Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Διαγραφή του χρέους- Με αναφορά στην ελληνική περίπτωση Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

 Διαγραφή του χρέους- Με αναφορά στην ελληνική περίπτωση
Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
==============================================
Εισαγωγή

Η επιχείρηση διαγραφής μέρους ή ολόκληρου του χρέους περιλαμβάνει  πολλές αποχρώσεις, που καταλήγουν σε  πολυάριθμες  θετικές και αρνητικές συνέπειες. Να υπενθυμίσω, ωστόσο, ότι οικονομία  της οποίας το χρέος δεν είναι  βιώσιμο, όπως συμβαίνει με την  ελληνική,  θεωρείται de facto χρεοκοπημένη. Το θέατρο σκιών που διαδραματίζεται, εφόσον η πτώχευση δεν έχει επισημοποιηθεί,  δικαιολογείται πρώτον  από το ότι αποφεύγονται πολλές από τις δυσμενείς επιπτώσεις μιας   επίσημης πτώχευσης, αλλά και  δεύτερον ότι παραμένουν  διαθέσιμες  όλες εκείνες  οι  παράλληλες λύσεις, που δεν συνιστούν επίσημη πτώχευση. Ενδεικτικά αναφέρω τη μερική, την  προσωρινή παύση πληρωμών,  το «κούρεμα» του χρέους, που μπορεί να αποτελεί μονομερή απόφαση της δανειζόμενης οικονομίας ή ενέργεια ελεγχόμενη από τους δανειστές,  τη συμφωνία για μείωση του επιτοκίου,  τη διακοπή της εξυπηρέτησης του χρέους με στόχο την αναδιαπραγμάτευση  του με πιο ευνοϊκούς όρους κ.α.

Ύστερα από το τραγικά αποτυχημένο PSI, με στόχο τη διάσωση του ευρώ,  έρχεται στο προσκήνιο η  πιθανότητα, για την Ελλάδα, να κηρύξει  παύση εξωτερικών πληρωμών  και να χρεοκοπήσει. Έρχεται με  μεγάλη καθυστέρηση, κατά την  κρίση μου, και το χειρότερο, όχι ως  ελληνική επιλογή, αλλά ως απειλή των δανειστών μας, οι οποίοι, όπως όλα δείχνουν την προκαλούν, με τον στραγγαλιστικό αποκλεισμό μας από τη ρευστότητα  που, διαφορετικά, όφειλε να μας εξασφαλίσει η ΕΚΤ. Να τονίσω ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά προβλήματα, αυτό της έλλειψης ρευστότητας, που ενδέχεται να είναι παροδικό, και της  αφερεγγυότητας, που φωτογραφίζει την κατάσταση  μη βιωσιμότητας του χρέους.  Το μακροχρόνιο, και άλυτο ελληνικό πρόβλημα είναι αυτό της αφερεγγυότητας, το οποίο διασκεδαζόταν, μέχρι στιγμής, με την εξασφάλιση ρευστότητας, από τους δανειστές,  με τα γνωστά δυσμενέστατα αποτελέσματα της συνεχούς διόγκωσης του χρέους. Βεβαιότατα, η μη επισημοποίηση  της ελληνικής χρεοκοπίας εξηγείται  από το γεγονός ότι το πρόβλημα είναι περισσότερο πολιτικό παρά οικονομικό, και για αυτό εμφανίζεται τόσο περιπεπλεγμένο. Οι ευρωπαίοι «εταίροι», από την μια πλευρά εμφανίζονται πανικόβλητοι με την ιδέα ότι μια έξοδος της Ελλάδας θα μπορούσε, ενδεχομένως, να  διαλύσει την Ευρωζώνη, και από την άλλη, επί έξη περίπου χρόνια δεν κατορθώνουν να δώσουν ικανοποιητική λύση στο ελληνικό και συνάμα ευρωπαϊκό δράμα, παρότι το ελληνικό χρέος κυμαίνεται μόνο γύρω στο 2% του συνολικού ευρωπαϊκού.

Η Ελλάδα, αν τελικά πτωχεύσει και επίσημα,  δεν θα είναι ασφαλώς η πρώτη της φορά. Θα είναι, όμως,  η πρώτη χώρα που θα πτωχεύσει εντός της Ευρωζώνης   και η πρώτη χώρα στην υφήλιο που  δεν θα έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο μέτρο της εξωτερικής υποτίμησης, και σ’ αυτό του  πληθωρισμού, για να ελαφρύνει το χρέος της.

Στην πρώτη παράγραφο της παρέμβασής  μου θα προσπαθήσω να διευκρινίσω  το κατά πόσο θα συνέφερε στην Ελλάδα η διαγραφή χρέους, ενώ στη δεύτερη παράγραφο θα γίνει αναφορά  στις συνέπειες που έχει, σε γενικές γραμμές, η επίσημη χρεοκοπία,     και θα επιχειρηθεί να προβλεφθούν οι θετικές, αλλά και οι αρνητικές  συνέπειες, που δικαιολογείται  να αναμένονται  μέσω της διαγραφής/χρεοκοπίας.

Ι. Περιπτώσεις, στις οποίες θεωρείται συμφέρουσα η χρεοκοπία[1]

 Το ελληνικό χρέος είναι, χωρίς την ελάχιστη αμφιβολία, μη βιώσιμο, έχοντας σκαρφαλώσει στα 180% περίπου του ΑΕΠ της. Είναι αλήθεια ότι το τι είναι βιώσιμο χρέος και τι όχι δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο[2]. Γίνεται δεκτό ότι για ήδη ανεπτυγμένες οικονομίες, το όριο είναι περίπου 120% στο ΑΕΠ, παρότι  μετά το 1970 το ήμισυ των χρεοκοπιών αφορούσαν χρέος κατώτερο του 60% στο ΑΕΠ. Για την ελληνική περίπτωση, δεδομένου ότι το  ΔΝΤ δεν έχει δικαίωμα να εξυπηρετεί μη βιώσιμο χρέος, προσπάθησε να εμφανίσει  το ελληνικό χρέος «ως βιώσιμο», ενώ έκτοτε φέρνει κατά καιρούς στο προσκήνιο την ανάγκη «κουρέματος», την οποίαν ωστόσο δεν αποδέχεται η Ευρώπη, καθώς οι πολίτες της   πιστεύουν ότι  η βοήθεια προς την Ελλάδα  πηγαίνει στον ελληνικό λαό, ενώ όπως είναι γνωστό με αυτήν σώζονται οι τράπεζες και ικανοποιούνται πλουσιοπάροχα οι δανειστές εις βάρος του ελληνικού χρέους που, διαχρονικά, κορυφώνεται. Το μη βιώσιμο χρέος αποτελεί  σημαντικό κριτήριο, για την απόφασή της χρεωμένης οικονομίας να προβεί σε παύση πληρωμών, ιδίως αν οι δανειστές έχουν αποκλείσει  ελάφρυνσή  του με οποιαδήποτε μορφή. Και, εδώ, εμπίπτει, επίσης,  η  ελληνική περίπτωση. Ένα δεύτερο, και εξ ίσου με το προηγούμενο, αποφασιστικό κριτήριο, που μπορεί να δικαιολογήσει την επιλογή  οφειλέτριας χώρας να απαλλοτριώσει τις οφειλές της προς το εξωτερικό, είναι η ύπαρξη  θετικού ισοζυγίου υπέρ  αυτής,  ανάμεσα στις  υποχρεώσεις της προς τους ξένους δανειστές  και στις αναμενόμενες εισροές, αφού  συνυπολογιστεί και  στα δύο σκέλη το επιτόκιο[3]. Όταν, δηλαδή, τα δάνεια που η χρεωμένη οικονομία έχει ήδη λάβει υπερβαίνουν αυτά που ακόμη αναμένει στο μέλλον, και ιδίως όταν αυτή η διαφορά είναι σημαντική, η  προσφυγή σε επίσημη χρεοκοπία είναι καταρχήν μια λογική λύση.  Αναμφίβολα, και το δεύτερο αυτό κριτήριο επιλογής παύσης πληρωμών ικανοποιείται πλήρως από την ελληνική περίπτωση. Εύλογο βέβαια είναι το ερώτημα  του αν σκέψεις και κυρίως αποφάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση εμπίπτουν στην υπό ευρεία έννοια ηθική. Και η απάντηση, καταρχήν, είναι  σαφώς όχι. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα δεδομένα, στην ελληνική περίπτωση, που ελαχιστοποιούν το βαθμό ανεντιμότητα μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Δεν θα αναφερθώ, εδώ, στις  συνεχείς και ολοένα πιο παράλογες και πιο απάνθρωπες απαιτήσεις των δανειστών μας, οι οποίοι βλέπουν αποκλειστικά και μόνον αριθμούς, και όχι  τα εκατομμύρια των Ελλήνων που συνθλίβονται, κάτω από αυτούς, γιατί θεωρώ ότι πρόκειται για θέματα που όλοι γνωρίζουμε[4]. Θα αρκεστώ να υπενθυμίσω ότι η Ελλάδα διαθέτει πολυάριθμα «ισοδύναμα»[5], όπως σωρεία νομικών παραβάσεων, κατά τη σύνταξη, υπογραφή και εφαρμογή των μνημονίων, διεκδίκηση κατοχικών  επανορθώσεων που, πιθανότατα, υπερβαίνουν τις ελληνικές υποχρεώσεις προς τους δανειστές, σημαντικό μερίδιο που θα μπορούσε να θεωρηθεί επαχθές/επονείδιστο[6] κ.ο.κ. Θα επιμείνω περισσότερο στις δυνατότητες που έχει η Ελλάδα να καταφύγει στα διεθνή δικαστήρια  με πολλές πιθανότητες να κερδίσει. Οι αναφορές είναι, φυσικά, ενδεικτικές εφόσον οι συνθήκες του τότε και του τώρα μπορεί να εμφανίζουν ομοιότητες, αλλά δεν είναι πανομοιότητες.  Η πρώτη από αυτές ανάγεται στο έτος 1936,   που και πάλι η Ελλάδα ήταν καταχρεωμένη και ο λαός εξαθλιωμένος με δάνεια που δεν μπορούσε να πληρώσει. Ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του δανείου, με σκεπτικό που άνετα θα μπορούσε και σήμερα να αποτελέσει τη βάση της παύσης πληρωμών. Η Κυβέρνηση του Βελγίου προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, αλλά η  απόφασή του ήταν υπέρ της Ελλάδας, και σε αυτήν βασίστηκε, πρόσφατα, και η Αργεντινή για να μην υποδουλωθεί στο ΔΝΤ[7] . Η δεύτερη  σχετική δυνατότητα ακύρωσης των μνημονίων κλπ προσφέρεται από τη σύμβαση της Βιέννης, και ειδικότερα από το Β’και Γ’ τμήμα της[8], που εμπίπτουν σαφέστατα στην ελληνική περίπτωση, αφού και πλάνη είναι δυνατόν να επικαλεσθούμε, από τους υπογράψαντες τα μνημόνια, που κακώς  πίστευαν ότι αυτά θα έσωζαν την Ελλάδα, εφόσον εκ των υστέρων  αποκαλύφθηκε σημαντικό σφάλμα στους  πολλαπλασιαστές του ελληνικού προγράμματος, έτσι που  κάθε συμπλήρωση του αρχικού μνημονίου ήταν επαχθέστερη του προηγούμενου, αλλά και ύπαρξη δωροδοκίας αντιπροσώπων του κράτους θα μπορούσε, ενδεχομένως να στοιχειοθετηθεί, και ανθρωπιστική καταστροφή διαπιστώνεται στην Ελλάδα, και αφόρητες πιέσεις και  ενορχηστρωμένους εκβιασμούς δέχεται η χώρα σε αυτά τα έξη χρόνια, από τους  «θεσμούς». Δεν ανταποκρίνεται, συνεπώς, στα πράγματα ο ισχυρισμός ότι «οποιαδήποτε κυβέρνηση έρθει στην εξουσία θα δεσμεύεται από τις υπογραφές των προηγουμένων, ούτε και η γενική παρατήρηση ότι το κράτος έχει συνέχεια» και συνεπώς δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει υπογραφές κυβερνητικών στο παρελθόν. .

ΙΙ. Πιθανές επιπτώσεις μιας πτώχευσης  (παύσης εξωτερικών πληρωμών)

Η χρεοκοπία ανεξάρτητων κρατών, με διάφορες βέβαια μορφές, δεν αποτελεί σπάνιο, αλλά δυστυχώς αρκετά συχνό φαινόμενο. Μεταξύ του 1800 και του 2012 αναφέρονται 69 χώρες που έκαναν παύση πληρωμών, αναδιαπραγμάτευση χρέους ή χρεοκόπησαν, και   πολλές από αυτές περισσότερες φορές από  μία. Π.χ. για την Ελλάδα, στο διάστημα αυτό, καταγράφονται  πέντε χρεοκοπίες[9].  Οι επιπτώσεις επίσημης χρεοκοπίας δεν είναι  πάντοτε οι ίδιες. Αυτές διαφέρουν από το είδος της πτώχευσης[10], από το αν οι δανειστές έχουν ήδη λάβει σημαντικό τμήμα του χρέους όταν αποφασίζεται η χρεοκοπία, από το αν πρόκειται για αναπτυσσόμενη ή προηγμένη οικονομία,  από την προηγούμενη φήμη/αξιοπιστία της χρεοκοπημένης οικονομίας και από πολλά ακόμη. Δεν θα ασχοληθώ με τις σπανιότερες περιπτώσεις τιμωρίας της χρεοκοπίας, όπως είναι η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων της στο εξωτερικό ή, ακόμη και η κήρυξη πολέμου, εναντίον της, αλλά θα παραμείνω στη συνηθέστερη, που είναι ο αποκλεισμός της  από τις αγορές, και ο κίνδυνος απομόνωσής της. Παρότι, η δυσμενής αυτή συνέπεια είναι σίγουρο ότι θα ακολουθήσει μια διαγραφή χρέους οποιασδήποτε μορφής, η διάρκειά της δεν είναι καθορισμένη, δεδομένου ότι, ιστορικά, υπάρχουν περιπτώσεις χωρών που μπόρεσαν να επανέλθουν πολύ γρήγορα στις αγορές, και άλλων που αργοπόρησαν σημαντικά.  Σύμφωνα με τα ευρήματα σχετικής έρευνας [11] οι χώρες της Αφρικής και της Μ. Ανατολής παραμένουν αποκλεισμένες από τις αγορές διπλάσιο χρόνο σε σύγκριση με χώρες από άλλες περιοχές, ενώ οι μικρές οικονομίες χρειάζονται περισσότερο χρόνο, για την επάνοδό τους, από τις μεγαλύτερες. Ο μέσος όρος για μερική επάνοδο στις αγορές είναι  γύρω στα τρία χρόνια, ενώ η ολοκληρωτική  επάνοδος είναι σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση της καλής συμπεριφοράς που θα επιδείξει η  περί ης οικονομία .  Είναι, συνεπώς, αναμφισβήτητο ότι μια οικονομία που χρεοκοπεί θα είναι αναγκασμένη  να αυξήσει το βαθμό αυτάρκειάς της, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες, που συνεπάγεται αυτή η εξέλιξη και, ταυτόχρονα, θα χρειασθεί να αναζητήσει, στο βαθμό του εφικτού,  άλλες πηγές δανεισμού, εκτός της ομάδας των δανειστών της.

Από το 2010 υποστήριξα τη ρήξη, με ότι αυτή συνεπάγεται, όχι ασφαλώς ως ελεύθερη επιλογή, αλλά δυστυχώς ως μονόδρομο, ενόψει της αδιαλλαξίας των δανειστών, και κυρίως ενόψει του αναμφισβήτητου πια γεγονότος ότι οι απαιτήσεις τους αυξάνουν διαχρονικά με γεωμετρική πρόοδο και πρόκειται για παιχνίδι, από την πλευρά τους, που φέρνει στο νου το  «πάρτα όλα». Συνεπώς, ceteris paribus, η ζυγαριά ανάμεσα στην ολοκληρωτική εξαφάνιση της Ελλάδας[12] και στην επιστροφή στο εθνικό της  νόμισμα, πιστεύω ότι δεν αφήνει περιθώρια  δισταγμών[13] . Βεβαίως, είναι απαραίτητο να προηγηθεί ένα σοβαρό πρόγραμμα αποφάσεων και ενεργειών, ώστε η χώρα να μπορέσει να  «σταθεί στα πόδια της», όσο γίνεται πιο γρήγορα. Εκτός από την απαλλαγή της οικονομίας από τη συνεχή αφαίμαξη των δανειστών, μέσω των μνημονίων, το καταλυτικής σπουδαιότητας αποτέλεσμα, που λογικά αναμένεται, είναι η επίτευξη ταχύρρυθμης ανάπτυξης. Αντιθέτως,  η βελτίωση  της ανταγωνιστικότητας, εξαιτίας της υποτίμησης της εξωτερικής αξίας της  δραχμής, που συνήθως αναφέρεται ως ο κυριότερος λόγος επιστροφής στο εθνικό μας νόμισμα,  θα έρθει κατά τη γνώμη μου πολύ αργότερα, και μόνον όταν η Ελλάδα θα έχει βελτιώσει ουσιαστικά την κατεστραμμένη παραγωγική της βάση, ώστε να έχει και πάλι τη δυνατότητα αξιόλογων προϊόντων για εξαγωγές. Εξάλλου, όσοι ανεβάζουν αυτή  την υποτίμηση σε 50% ή 60%, σπεύδω να διευκρινίσω ότι το ακριβές της ποσοστό δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένοι παράγοντες στην ελληνική περίπτωση, που αναμένεται να περιορίσουν τις δυσμενείς συνέπειες μιας πιθανής ρήξης. Πρόκειται, πρώτον, για την πρόβλεψη ότι η ελληνική οικονομία, που συμπλήρωσε επτά χρόνια βαθιάς ύφεσης, είναι πανέτοιμη για την επίτευξη  ταχύρρυθμης ανάπτυξης, μόλις της εξασφαλιστεί άνετη χρηματοδότηση. Η ικανοποιητική πορεία της οικονομίας, προς σταθεροποίηση, θα περιορίσει την πίεση επί της εξωτερικής αξίας  της δραχμής. Ο δεύτερος παράγοντας, που αναμένεται ότι θα περιορίσει  την πίεση επί της δραχμής είναι η υψηλή ελληνική  ανεργία, που φθάνει ήδη το 26,6% του ενεργού πληθυσμού, και σύμφωνα με το γνωστό επιχείρημα του John Maynard Keynes, η αυξημένη ρευστότητα  δεν θα αυξάνει  το γενικό  επίπεδο των τιμών μέχρις ότου απορροφηθεί, η  ανεργία. Τέλος, ο περιορισμός των εισαγωγών, κυρίως πολυτελών αγαθών, που θα είναι αναγκαστικός προκειμένου να εξοικονομηθεί το ανεπαρκές συνάλλαγμα, θα περιορίσει με τη σειρά του το βαθμό πληθωρισμού[14] .

















[1] William R. Cline, International Debt: Systemic Risk and Policy Responses,  Institute for International Economics, Washington DC 1984,pp.86   ss 2  For external debt, “safe” thresholds for highly debt intolerant emerging markets appear to be surprisingly low, perhaps as low as 15 to 20 percent of GNP in many cases, and these thresholds depend heavily on the country’s record of default and inflation.
Indeed, fully half of all defaults or restructurings since 1970 took place in countries with ratios of external debt to GNP below 60 percent. NBER WORKING PAPER SERIES DEBT INTOLERANCE Carmen M. Reinhart Kenneth S. Rogoff Miguel A. Savastano Working Paper 9908 http://www.nber.org/papers/w9908 NATIONAL BUREAU OF ECONOMIC RESEARCH 1050 Massachusetts Avenue Cambridge, MA 02138 August 2003

[3] Martin Bronfenbrenner, “The Appeal of Confiscation in Economic Development”, Economic Development and  Cultural Change , Vol 3. April 1955, pp.201-18 
[4] Για εκτενέστερη πληροφόρηση Βλ. Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Όλη η αλήθεια για χρέος και ελλείμματα και πως θα σωθούμε(2011 2η έκδοση), και Η εν ψυχρώ δολοφονία της Ελλάδας και η διέξοδος: η δραχμή,(2014), Ίδρυμα Δελιβάνη και Εκδόσεις Ιανός
[5] Χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο που είναι πολύ του συρμού, τελευταίως, στην Ελλάδα
[6] Είναι, αναμφίβολα, πολύ σημαντική η πρωτοβουλία της προέδρου της Βουλής για τη σύσταση λογιστικού ελέγχου του χρέους
[7] Η ιστορία έχει ως εξής : το 1936, η Ελλάδα του Ιωάννη Μεταξά αρνήθηκε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του δανείου που είχε συνάψει με τη βελγική τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique».
Η κυβέρνηση του Βελγίου προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο, που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι αθετεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Η Ελλάδα απάντησε ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, διότι δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση του Λαού και της χώρας!
Στο υπόμνημά της, η Ελληνική κυβέρνηση ανέφερε : «Η Κυβέρνηση της Ελλάδος, ανήσυχη για τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνικού λαού και για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή. Όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στην θέση της, θα έκανε το ίδιο».  (Yearbook of the International Law Commission, 1980, v.l., σελ.25).
Το επιστέγασμα ήρθε με το υπόμνημα που κατέθεσε στο Διεθνές Δικαστήριο ο νομικός εκπρόσωπος της Ελληνικής κυβέρνησης το 1938, όπου τόνισε τα αυτονόητα :
«Ενίοτε, μπορεί να υπάρξει μια έκτακτη κατάσταση, η οποία κάνει αδύνατο για τις Κυβερνήσεις να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές και προς τον Λαό τους. Οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς για να εκπληρώσουν και τις δύο υποχρεώσεις ταυτόχρονα. Είναι αδύνατον να πληρώσει μια Κυβέρνηση το χρέος και την ίδια στιγμή να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στα δύο. Και φυσικά, το καθήκον του Κράτους να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των βασικών δημοσίων υπηρεσιών, υπερτερεί έναντι της πληρωμής των χρεών της. Από κανένα κράτος δεν απαιτείται να εκπληρώσει, μερικά ή ολικά, τις χρηματικές του υποχρεώσεις, αν αυτό θέτει σε κίνδυνο την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών του κι' έχει σαν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της διοίκησης της χώρας   Στην περίπτωση που η αποπληρωμή των χρεών θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ζωή και τη διοίκηση, η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να διακόψει ή και να μειώσει την εξυπηρέτηση του χρέους»!
Με αυτά τα επιχειρήματα λοιπόν, το Διεθνές δικαστήριο δικαίωσε την Ελλάδα, δημιουργώντας νομικό προηγούμενο, στο οποίο μάλιστα το 2003 στηρίχθηκε η Αργεντινή και ο αείμνηστος πρόεδρος της, Νέστωρ Κίχνερ, ο οποίος επέλεξε να διαγράψει μονομερώς το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της χώρα του, αντί να την υποδουλώσει στο Δ.Ν.Τ.!


[8] Το δεύτερο τμήμα τής Σύμβασης της Βιέννης, το οποίο έχει τίτλο “Ακυρότης των συνθηκών”, περιλαμβάνει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες διατάξεις:

– Άρθρο 48 – Πλάνη: Κράτος τι δύναται να επικαλεσθή πλάνην τινά εις συνθήκην ως ακυρούσαν την συναίνεσίν του όπως δεσμευθή διά ταύτης, εφ’ όσον αύτη αναφέρεται εις γεγονός ή κατάστασιν, την οποίαν το κράτος εξέλαβε ως υφισταμένην κατά τον χρόνον συνομολογήσεως της συνθήκης… 



– Άρθρο 49 – Απάτη: Οσάκις το κράτος ήχθη εις συνομολόγησιν συνθήκης συνεπεία δολίας συμπεριφοράς ετέρου κράτους έχοντος συμμετάσχει εις τας διαπραγματεύσεις, τούτο δύναται να επικαλεσθή την απάτην ως ακυρούσαν την δοθείσαν συναίνεσίν του όπως δεσμευθή διά της συνθήκης. 


– Άρθρο 50 – Δωροδοκία αντιπροσώπου κράτους: Οσάκις εξησφαλίσθη η έκφρασις της συναινέσεως του κράτους όπως δεσμευθή συμβατικώς διά δωροδοκίας τού αντιπροσώπου του, αμέσως ή εμμέσως επελθούσης δι’ ενεργειών ετέρου κράτους έχοντος συμμετάσχει εις τας διαπραγματεύσεις, τούτο δύναται να επικαλεσθή την δωροδοκίαν ως ακυρούσαν την συναίνεσίν του όπως δεσμευθή διά της συνθήκης. 


– Άρθρο 52 – Άσκησις βίας επί του κράτους διά της απειλής ή χρήσεως βίας: Η συνθήκη είναι άκυρος εάν η σύναψίς της επετεύχθη διά της απειλής ή χρήσεως βίας κατά παραβίασιν των συνθηκών τού Διεθνούς Δικαίου, ως παρέχονται αύται εν τω Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. 

Αλλά και στο τρίτο τμήμα, με τίτλο “Λήξις και αναστολή τής εφαρμογής των συνθηκών”, υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διάταξη:

– Άρθρο 61 – Επισυμβάσα αδυναμία εκτελέσεως: Εν μέρος εις συνθήκην δύναται να επικαλεσθή αδυναμίαν εκτελέσεως ως λόγον λήξεώς της ή αποχωρήσεως εκ ταύτης εάν η αδυναμία αύτη είναι αποτέλεσμα οριστικής εξαλείψεως ή καταστροφής ενός αντικειμένου απαραιτήτου προς εκτέλεσιν της συνθήκης. 

[9] Wikipedia
[10]Π.χ αν είναι όπως  αυτή που υπαινίσσονται, κατά καιρούς οι δανειστές μας, δηλαδή να χρεοκοπήσουμε, παραμένοντας στην Ευρωζώνη (που θεωρώ για πολλούς λόγους, ως  τη χειρότερη δυνατή λύση, εφόσον θα υποστούμε τις αρνητικές της συνέπειες, χωρίς και να έχουμε τη δυνατότητα να επωφεληθούμε από τα τυχόν πλεονεκτήματά της).
[11] Christine Richmondi, Daniel A. Diasz First Draft: June 2007 this Draft: august 18, 2008 Abstract, Duration of Market Exclusion:Stylized Facts and Detrmining Factors

[12] Αναφέρονται, σήμερα (12.06.2015) 10.000 αυτοκτονίες και 85.000 εκτρώσεις
[13] Εάν παραμείνουμε στην Ευρωζώνη, χωρίς μεταβολή των συνθηκών, δεν υπάρχει λύση. Αναφέρω την κριτική μου, σε αρκετά άρθρα μου, για το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, που ήταν σαφές από την αρχή  ότι η υλοποίησή του θα ήταν αδύνατη με  την ασφυκτική έλλειψη ρευστότητας στην Ευρωζώνη. Δυστυχώςείχα δίκαιο.
[14] Jean Peyrelevade  « L’Euro est indissoluble », publié dans Les Echos ce 20 mai 2015,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου