ενώ η φορολογία επί του
εισοδήματος, στην Ελλάδα, αντιπροσωπεύει μόνο το 23,3% των συνολικών
φορολογικών βαρών, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 34,4% και της Ε.Ε.-15 33,2%
αντίστοιχα. Ακόμη, στην Ελλάδα, ο συντελεστής φορολόγησης των εταιριών
είναι, και αυτός, χαμηλότερος  από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο .

        Αποκαλύπτοντας την εντελώς αστήρικτη υπόθεση περί δήθεν υπερμεγέθους
ελληνικού δημόσιου τομέα, προσπαθώ  να υπογραμμίσω τους κινδύνους, στους
οποίους εκτιθέμεθα, σχεδιάζοντας πολιτικές επάνω σε ανύπαρκτες βάσεις.
Σπεύδω, βεβαίως, να δηλώσω ότι η μη δυνατότητα διαπίστωσης υπερμεγέθους
δημόσιου τομέα, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση και αναγνώριση
αποτελεσματικής του λειτουργίας. Αντιθέτως, θα συμφωνούσα,  απολύτως, με τη
διαπίστωση  ότι ο ελληνικός δημόσιος τομέας είναι αναποτελεσματικός, έχει
πολυάριθμες διεφθαρμένες εκφάνσεις και οι υπηρεσίες που παρέχει στους
πολίτες είναι κακής ποιότητας. Ωστόσο, θεωρώ απαράδεκτη, αλλά και εξαιρετικά
επικίνδυνη  αυτήν την ηθελημένη σύγχυση ανάμεσα στο μέγεθος και στην
αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, γιατί είναι δυο προβλήματα εντελώς
διαφορετικά, των οποίων η αντιμετώπιση απαιτεί εντελώς διαφορετικές
προσεγγίσεις.  Θα πρέπει, γι' αυτό, να γίνει ξεκάθαρο ότι ο δημόσιος τομέας
δεν θα βελτιωθεί με τον σφαγιασμό χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με
απολύσεις, είτε με δραστικές περικοπές του μισθού τους.  Οι βάρβαρες αυτές,
και αποκλειστικά ποσοτικές μέθοδοι  επιβάλλονται με  μόνο γνώμονα την
ικανοποίηση των φανατικών νεοφιλελεύθερων, που από πολλές δεκαετίες
ονειρεύονται την  εξαφάνιση του Κράτους. Θα προκαλέσουν, όμως, από την άλλη
πλευρά, και με όση σιγουριά  έχει κανείς το δικαίωμα να προβλέπει
μελλοντικές εξελίξεις, ένα ανεξέλεγκτο χάος, μέσα από το οποίο και όσοι
πιστεύουν ότι θα βγουν κερδισμένοι, θα διαψευστούν οικτρά.

Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
Πρ. Πρύτανης και Καθηγήτρια στο Παν/μιο Μακεδονίας
Πρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη
Blog: www.delivani-economics.blogspot.com

*Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη με τίτλο
'Ολη η Αλήθεια για το Δημόσιο Χρέος και τα ελλείμματα»




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου